Χαρμάνι Βιβλίων ν. 10 – Mashup Edition

Νέο έτος, νέο ξεκίνημα, νέα bookish resolutions, νέα βιβλία -I’m so excited and I just can’t hide it. Μέσα στους αναγνωστικούς στόχους για το ’20 είναι η απόπειρα -γιατί ποιον κοροϊδεύω, σιγά μην καταφέρω να το τηρήσω- να διαβάζω πάνω κάτω ένα βιβλίο ανά βδομάδα. Βέβαια, ένας ακόμα στόχος είναι να αποβάλλω την αντιπάθεια -ή έστω καταφανή απάρνηση- που αισθάνομαι για τα ογκώδη βιβλία, αυτά με τις 500βάλε σελίδες που δεν χωράνε στην τσάντα και απαιτούν και τα δυο χέρια για να τα διαβάσεις. Τώρα πώς θα συνδυάσω τους δυο παραπάνω στόχους μεταξύ τους, για να είμαι ειλικρινής, δεν γνωρίζω καθόλου, θα δούμε στην πορεία τι μέλλει γενέσθαι. Τέλος, ετοιμάζω και μια λίστα με τα must have – must read για φέτος, εμπλουτισμένη με μπόλικα κλασικά μυθιστορήματα από αυτά που πάντα λέμε ότι ναι, πρέπει να διαβάσουμε, και τελικά ξεχνιόμαστε και πιάνουμε την νέα κυκλοφορία του τάδε εκδοτικού οίκου ή το best seller του δείνα συγγραφέα. Για να δούμε, λοιπόν, τι θα φέρει η νέα δεκαετία.

Μπορώ να πω ότι προς το παρόν έχω καταφέρει να συμβαδίσω με την πρόκληση 1 βιβλίου ανά βδομάδα, με αποτέλεσμα να έχω ολοκληρώσει ήδη τα πρώτα μου δύο αναγνώσματα, στα οποία θα αναφερθώ παρακάτω. Παράλληλα, τους τελευταίους μήνες του ’19 διάβασα και μερικά βιβλία που οπωσδήποτε θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχουν στα βιβλιοφαγικά ράφια που σέβονται τον εαυτό τους, και κατά συνέπεια οφείλω να εντάξω στην παρούσα ανάρτηση. Ας ξεκινήσουμε.

Λίγους πριν φύγει το ’19 διάβασα την Λάμψη (The Shining) του μοναδικού Stephen King, η πρώτη έκδοση του οποίου χρονολογείται το 1977. Τι να πρωτοπώ -πρωτογράψω για αυτό το έργο. Καταρχάς, κατάλαβα απόλυτα τον Joey από τα Φιλαράκια, ο οποίος για να το διαβάσει πρώτα βεβαιώνεται ότι υπάρχει χώρος στην κατάψυξη, και μόλις το πράγμα ζορίσει το τοποθετεί μέσα. Δεν μπορούσα να το διαβάσω με τίποτα αφότου νύχτωνε, οπότε έπρεπε να αρκεστώ στην ανάγνωση κατά τις πρωινές-μεσημεριανές-απογευματινές ώρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για joey shining freezer

Στην Λάμψη ουσιαστικά ακολουθούμε την οικογένεια Τόρανς, δηλαδή τον πατέρα Τζακ, την μητέρα Γουέντι και τον μικρό τους γιο Ντάνυ, καθώς, αφού ο Τζακ έπιασε δουλειά ως επιστάτης, μετακομίζουν στο ξενοδοχείο Θέα όπου σκοπεύουν να περάσουν τους χειμερινούς μήνες. Για τον Τζακ αυτή η διαμονή είναι και μια ευκαιρία να εργαστεί παράλληλα και πάνω στο έργο του, αφού είναι και συγγραφέας, ενώ προηγουμένως δούλευε ως δάσκαλος. Η Γουέντι από την πλευρά της προσπαθεί να κρατήσει δεμένη την οικογένειά της και να μην επιτρέψει την απομόνωσή τους από τον υπόλοιπο κόσμο να απομακρύνει και τους ίδιους μεταξύ τους, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο Ντάνυ, ο οποίος κατέχει ένα χάρισμα που ονομάζεται λάμψη. Αυτό ακριβώς το χάρισμα είναι που του επιτρέπει να δει το πραγματικό πρόσωπο του ξενοδοχείου, τον τρόμο και την παράνοια πίσω από την πολυτελή εμφάνισή του.

Το βιβλίο αυτό προκαλεί πολλά συναισθήματα και χτίζει σταδιακά

20200114_013820

Stephen King, Η Λάμψη, Εκδόσεις Λιβάνης, 1992

ένα διαρκές αίσθημα τρόμου, ότι δεν είσαι μόνος στο δωμάτιο, ότι κάποιος σε κοιτάει, ότι τελικά ίσως βρίσκεσαι και εσύ σε αυτό το αλλόκοτο και αφιλόξενο ξενοδοχείο, αποκλεισμένος σε μια χιονισμένη πλαγιά, χιλιόμετρα μακριά από το πρώτο κατοικημένο σπίτι. Αφότου το διάβασα αποφάσισα να δω και την διάσημη ταινία του σκηνοθέτη Κιούμπρικ. Αν και η ταινία είναι εξαιρετική, δεν μπορούσα να σταματήσω τις συγκρίσεις ανάμεσα σε βιβλίο-ταινία, όχι τόσο από διάφορες παραλήψεις σκηνών (καταλαβαίνω ότι ένα βιβλίο προσαρμόζεται προκειμένου να γίνει ταινία, για να χωρέσει ολόκληρο θα χρειαζόταν ατελείωτες ώρες), όσο από τον τρόπο που αποδίδεται στην ταινία ο χαρακτήρας της Γουέντι (στο βιβλίο σκιαγραφείται ως περισσότερο δυναμική και αποφασιστική) και από το τέλος της ταινίας, το οποίο διαφέρει από εκείνο του βιβλίου. Όπως και να ‘χει όμως, και το βιβλίο και η ταινία, κάθε ένα στο είδος του, είναι μοναδικά. 

