Τ’ άτιτλο

Μερικές μέρες είναι πιο δύσκολες απ’ τις άλλες. Μερικές μέρες ξυπνά και θαρρεί πως την έχει ακόμα δίπλα, πως μοιράζονται μαξιλάρι, κουβέρτες και όνειρα. Τώρα κοινόχρηστος τους απέμεινε μονάχα ο ουρανός, κι αυτός πολλές φορές θυμώνει και σκίζεται στα δυό- η πόλη τότε έχει στα βόρεια μπουρίνια και στα νότια ξαστεριά. Γυρνά το κεφάλι στο πλάι και με το χέρι του αναζητά τη ζεστασιά της, να την αγκαλιάσει, να την κρατήσει, μα μένει με τις παλάμες αδειανές να κρατούν το τίποτα λες και είναι απτό. Ψάχνει έναν ψίθυρο μ’ απόγνωση, όπως το χώμα αναζητά το πρωτοβρόχι και ο ναυτικός το αλάτι, ένα αναστεναγμό, ένα χτυποκάρδι, αδίκως. Τόση απουσία δεν χωρά ούτε η μοναξιά και ένα μεσημέρι του ζήτησε να προσέχει, του πε πώς λίγο να συνεχίσει ακόμα και θα τον αφήσει μοναχό, πιο μόνο και από μόνο, γιατί την ψυχοπλακώνει η ματιά του και την τρομάζουν οι σιωπές του.

Οι τοίχοι έχουν αλλάξει χρώμα απ΄την κάπνα, έβγαλε ένα πίνακα που δεν ήθελε πια και από πίσω βρήκε ένα ορθογώνιο αλλιώτικο στο χρώμα του. Έβαλε πίσω τον πίνακα και τον άφησε να κρύβει το κακό, μην και καταλάβει κανείς πόσο στενή είναι πια η φυλακή του. Μια φυλακή με κάγκελα από ζάχαρη και λεμόνι που λίγο να θελήσεις να διαβείς, τ’ αγγίζεις και πέφτουν μονομιάς. Γίνονται σκόνη αυτά, φεύγεις πια λέφτερος εσύ, μα πού να σκεφτεί να σηκώσει το χέρι του, πού να θελήσει να ξεφύγει απ’ το κελί του, δέσμιος από επιλογή δηλώνει και δεν σηκώνει κουβέντα επ’ αυτού.

Μερικές μέρες είναι ανυπόφορες. Δεν τον χωρά το σπίτι, δεν μπορεί να βλέπει όσα έχει αγγίξει εκείνη να τον κοιτούν και να κλείνουν αναίσχυντα το μάτι, μια κοροϊδία άπονη δίχως τελειωμό. Τραπέζια, κουρτίνες, χαλιά, ποτηράκια και ποτήρια, πετσέτες, σεντόνια και κουτιά φέρουν πάνω αποτυπώματα απ’ τα ακροδάχτυλά της. Αποφάσισε κάποτε πως δεν άντεχε άλλο πια να τα νιώθει να γελούν, έπιασε το πιο σκληρό σφουγγάρι και άρχισε να τα τρίβει. Τα ‘τριβε μέχρι που άρχισαν να χάνουν κλωστές, να σκίζονται, να σπάνε, μα δεν του ‘φτανε ούτε αυτό.

Μερικές μέρες ξεχνά ότι δεν μιλάνε όπως παλιά και μπαίνει στ’ αμάξι να την βρει και να της πει πόσο φοβάται χώρια της, μα στη μέση της διαδρομής θυμάται πως πέρασε καιρός, πως είναι πια αργά, πως θα ‘χουνε και οι δυο αλλάξει.

Μια απροσπέλαστη ύπαρξη λίγο πιο δίπλα, να του θυμίζει το ανούσιο των σχεδίων.

 

Σχετική εικόνα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s