Divenire

Ο ήλιος καίει αλλιώτικα
μ’ ηλιαχτίδες
π’ ακουμπούν το σταρένιο δέρμα
κι εκείνο ανατριχιάζει.

Ο αέρας τούτος έχει μια γεύση ξένη
και τα δέντρα ακόμα δεν μ’ έχουν μάθει.

Κυνηγώ  τα φώτα κάποια βράδια
των σπιτιών απέναντι
και σαν τα πιάσω τα πετώ ψηλά
να γίνουν άστρα μ’ αναμνήσεις.

Να μπορώ να τα φωνάζω
με το μικρό τους όνομα
και να πίνουμε κάπου-κάπου
παγωμένο κρασί
καθισμένοι στην άμμο της παραλίας.

Οι απάνεμοι κόλποι είναι τυχεροί
γιατί ποτέ δεν έμαθαν
μεγάλες τρικυμίες,
και τα κοχύλια που μάζεψα
είναι ήρεμα και πράα
γιατί ποτέ δεν γνώρισαν
ωκεανούς με βάθη.

Μένει να περπατήσω
ξυπόλυτη
εκεί που σκάει το κύμα,
να μάθει κι αυτή η θάλασσα
τα πιο κρυφά μου θέλω.

 

Sea GIFs - Get the best GIF on GIPHY

peut-être

Μπήκε στο παλιό του δωμάτιο και άρχισε να το καθαρίζει. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τόσα σκόρπια χαρτιά και τετράδια, τόσες φωτογραφίες και αναμνήσεις. Όχι πως δεν είχε χρόνο ή διάθεση, κάθε άλλο, απλώς ήταν μια απόφαση που απέφευγε συνειδητά, αρνούμενος να αναγκαστεί ν’ αντιμετωπίσει τα φαντάσματα μιας άλλης εποχής, που αν και μέτραγε μόλις μερικά χρόνια, στη δική του συνείδηση έμοιαζε τόσο μακρινή και απροσπέλαστη που ώρες ώρες αναρωτιόταν αν οι μνήμες που ‘χε ήταν δικές του ή κλεμμένες από αλλού.

Άρχισε να ανοίγει συρτάρια και ντουλάπια, να ψάχνει παλιά τετράδια και μικρά χαρτάκια γεμάτα μουτζούρες και γράμματα άσχημα και βιαστικά. Θυμάται αμυδρά τον εαυτό του να μαζεύει τα πάντα και να τα χωράει σε δυο-τρεις μεγάλες σακούλες σκουπιδιών, αλλά να μην βρίσκει το θάρρος να τα πάει μέχρι τον κάδο. Το θυμάται σαν να βλέπει κάποιον άλλο και όχι τον ίδιο νεότερο, να τα κρύβει όλα βιαστικά όπου έβρισκε χώρο στο δωμάτιο και να ψιθυρίζει στον εαυτό του «να περάσει πρώτα λίγος καιρός». Δεν το παραδεχόταν σε κανέναν, αλλά το να διατηρήσει αυτά τα ενθύμια εκείνης της μικρής ζωής που βίωσε μαζί της ήταν ζωτικής σημασίας. Πίστευε ότι ήταν ένας σύνδεσμος που τους ένωνε ακόμα, και ότι αν χανόταν θα έπαιρνε μαζί του κάθε πιθανότητα -όσο μικρή και αν ήταν- να επιστρέψει σε εκείνον. Ήξερε κατά βάθος ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά φρούδες ελπίδες, ανούσιες φαντασιώσεις που αντί να κάψει μονομιάς επέλεγε να θρέφει και να συντηρεί όπως-όπως.

Άλλωστε, μετά από όλα όσα έγιναν, όλα όσα της είπε, πώς να γυρίσει πίσω;

Τα τετράδια ήταν τόσο καιρό κλεισμένα που είχαν διατηρήσει άθικτα το άρωμά τους. Γύρισε τις σελίδες γρήγορα με τα δάχτυλά του και τον κατέκλυσε, τον γέμισε ολόκληρο, έφτασε μέχρι το μεδούλι του, μέχρι το πιο βαθύ του σημείο και τον παρέσυρε τόσο έντονα που του κόπηκε η ανάσα. Το άρωμά της. Ένα άρωμα τόσο διακριτό, τόσο ξεχωριστό, που από τότε δεν είχε ξανασυναντήσει. Γύρισε ξαφνικά πίσω, δεν ήταν στο δωμάτιό του, ήταν στο παγκάκι της γειτονιάς δίπλα στην θάλασσα, την είχε στην αγκαλιά του και πίεζε τα χείλη πάνω στα μαλλιά της απαλά, να σταματήσει τις τούφες που έπαιρνε ο αέρας απ’ το να χορεύουν. Κοιτούσαν τον μαύρο ουρανό και αναρωτιόταν πόσα -άραγε- αστέρια να μπορούσαν να μετρήσουν, η καλύτερη δικαιολογία για να επιβραδύνουν εκείνη τη στιγμή, την δική τους στιγμή. Η φωνή της ήταν μελωδική και τον νανούριζε τόσο ήρεμα που του μίλαγε, που του ανέλυε σκόρπιες φράσεις και όνειρα. Τόσα πολλά όνειρα που σκεφτόταν ότι δεν έφτανε μια ζωή να τα χωρέσει. Εκείνη μίλαγε και η σιγανή μουσική που ακουγόταν από το μικρό ηχείο που κρατούσε δίπλα του έμοιαζε να την ακολουθεί, να χορεύουν οι νότες του τραγουδιού με τις λέξεις που ‘βγαίναν από τα χείλη της.