 

Εν συνεχεία, διάβασα το βιβλίο «Τα ραντεβού με τη Σιμόνη» της πολυαγαπημένης Μάρως Βαμβουνάκη. Η Βαμβουνάκη είναι από τις αγαπημένες μου Ελληνίδες γυναίκες συγγραφείς από όταν έπιασα στα χέρια μου το «Ο κύκνος και αυτός», που έβλεπα καιρό στη βιβλιοθήκη αλλά πάντα τελευταία στιγμή άφηνα, επιλέγοντας ένα άλλο ανάγνωσμα. Η γραφή της αγγίζει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο τον αναγνώστη, είναι σαν το κείμενο που έχει μπροστά του να έχει γραφεί ώστε να φτάσει ειδικά στα δικά του

20200114_013841.jpg

Μάρω Βαμβουνάκη, Τα ραντεβού με τη Σιμόνη, Εκδόσεις Φιλιππότης, 2003

χέρια. Ο λόγος της είναι απλός αλλά λυρικός, με περιγραφές συναισθηματικά φορτισμένες από την αλήθεια που κρύβουν, ενώ η συγγραφέας καταφέρνει να ψυχογραφεί με μαεστρία τους χαρακτήρες που πλάθει. Στο βιβλίο της «Τα ραντεβού με τη Σιμόνη» παρακολουθούμε τις επισκέψεις μιας καταξιωμένης ηθοποιού του θεάτρου στην ψυχαναλύτριά της, κατά τις οποίες προσπαθεί να επιστρέψει στο -όχι και τόσο λησμονημένο- παρελθόν της και στις παιδικές της αναμνήσεις. Η αφήγηση εστιάζει στη σχέση ανάμεσα στην πρωταγωνίστρια και την μητέρα της, καθώς και στον μετέπειτα αντίκτυπο της σχέσης αυτής. Ένα πολύ καλό βιβλίο, που παρόλο που διάβασα με ευχαρίστηση δεν κατάφερε να φτάσει την αγάπη που έχω για ορισμένα από τα άλλα έργα της.

 

Συνεχίζοντας, τον Νοέμβριο του ’19 κατάφερα -επιτέλους- να διαβάσω ένα βιβλίο που ήθελα να αποκτήσω για πολύ πολύ καιρό. Αναφέρομαι στην πολυδιαβασμένη και πολυαγαπημένη «Μικρά Αγγλία» της Ιωάννας Καρυστιάνη, που έχει μεταφερθεί και σαν ταινία στη μεγάλη οθόνη. Είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο που μεταφέρει τον αναγνώστη στην Άνδρο κατά την εικοσαετία 1930-1950, σκιαγραφώντας με μαεστρία το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής.

20200114_013914.jpg

Ιωάννα Καρυστιάνη, Μικρά Αγγλία, Εκδόσεις Καστανιώτη (Συλλεκτική Έκδοση), 2018

Στο επίκεντρο της ιστορίας η Όρσα Σαλταφέρου και ο έρωτάς της για τον ναυτικό Σπύρο Μαλταμπέ, ο οποίος παραμένει άσβεστος παρά το πέρας των χρόνων, και τον οποίο η πρωταγωνίστρια παλεύει να διατηρήσει στην αφάνεια.

Μου άρεσε ιδιαιτέρως το ύφος του κειμένου, το οποίο διαπνέεται από δραματικές εντάσεις, αλλά και ο λόγος της συγγραφέως, ο οποίος συνταιριάζει αργεντίνικες φράσεις με την τοπική διάλεκτο της Άνδρου, οδηγώντας σε ένα λυρικό αποτέλεσμα. Είναι διαφορετικό, σπαραχτικό, υπέροχο. Επίσης η ταινία κατάφερε να αποτυπώσει ακριβώς τα συναισθήματα των ηρώων του βιβλίου, ενώ μερικές προσθήκες που παρατήρησα την έκαναν ακόμα καλύτερη.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα το νέο έτος είναι το «Frankenstein» της Mary Shalley. Το έργο Frankestein -ή αλλιώς «Σύγχρονος Προμηθέας»- είναι μια γοτθική-ρομαντική νουβέλα που εκδόθηκε το 1818 πρώτη φορά, γραμμένο από την μόλις 20 ετών τότε συγγραφέα. Στην αρχή οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν κατάφερε να με κερδίσει όπως πίστευα, όμως όσο προχωρούσε η πλοκή δεν μπορούσα να το αφήσω κάτω. Νομίζω ότι ακόμα πιο ιδιαίτερο το κάνει η χρονική στιγμή κατά την οποία γράφτηκε, μια χρονική στιγμή κατά την οποία δεν υπήρχε τίποτε άλλο που να του μοιάζει -ήταν μια πρωτοτυπία.

20200107_205854-01_resized.jpeg

Η πλοκή αφορά την ζωή του νεαρού φοιτητή ανατομίας και χειρουργικής Βίκτορ Φρανκενστάιν, ο οποίος καταφέρνει να ανακαλύψει μέσω της μελέτης της αλχημείας πώς να δώσει ζωή σε άψυχη ύλη, δημιουργώντας ένα πλάσμα δίχως όνομα, ένα δημιούργημα που δεν μοιάζει εξωτερικά με τον υπόλοιπο ανθρώπινο πληθυσμό, όμως έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το τι συμβαίνει αναφορικά με τον εσωτερικό του κόσμο: τι νιώθει, τι πιστεύει, τι ποθεί, τι φοβάται; Η συζήτηση που μπορεί να γίνει γύρω από την θεματολογία του μυθιστορήματος είναι τεράστια, δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ανάλογα και με τον εκάστοτε αναγνώστη, το έργο επιδέχεται πολυάριθμες αναγνώσεις. Ένα κλασικό αριστούργημα, ειλικρινά.

Τέλος, το τελευταίο έργο που έχω διαβάσει μέχρι στιγμής είναι το «Normal People» της Sally Rooney. Το συγκεκριμένο βιβλίο το έβλεπα όλη τη χρονιά στις λίστες με τα must-read και μου είχε κινήσει την περιέργεια. Η συγγραφέας είναι νεαρή και ο λόγος της κυλάει φυσικός, απλός, λιτός, ρεαλιστικός. Το βιβλίο της το διάβασα στα αγγλικά, καθώς -αν δεν κάνω λάθος- δεν έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά ακόμα. Για να είμαι ειλικρινής, μου άρεσε τόσο πολύ το ύφος της που δεν ξέρω αν θα καταφέρει να αποδοθεί με τον ίδιο τόνο σε κάποια άλλη γλώσσα.

Το έργο αυτό ακολουθεί την περίπλοκη σχέση δυο νέων, του Connell και της Marianne, από τα τελευταία σχολικά τους χρόνια έως και τα φοιτητικά τους χρόνια, κατά τα οποία βρίσκονται στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Στην αρχή του βιβλίου ο χαρακτήρας του Connell είναι ο κοινωνικός και αγαπητός στο σχολείο, ενώ η Marianne μένει στην αφάνεια και θεωρείται διαφορετική και περίεργη, με αποτέλεσμα ο Connell να ντρέπεται να μιλήσει για τη σχέση τους στους φίλους του και να την κρατάει κρυφή. Τα πράγματα στο Πανεπιστήμιο αλλάζουν, αφού ο Connell πλέον είναι αυτός που δυσκολεύεται να κοινωνικοποιηθεί, την ίδια στιγμή που η Marianne έχει δημιουργήσει πολλές νέες φιλίες, και έχει γίνει κοινωνική. Καθώς περνούν τα χρόνια η σχέση τους περνάει από διάφορες δυσκολίες και στάδια, όμως ο δεσμός που τους ενώνει μοιάζει άρρηκτος σε κάθε εξωτερική μεταβολή, ενώ τους δίνει δύναμη προκειμένου να αντιμετωπίζουν τις ανασφάλειες που έχουν και τα τραύματα που κουβαλούν. Η απλότητα με την οποία δίνονται βαθιά συναισθήματα με κέρδισε και με έκανε να θέλω άμεσα να διαβάσω και άλλα έργα της Sally Rooney. Το συγκεκριμένο, πάντως, με ενθουσίασε.

 

20200108_111750-01_resized.jpeg

Sally Rooney, Normal People, Faber & Faber, 2018

Χαρμάνι Βιβλίων ν.9 – Fahrenheit 451, Ray Bradbury

Το έργο Fahrenheit 451 του Ray Bradbury είναι δίχως αμφιβολία από τα πιο δυνατά, τα πιο αφυπνιστικά βιβλία που έχω διαβάσει. Μου θύμισε και ορισμένες σειρές που έχω παρακολουθήσει, γεγονός που μου επέτρεψε να κάνω νοητές συνδέσεις μεταξύ τους και να βρω ορισμένες πιθανές -κατ’ εμέ- τομές στον ρου της ιστορίας τους.

Για να ρίξουμε όμως πρώτα μια πιο κοντινή ματιά στο ίδιο το βιβλίο. Το έργο χωρίζεται σε 3 μέρη και ο αφηγητής από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ο Montag, μέσα από τα μάτια του οποίου βλέπουμε τον κόσμο γύρω του και μέσα από τις σκέψεις του ακολουθούμε την προσωπική του ανάπτυξη ανά τις σελίδες. Ο Montag, λοιπόν, είναι ένας «fireman» σύμφωνα με την αγγλική έκδοση του βιβλίου -την οποία και προτίμησα-. Στα ελληνικά δεν θα τον λέγαμε πάντως «πυροσβέστη», και αυτό διότι στον κόσμο του βιβλίου οι πυροσβέστες δεν σβήνουν τις φωτιές, αλλά αντιθέτως τις ανάβουν. Η ελληνική λέξη, όμως, ετυμολογικά περιέχει το ρήμα «σβήνω» (πυροσβέστης < πυρ + -σβέστης (< αρχαία ελληνική σβέννυμι = σβήνω, εξαλείφω)), σε αντίθεση με το αγγλικό «fireman» που θα μπορούσε να αποδοθεί και ως «άνθρωπος της φωτιάς» (τουλάχιστον σε δική μου ελεύθερη μετάφραση), γεγονός που τονίζει την αμφίσημη σημασία της λέξης στην αγγλική γλώσσα και δημιουργεί ένα κάποιο λογοπαίγνιο. Και φυσικά οι firemen του έργου καίνε -τι άλλο- βιβλία. Ό,τι έχει σελίδες και λέξεις, ό,τι περιέχει μέσα χαρακτήρες πλαστούς και ανύπαρκτους που, όπως υποστηρίζουν οι firemen, μπορεί να οδηγήσει ένα σώο άνθρωπο στην παράνοια και στην πλάνη αφότου το διαβάσει, και άρα οφείλει να καταστραφεί ολοσχερώς ώστε να μην τεθεί η γενική ευημερία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου σε κίνδυνο. Όλα στο βωμό της χαράς, με τα άτομα αυτής της κοινωνίας να προτιμούν να ζουν επιφανειακά, δίχως βαθιά συναισθήματα, δίχως βαθύτερες σκέψεις, αποφεύγοντας οτιδήποτε ενδέχεται να τους βγάλει από αυτή την πλαστή φούσκα ευτυχίας, και να τους κάνει έστω και για λίγο δυστυχισμένους.

Μια ενδεχόμενη μελλοντική δυστοπία, αυτό είναι ουσιαστικά ο κόσμος του Fahrenheit 451, ένας κόσμος που το φαίνεσθαι υπερτερεί του είναι, που το πρόσκαιρο -έστω και αβέβαιο, έστω και κίβδηλο, κυβερνάει. Οι άνθρωποι είναι τελείως παθητικοί, άβουλα όντα που δεν αναλογίζονται τίποτε, που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε πέραν της καθημερινής σειράς που παρακολουθούν. Ένας εφιάλτης δίχως τέλος αποτυπώνεται τελικά στις σελίδες του έργου. Αυτό που βλέπουμε/ακούμε/διαβάζουμε και ψιθυρίζουμε «μακρυά από εμάς». Αρκεί να σκεφτούμε λίγο παραπάνω όσα γράφουν οι σελίδες για να καταλάβουμε ότι τελικά δεν είναι και τόσο μακρυά από εμάς. Τελικά είναι τόσο δίπλα μας που κοντεύουμε να τ΄αγγίξουμε.

Τι κρίμα.