Θα μπορούσε να μείνει ακίνητος εκεί, μαρμαρωμένος, για μέρες, μήνες, χρόνια ολόκληρα, να την παρατηρεί και να την αγγίζει, δίχως να παραπονεθεί στιγμή.

Γιατί έπρεπε να τα καταστρέψει όλα; Γιατί να την πληγώσει με τρόπο τόσο βαθύ και αμετάκλητο, αφήνοντάς της να πιστεύει για τόσο -μα τόσο- πολύ καιρό ότι δεν την ήθελε άλλο πια.

Κράτησε μες στα τρεμάμενα δάχτυλά του όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι όλες αυτές τις στιγμές τις είχε όντως ζήσει, ότι δεν ήταν απλά ένα αποκύημα της φαντασίας του, και τα έφερε μπροστά στο στέρνο του πιέζοντας τα χέρια του, τσαλακώνοντάς τα. Δεν υπήρχε λόγος, τώρα το ήξερε πιο καλά από ποτέ, κανένας απολύτως λόγος να κρατιέται με νύχια και με δόντια από απόηχους μπλεγμένων χεριών και ονείρων. Τα μάζεψε όλα σε δυο μαύρες σακούλες, όπως τότε, μόνο που αυτή την φορά κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά της πολυκατοικίας και μέσα σε λίγα λεπτά έφτασε στους κάδους της γειτονιάς, όπου τα πέταξε. Πριν προλάβει να το σκεφτεί περαιτέρω, πριν προλάβει να τα διαβάσει και να διαλυθεί σε μυριάδες μικρά κομμάτια, πριν προλάβει εκείνη να βγει από μέσα τους και να έρθει να σταθεί δίπλα του με μάτια γεμάτα ερωτήσεις και αμφιβολίες.

Ξεκίνησε να περπατάει σε μια προσπάθεια να καθαρίσει το μυαλό του, να καταλάβει τι τελικά ήθελε, τι επεδίωκε την στιγμή που έφερε ξανά στην επιφάνεια ιστορίες παλιές και σκονισμένες. Περπατούσε αρκετή ώρα, τώρα ο ουρανός είχε μαυρίσει τόσο πολύ που μετά βίας έβλεπε μπροστά του. Κάποια στιγμή σταμάτησε ασυναίσθητα και το σώμα του έμοιαζε να αρνείται να προχωρήσει παρακάτω.

Σήκωσε το βλέμμα του απορώντας με τον ίδιο του τον εαυτό και είδε που βρισκόταν. Κοίταξε λίγο πιο δεξιά και είδε το δωμάτιό της, που είχε φως.

Αφουγκράστηκε λίγο με κομμένη την ανάσα και διέκρινε μερικές νότες να φεύγουν απαλά από την ανοιχτή της μπαλκονόπορτα και να χάνονται στον νοτιά που φύσαγε.

Και έτσι ξαφνικά, βρέθηκε πάλι στο παγκάκι, εκείνη είχε ξαπλώσει πάνω του απαλά και σιγοτραγουδούσε τους στίχους.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και της σφύριξε με το γνώριμο τρόπο, όπως κάθε φορά που ήθελε να της δείξει ότι έχει φτάσει.

Η μουσική έκλεισε απότομα και επικράτησε για λίγα λεπτά απόλυτη σιγή, ακόμα και τα τριζόνια έμοιαζε να κρατούν την αναπνοή τους, ξεχνώντας τον σκοπό που παίζουν.

Σφύριξε άλλη μια φορά, λίγο πιο δυνατά, ενώ το στέρνο του ανεβοκατέβαινε με ανησυχητικό ρυθμό.

Και τότε μια σιλουέτα φάνηκε να τραβάει στην άκρη την ημιδιαφανή κουρτίνα και να βγαίνει στο μπαλκόνι.

 

 

Le Temps

Χθες έφυγα απ’ τα ρηχά,
κολυμπώντας μέχρι εκεί
που η θάλασσα σκουραίνει
και άλλο δεν πατώνω.

Φοβήθηκα πως θα πνιγώ,
πως θα χαθώ ανάμεσα
σε αφρισμένα κύματα
από ιώδιο κι αλάτι.

Σήμερα έφτασα μεσοπέλαγα
σ’ ένα μικρό νησί,
που άλλα πέλματα δεν έχουνε αγγίξει
πέρα απ’ τα δικά μου.

Κι ένιωσα πως δεν μου φτάνουνε
όλοι οι ωκεανοί ενωμένοι,
κι απόρησα που ως τώρα έτρεμα
τα πιο μικρά ρυάκια.

 

photo-1528306683872-3cb84d7a82c0 (1).jpeg