Τι γίνεται, όμως, όταν ένας άνθρωπος διαφοροποιείται; Όταν αρχίζει να κατανοεί το λάθος, να το αναγνωρίζει και να φλέγεται μέσα του από οργή και απόγνωση; Πόσο μακρυά μπορεί να φτάσει μια φωνή;

Στο σημείο αυτό θέλω να σταθώ και σε δυο χαρακτηριστικά του έργου που μου κίνησαν το ενδιαφέρον:

Α) Τι υπέροχος, γρήγορος, μελωδικός, μοναδικός ο ρυθμός του έργου. Οι λέξεις μιλούσαν και συνάμα τραγουδούσαν. Πολύ ξεχωριστός ο τρόπος γραφής, ακριβής και καθόλου φλύαρος, μάλλον λακωνικός. Δεν υπήρχαν πομπώδεις λέξεις, βαρυσήμαντες εκφράσεις και εξαντλητικές περιγραφές. Μόνο μια ωμή πραγματικότητα γεμάτη φρίκη, που και μόνο η αποτύπωσή της αρκεί να κρατήσει κάθε αναγνώστη καθηλωμένο στην θέση του, ανίκανο να αφήσει κάτω το βιβλίο. Πολύ πολύ ιδιαίτερο και πολύ πολύ ωραίο.

Β) Μου άρεσαν πολύ οι αναφορές σε άλλα έργα. Οι αναφορές στα βιβλία που καίγονταν ή στα βιβλία που κρύβονταν. Πιστεύω ότι κάθε βιβλιοφάγος που θα το διαβάσει θα έχει τις ίδιες αντιδράσεις με εμένα όταν διαβάζει για τα βιβλία του Κάφκα, για τον Μόμπι Ντικ, για τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ. Ένα βιβλίο που μιλάει για βιβλία, τι καλύτερο.

Α! Και όσον αφορά τις σειρές που έχω παρακολουθήσει και που μου θύμισε, αναφέρομαι στο «The Handmaid’s Tale», στην οποία απαγορεύεται ρητά στις γυναίκες η ανάγνωση βιβλίων, αλλά και η συγγραφή, και στο «The Black Mirror», με επεισόδια που επίσης αναφέρονται σε πιθανές μελλοντικές δυστοπίες, με την τεχνολογία σε πλείστες περιπτώσεις, μέσα από την εσφαλμένη της χρήση, να οδηγεί σε εφιαλτικές καταστάσεις.

Δεν θέλω να πω τίποτα περισσότερο φοβούμενη μην μου ξεφύγουν spoilers, καθώς είναι ένα βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε και να σχηματίσετε την δική σας άποψη, ανεπηρέαστοι.

Προσωπικά, κατάφερε να αποτελέσει ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Και αν αυτό δεν ακούγεται πολύ ξεχωριστό, θέλω να προσθέσω ότι είναι ένα από τα βιβλία που θα διάβαζα ξανά και ξανά και ξανά. Και σε καμία περίπτωση δεν συνηθίζω να ξαναδιαβάζω βιβλία.

Εξαιρετικό, απλά.

Αφήνω εδώ και μερικά από τα αποσπάσματα που ξεχώρισα, για να πάρετε μια γεύση:

 

“We need not to be let alone. We need to be really bothered once in a while. How long is it since you were really bothered? About something important, about something real?”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“Why is it,» he said, one time, at the subway entrance, «I feel I’ve known you so many years?»
«Because I like you,» she said, «and I don’t want anything from you.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“Stuff your eyes with wonder, he said, live as if you’d drop dead in ten seconds. See the world. It’s more fantastic than any dream made or paid for in factories.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“It doesn’t matter what you do…so long as you change something from the way it was before you touched it into something that’s like you after you take your hands away.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

20190517_123151-01

Χαρμάνι Βιβλίων ν.8 – Λεμονοδάσος, Κοσμάς Πολίτης

Αχ και βαχ.

Μόλις πριν λίγα λεπτά γύρισα και την τελευταία σελίδα, και νιώθω ένας βάρος στο στέρνο μου. Τι υπέροχο βιβλίο ήταν αυτό. Τι λιτό, ειλικρινές, διαφορετικό βιβλίο ήταν αυτό. Παρ’ όλο που έχω ασχοληθεί ανά καιρούς με τον Κοσμά Πολίτη, την βιογραφία και το συγγραφικό του έργο -τόσο στα πλαίσια της σχολής, όσο και από προσωπική επιθυμία (βλ. και αυτό εδώ το άρθρο μου)-, πρώτη φορά διάβασα δικό του βιβλίο. Προτίμησα, μάλιστα, η πρώτη μου επαφή με το έργο του να είναι με το πρώτο βιβλίο που έγραψε και ο ίδιος -δεν φταίω εγώ, έπρεπε να γίνει έτσι, η οργανωτική μανία μου το επέβαλε.

Δεν ήξερα τι να περιμένω ακριβώς, άλλωστε από σκόρπια αποσπάσματα κειμένων πώς θα μπορούσα να σχηματίσω κάποια ολοκληρωμένη άποψη, αλλά μπορώ να πω ότι το Λεμονοδάσος ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου, χωρίς καμία υπερβολή.

Πάμε λίγο όμως στα του βιβλίου, για περισσότερες λεπτομέρειες:

Υπάρχουν διάφοροι ήρωες στο βιβλίο, με δυο πρωταγωνιστές που ξεχωρίζουν: η Βίργκω και ο Παύλος. Όλη η ιστορία -πλην των τελευταίων 4 σελίδων- μας δίνεται από την οπτική του αφηγητή μας Παύλου Αποστόλου, μέσα από την χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, γεγονός που μας βοηθάει να εστιάσουμε στον ψυχισμό του, έχοντας πρόσβαση σ’ όλες τις σκέψεις του, ακόμα και τις πιο βαθιές. Ο δραματικός ενεστώτας του έργου εντείνει την αίσθηση αυτή, ότι και εμείς οι ίδιοι ζούμε ό, τι και ο πρωταγωνιστής, καθώς μας εμπλέκει συναισθηματικά στα δρώμενα που εξιστορούνται.

DSC_2176-01

Οι περιγραφές ήταν πολύ παραστατικές, με πληθώρα οπτικών και οσφρητικών εικόνων, με την δεύτερη κατηγορία να με εκπλήσσει περισσότερο για την ακρίβειά της. Μπορείς να μυρίσεις τις ανθισμένες λεμονιές, την αλμύρα της θάλασσας, τις φθινοπωρινές νύχτες στην Αθήνα.

Αυτό που μου έμεινε από το βιβλίο κατά κύριο λόγο είναι -τι άλλο- ο έρωτας ανάμεσα στους δυο κεντρικούς ήρωες. Ένας έρωτας τόσο διαφορετικός από αυτόν που συνήθως συναντάει κανείς στις μέρες μας. Ένας έρωτας αλλιώτικος, που αποπνέει άλλη εποχή, άλλες συνήθειες, άλλες προσεγγίσεις. Ο πληθυντικός ευγενείας, τα ελαφριά αγγίγματα που κάνουν το κορμί να αναριγεί, τα πρώτα σκιρτήματα της καρδιάς και η αδυναμία να ελέγξει κανείς τις σκέψεις του. Η απόλυτη παράδοση του νου σε έναν άλλο, που τρυπώνει μέχρι και στα όνειρά σου, δίχως να έχεις την δύναμη να τον διώξεις. Και, έτσι απλά, μένει εκεί. Βλέπουμε τον πόθο, τον πόνο που νιώθει ένα σώμα όταν μένει μακρυά από ένα άλλο -καλύτερα, από εκείνο το συγκεκριμένο άλλο-, την ζήλια, την ανυπομονησία, τις αμφιβολίες, τον φόβο για το μετά -για το μέλλον με εκείνον τον άλλο, αλλά και για το μέλλον χωρίς εκείνον-, τις αποφάσεις.

Το σκηνικό της όλης ιστορίας μοιράζεται ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πόρο, μεταφέροντας τον αναγνώστη από την μεγαλούπολη στην επαρχία, από την φασαρία στην γαλήνη. Και το Λεμονοδάσος, όπως αναφέρεται στον τίτλο, είναι ένα δάσος που βρίσκεται απέναντι από τον Πόρο, μυρωδάτο και εξωτικό. Ένα πρόσφατο ταξίδι που πραγματοποίησα στον Πόρο μόλις πέρυσι σίγουρα συνέβαλε στην εντύπωση που μου δημιούργησε το βιβλίο, καθώς ακολουθούσα νοερά την διαδρομή από τον Γαλατά προς τον Πόρο με το καραβάκι, και εν συνεχεία τις βόλτες στο πανέμορφο νησί.

Να και ένα ωραίο ταίριασμα, λοιπόν: μια εξόρμηση στον Πόρο παρέα με το Λεμονοδάσος του Πολίτη, Και μετά μια βόλτα στο ίδιο το Λεμονοδάσος. Τι καλύτερο! DSC_2195-01

Φυσικά δεν γίνεται να μην αναφέρω και την συνύπαρξη δυο διαφορετικών κόσμων στα κεφάλαια του έργου: το παρόν του συγγραφέα και του αφηγητή στην Αθήνα, και το παρελθόν της αρχαίας Ελλάδας, με όλη της την αίγλη. Πολυάριθμες οι αναφορές σε τόπους αρχαιολογικής σημασίας, και ακόμη περισσότερες οι αναφορές στους θεούς της αρχαίας Ελλάδας, την λατρεία τους και τους μύθους που γνωρίζουμε σχετικά.

Όσον αφορά το τέλος του βιβλίου, θέλω να το μοιραστώ τόσο πολύ που κοντεύω να σκάσω, αλλά δεν πρέπει. Εγώ έμεινα να κοιτάω το ταβάνι προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου προκάλεσε, και νομίζω πως είναι καλύτερα να κλείσω αυτό το άρθρο δίχως να αποκαλύψω κάτι περαιτέρω. Μην χαθεί και η μαγεία του, στην τελική.

-Πόσο πολύ μου άρεσε. Αλήθεια.-

 

Ορίστε και ορισμένα αποσπάσματα που ξεχώρισα διαβάζοντάς το:

<<- Και αν τύχει ν’ ανταμώσει κανένας τη γυναίκα που του προορίστηκε;
– Πέρασε από κοντά της δίχως να σταθείς, κάνε τον καραγκιόζη. Παράτα τ’ όνειρό σου πριν καταντήσει εφιάλτης.>>

<<Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να γράφω κάθε τι που νιώθω μέσα στην ψυχή. Τι άλλο απομένει πια να γράψω; Ας γεμίσω τα φύλλα του χαρτιού, λοιπόν, με τ’ όνομά σου: Βίργκω, Βίργκω, Βίργκω, Βίργκω…>>

<<Είν’ αλήθεια όμως; Θα προτιμούσα να γίνω βασιλιάς; Δισεκατομμυριούχος; Δοξασμένος, ξακουστός σ’ όλο τον κόσμο; 
Ναι, ίσως. Κι έπειτα; Έπειτα θ’ ανέβαινα σε ένα ψηλό βουνό να διαλαλήσω: «Ναι, όλ’ αυτά καλά, μα δεν ξέρετε όλη μου την ευτυχία: η Βίργκω είναι δική μου.»>>

<<Τώρα πια είν’ αργά. Τέλειωσαν όλα. Να φύγω… να φύγω… να φύγω…>>

Διαβάστε το, οπωσδήποτε! 

 

20190414_191056-01

Χαρμάνι Βιβλίων ν.7 – Ο Αόρατος Άνθρωπος, H.G. Wells

Κοίταζα τα παλαιότερα άρθρα της στήλης «Χαρμάνι Βιβλίων» και παρατήρησα ότι σπάνια διαβάζω ένα βιβλίο που δεν μου αρέσει. Ίσως φταίει που τις περισσότερες φορές επιλέγω αρκετά προσεκτικά το επόμενό μου ανάγνωσμα, έχοντας μια προτίμηση σε κλασικά και καταξιωμένα έργα που δύσκολα θα απογοήτευαν τον οποιοδήποτε αναγνώστη. Μερικές, όμως, φορές, απλά μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο και διαλέγω ένα βιβλίο στην τύχη, κατά κάποιο τρόπο. Τις φορές αυτές με τραβάνε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του. Με άλλα λόγια στέκομαι στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο, με τις όποιες εντυπώσεις μου προξενήσουν και τις όποιες πληροφορίες μου δώσουν σχετικά με το περιεχόμενο. Χωρίς φυσικά να θεωρώ ότι το εξώφυλλο πρέπει να είναι καθοριστικός παράγοντας για την αγορά ενός βιβλίου -τουναντίον.

Θυμάμαι, μάλιστα, μια ιδέα που είχα βρει εξαιρετική κάπου στο διαδίκτυο. Έλεγε «Blind Date with a Book», και είχε βιβλία μέσα σε περιτύλιγμα, με λίγες λέξεις που τα περιέγραφαν γραμμένες πάνω στο χαρτί, ώστε να μην είναι το εξώφυλλο αυτό που θα τραβήξει τον αναγνώστη, αλλά το ίδιο το εσωτερικό του βιβλίου. Το λάτρεψα. Πολύ θα ήθελα και εγώ να βρεθώ δίπλα σε μια στοίβα αντίστοιχων βιβλίων, και να βρω το perfect match μου.

Το τελευταίο βιβλίο που επέλεξα με βάση το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο ονομάζεται «Ο Αόρατος Άνθρωπος» του H.G. Wells, το οποίο μάλιστα βρήκα και σε πολύ καλή τιμή. Ήθελα κάτι καινούριο, μου τράβηξε την προσοχή, είχε ωραίο εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, ενδιαφέροντα τίτλο -ε, και το αγόρασα.

Πάμε τώρα λίγο στο ίδιο το βιβλίο και τις εντυπώσεις που μου άφησε:

Αρχικά, όσον αφορά την ιστορία του έργου, ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Γκρίφιν, και είναι ένας εξαιρετικά ευφυής φοιτητής Χημείας, ο οποίος καταλήγει να ανακαλύψει την μυστική φόρμουλα που κάνει αντικείμενα και άτομα αόρατα, και τελικά κάνει αόρατο τον ίδιο του τον εαυτό. Οι συνέπειες όμως αυτής της απόφασης είναι ποικίλες, και ο ίδιος ο ήρωας γίνεται όλο και πιο νευρώδης, όλο και πιο βίαιος, καθώς αδυνατεί να συνυπάρξει με τους υπόλοιπους -ορατούς- ανθρώπους γύρω του. Το αποκορύφωμα έρχεται προς το τέλος του βιβλίου, όπου πλέον ο Γκρίφιν έχει καταλάβει την δύναμη που του δίνει το γεγονός ότι είναι αόρατος, και ψάχνει τρόπους να την αξιοποιήσει όπως μπορεί, με γνώμονα το δικό του προσωπικό όφελος, αποκλειστικά.

Προφανώς και μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα η σκέψη μιας ιδιοφυΐας που κατόρθωσε να βρει την μυστική συνταγή που κάνει τον κόσμο αόρατο. Προφανώς και με κέντρισε ένας ήρωας που τελικά έγινε ο ίδιος αόρατος, και μας παίρνει μαζί του σε όσα βιώνει, σε όσα εκείνος μπορεί και βλέπει, την ίδια στιγμή που εκείνον δεν τον κοιτά κανείς. Προφανώς, επομένως, και είχα πολύ -μα πολύ όμως- υψηλές προσδοκίες για το μυθιστόρημα αυτό.

Δεν θα πω ότι δεν μου άρεσε, γιατί αυτό θα ήταν ανειλικρινές. Θα πω ότι μου άρεσε λιγότερο από άλλα βιβλία. Ούτως ή άλλως πιστεύω ότι κάθε λογοτεχνικό έργο έχει κάτι να μας δώσει, ένα μικρό κομμάτι του το κρατάμε και το ενσωματώνουμε στην προσωπικότητά μας, στις ιδέες, τις σκέψεις και τις απόψεις μας. Όμως ήθελα να πάει «λίγο παραπέρα» το όλο μυθιστόρημα. Νιώθω ότι μια τόσο έξυπνη και διαφορετική ιστορία είχε τεράστιες προοπτικές, και τελικά περιορίστηκε σε μια πιο επιφανειακή εξιστόρηση και σκιαγράφηση του κεντρικού ήρωα. Δεν δίνονται πολλές λεπτομέρειες ούτε για τον ίδιο, ούτε και για οποιονδήποτε άλλο ήρωα, ενώ οι περιγραφές είναι κάπως λιτές, με την αφήγηση να κυλάει αρκετά γρήγορα, κρατώντας τον αναγνώστη σε εγρήγορση για το τι μπορεί να συμβεί μετά. Ήθελα λίγο περισσότερο βάθος, με λίγα λόγια. Δίχως, φυσικά, αυτό να αναιρεί τα θετικά στοιχεία του βιβλίου.

Αυτό που γυρνάει στο μυαλό του αναγνώστη είναι «τι θα έκανα εγώ αν ήμουν αόρατος, αν πέρναγα δίπλα από άτομα χωρίς να με βλέπουν, αν έμενα μέσα στα σπίτια τους, αν άκουγα τις προσωπικές τους συζητήσεις, αν, αν αν.» Στην περίπτωση του Γκρίφιν, προτίμησε να κλέβει χρήματα όποτε ήθελε, να βιαιοπραγεί εναντίον όποιου τον εκνεύριζε, να δοκιμάζει τον εμπρησμό,  και να φτάνει -τελικά- ακόμα και στον φόνο. Δεν θα λέγαμε, τέλος πάντων, ότι είναι ένας φιλειρηνικός ήρωας, με αλτρουιστικά συναισθήματα, ο οποίος σκέφτεται να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του για το γενικό καλό. Αυτό, όμως, είναι  που τελικά με έβαλε σε σκέψεις αφότου γύρισα και την τελευταία σελίδα. Οι επιλογές που έκανε και οι βλέψεις που είχε.

Επομένως, αν στόχος του έργου είναι να προβληματίσει, τότε σίγουρα τα καταφέρνει. Και παρά τις ενστάσεις μου σε ορισμένα σημεία, παραμένει ένα μυθιστόρημα με ένα πολύ ιδιαίτερο και διαφορετικό θεματικό κέντρο, που σίγουρα μας τραβάει όλους να το εξερευνήσουμε.

«Oh! – disillusionment again. I thought my troubles were over. Practically I thought I had impunity to do whatever I chose, everything – save to give away my secret. So I thought. Whatever I did, whatever the consequences might be, was nothing to me. I had merely to fling aside my garments and vanish. No person could hold me.» – H.G. Wells, The Invisible Man

 

IMG_20190309_115908_496.jpg

Dies et Verba: Κοσμάς Πολίτης

Σαν σήμερα, στις 23 Φεβρουαρίου του 1974 έφυγε από την ζωή ο Κοσμάς Πολίτης, ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της γενιάς του ’30 ειδικότερα, και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα.  Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμας πολιτης

Κοσμάς Πολίτης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που επέλεξε ο Παρασκευάς Ταβελούδης για να τον συντροφεύει στο συγγραφικό του ταξίδι. Γόνος του έμπορου Λεωνίδα από την Μυτιλήνη και της Καλλιόπης από το Αϊβαλί, δεν έζησε το ίδιο ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια με άλλους συνομήλικους του,  τόσο εξαιτίας του αυταρχισμού που χαρακτήριζε τον πατέρα του, όσο και της φιλάσθενης μητέρας του, η οποία πέθανε όταν εκείνος ήταν 12 ετών. Έκτοτε, την ανατροφή του ανέλαβαν από κοινού μια Γαλλίδα δασκάλα και η κατά 18 χρόνια μεγαλύτερη αδερφή του, Μαρία. Φοίτησε στη Ευαγγελική Σχολή, καθώς και στο Αμερικανικό Κολέγιο Σμύρνης, εγκαταλείποντας όμως τις σπουδές του. Στα 17 του ξεκίνησε να εργάζεται στην Τράπεζα Ανατολής και έπειτα στη Βίνερ Μπανκ της Σμύρνης.

Σταθμός στη ζωή του αποτέλεσε η γνωριμία του με την αριστοκράτισσα αυστροουγγρικής καταγωγής Κλάρα Κρέσπι, η οποία οδήγησε σε έναν αμοιβαίο και κεραυνοβόλο έρωτα, και εν τέλει σε γάμο. Μαζί απέκτησαν και μια κόρη, την Φοίβη.  Μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, έφυγαν αρχικά για το Παρίσι, έπειτα για το Λονδίνο, και το 1924 έφτασαν στην Αθήνα, όπου ο Κοσμάς Πολίτης έγινε υποδιευθυντής Τράπεζας.

Το 1930 εμφανίζεται το Λεμονοδάσος, το πρώτο βιβλίο του Κοσμά Πολίτη. Το Λεμονοδάσος εντυπωσιάζει και γοητεύει την λογοτεχνική κοινότητα, τόσο λόγω της παρουσίας εντός του μιας Ελλάδας λαμπερής και μαγευτικής, που σφύζει από ζωή, όσο και λόγω της επιλογής του συγγραφέα να μην διαφημίσει το έργο του ούτε πριν, ούτε μετά την έκδοσή του, κερδίζοντας με την αξία του και μόνο μια σημαντική θέση ανάμεσα στους σύγχρονους συγγραφείς της χώρας. Ορισμένα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός έρωτα δύσκολου, και μάλιστα σε οριστική ενεστώτα, γεγονός που συμβάλει στην συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη, ενώ στον θεματικό του άξονα βρίσκεται και η υπαρξιακή δυσφορία.

Λίγο αργότερα, το 1933, ο Κοσμάς Πολίτης κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, την Εκάτη, το οποίο πέρα από θετικές, έλαβε και αρνητικές κριτικές. Στο έργο αυτό η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και ο αναγνώστης παρακολουθεί τα δρώμενα μέσα από την ματιά του ήρωα, ο οποίος αποτελεί τον αποκλειστικό φορέα πληροφόρησης, και ο οποίος με έναυσμα το ερωτικό πάθος που αισθάνεται, καταλήγει να αναζητήσει την αυθεντικότητά του.

Σχετική εικόναΤο 1934 η εμφάνιση μιας γυναίκας στη ζωή του τον οδήγησε να εγκαταλείψει την σύζυγο και την κόρη του, από τις οποίες απομακρύνθηκε για πολλά χρόνια, και να μετατεθεί στην Πάτρα, όπου και έγραψε την Eroica (1938).  Στο έργο αυτό, ένας ώριμος αφηγητής εξιστορεί τα κατορθώματα μιας παρέας εφήβων μέσα υπό το πρίσμα του νεότερου εαυτού του, και τον τρόπο που αυτοί βιώνουν τον έρωτα αλλά και τον θάνατο, αφήνοντας στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εφηβείας, εκείνης της χρονικής στιγμής ανάμεσα στον κόσμο των μικρών, και στον κόσμο των μεγάλων.

Το 1942 έφυγε από την ζωή η κόρη του, γεγονός που τον συντάραξε, καθώς θεωρούσε ότι εάν δεν είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, εκείνη θα ζούσε ακόμα. Επέστρεψε τότε στην γυναίκα του, και ο δεσμός ανάμεσά τους έγινε πολύ στενός. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε και άλλα αξιόλογα έργα, όπως την Τζούλια (1943), Το Γύρι (1945), την Κορομηλιά (1946), το Στου Χατζηφράγκου (1962) κ.α.

Ήταν ένας πολυγραφότατος λογοτέχνης, με έργα που έγιναν δεκτά από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό με πλήθος επαίνων, τα οποία αγαπήθηκαν και τότε, αλλά και τώρα, χαρίζοντας στον συγγραφέα δικαίως μια θέση ανάμεσα στις εξέχουσες προσωπικότητες της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Και, για το κλείσιμο, ένα απόφθεγμα από το Λεμονοδάσος που ξεχώρισα.

Το λογικό κι ο έρωτας ποτέ τους δεν ταιριάξαν. 

Κοσμάς Πολίτης, Λεμονοδάσος 

Και ένα απόσπασμα από την Πάροδο του έργου Στου Χατζηφράγκου.

Kαλώς τονε… Tι; Συγγραφέας; Δηλαδή; A; γράφεις βιβλία. Xάρηκα πολύ. Tους έχω σε μεγάλη υπόληψη αυτούς που γράφουνε βιβλία-μιλάω σοβαρά. Kάτσε, λοιπόν. Nα, σ’ εκείνο το πεζούλι, δεν περισσεύει άλλη καρέγλα… Όμορφα είν’ εδώ; Σαν εξοχή; Δηλαδή το ανοιχτό γκερίζι που τρέχει ανάμεσα στην ξεραΐλα και τραβάει για κάτω; Άκουσε παληκάρι μου, για ν’ αγαπιόμαστε, καλύτερα να παρατήσομε το κογιονάρισμα: και τη δικιά μου υπόληψη για τα βιβλία, και τα δικά σου παινέματα για το ρημάδι μου. Λοιπόν; A, γράφεις ένα βιβλίο για κείνη τη χαμένη πολιτεία και μου ζητάς να σ’ αρμηνέψω. Άκουσε. Πάνε από τότε κάπου σαράντα χρόνια, σωστά σαράντα χρόνια. Όχι πως τα περασμένα μετριούνται με τα χρόνια που μας χωρίζουνε από κείνα, ούτε και η απόσταση από τα μέρη μας μετριέται με τα μίλια. Για τον έναν, είναι και τα δυο τόσο μακρυά, σα να μην υπήρξανε ποτέ. O άλλος, τα ‘χει πάντα μπροστά του ζωντάνα, λες κ’ είναι τούτη η ώρα. Aνάλογα με το αίσθημά μας είναι και τα δυο.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου

 

Αποτέλεσμα εικόνας για forest gif

Εκείνοι

Πόσο με τρομάζουν, αλήθεια,
οι εκείνοι.
Δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν,
λες κι όλα τα επίθετα του κόσμου
τους πέφτουν είτε πολύ μεγάλα,
είτε εξαιρετικά μικρά.
Μένουν στο σχεδόν,
αγκαλιάζουν το περίπου.
Εκείνοι.
Οι σχεδόν αληθινοί,
οι σχεδόν ειλικρινείς,
οι σχεδόν άνθρωποι.
Τους βλέπω και κρύβομαι,
μην τύχει και συναντηθούν
ούτε οι ματιές μας.
Μην κατορθώσουν ν’ ακούσουν
το απόλυτο, το ειλικρινές,
και γίνουν τέρατα –
και γίνουν θεριά ανήμερα.
Φτύνουν λέξεις,
εκείνοι,
και τις φωνάζουν για χρυσό.
Ποθούν την σκουριά,
και την οσμή του σάπιου,
κι ας μιλάνε γι’ αλλαγή,
κι ας τάζουνε τ’ αλλιώτικο.
Είναι πονηροί και δόλιοι,
εκείνοι,
κι ας θυμίζουν τ’ όνειρο.
Πώς αλλιώς;
Αφού ‘ναι τυλιγμένοι
με το κίβδηλο κι το ψευδές –
άντε όμως να το καταλάβεις εσύ.
Τα χέρια τους γιομάτα είναι με άσσους,
μην τύχει και χάσουν.
Τι κι αν το παιχνίδι είναι στημένο;
Τη νίκη την χαίρονται εξίσου.
Εκείνοι.
Τι κι αν θυμάσαι εσύ;
Μονάχα ξεχνάνε,
εκείνοι.

Σχετική εικόνα

Χαρμάνι Βιβλίων ν.6 – Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα, Ρέα Γαλανάκη

Πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα», το οποίο μου προκάλεσε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων και με ταξίδεψε στο χωροχρόνο. Αποτέλεσμα εικόνας για ρέα γαλανάκη

Το έργο χωρίζεται σε δύο κύριους άξονες, οι οποίοι εναλλάσσονται ανά τα κεφάλαια, δυο ιστορίες διαφορετικές με μια πρώτη ματιά, που τελικά ίσως και να μοιράζονται περισσότερα κοινά από όσο δείχνουν. Η γραφή της Ρέας Γαλανάκη ταξιδεύει τον αναγνώστη από την ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης το 2000, μέχρι και ένα μακρινό παρελθόν, όμοιο με εκείνο των μύθων, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο ποίημα «Παλαιά και Νέα Διαθήκη» της Κρητικής Αναγέννησης, ανάμεσα στα τέλη του 15ου αιώνα και στις αρχές του 16ου. Η συγγραφέας υφαίνει με μαεστρία το δίπολο του παρόντος και του παρελθόντος, του τώρα και του τότε, του εδώ και του εκεί, θέλοντας να αναδείξει την άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον μύθο που έχουμε ακούσει ή διαβάσει και στην σύγχρονη ζωή που ζούμε, και κατά συνέπεια την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην λογοτεχνία και την πραγματικότητα.

Η αλλαγή της γραμματοσειράς ανάλογα με την κάθε μια από τις δυο ιστορίες μου κίνησε το ενδιαφέρον, αφού δεν κατάφεραν μόνο οι περιγραφές και η αφήγηση να με ταξιδέψουν, αλλά και η ίδια η μορφή των γραμμάτων και των λέξεων. Επίσης, μου άρεσε πολύ η επιλογή των ονομάτων των ηρώων, η οποία όχι μόνο συμβαδίζει με το αρχικό έμμετρο αναγεννησιακό ποίημα, στην περίπτωση της πρώτης ιστορίας, αλλά και αναδεικνύει βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων στην περίπτωση της δεύτερης ιστορίας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Αγγελικώ και την Φροσύνη. Μου άρεσε, επίσης, η βραχύτητα του κάθε κεφαλαίου, το οποίο δεν απλωνόταν σε δεκάδες σελίδες, βοηθώντας την ροή του έργου να κυλήσει γρήγορα, και εντείνοντας την δραματικότητά του.

Βέβαια, δεν γίνεται να μην αναφερθώ στην Κρήτη, τη γενέτειρα της συγγραφέα, η οποία αποτέλεσε τον χώρο στον οποίο εκτυλίσσονται και οι δυο ιστορίες, αν και σε διαφορετικό μεταξύ τους χρόνο. Το σκηνικό της ορεινής Κρήτης συμβάλει στην μυστηριακή παρουσίαση της ιστορίας, δίχως να προσδιορίζει εκείνο το χωριό το οποίο επισκέπτεται η πρωταγωνίστρια δασκάλα, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ούτε η ίδια μπορεί να θέσει με σιγουριά. Αυτή η ασάφεια ως προς την γεωγραφική του θέση επιτρέπει στον αναγνώστη να το φανταστεί όπως θέλει, δίχως να τον περιορίζει, αφού πολλά στοιχεία που αποδίδονται στο συγκεκριμένο χωριό θα μπορούσαν να συναντηθούν και σε άλλα κρητικά χωριά. Βέβαια, οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα βοηθούν περαιτέρω στην μεταφορά του αναγνώστη στην Κρήτη, αποτυπώνοντας φωνολογικά το κρητικό ιδίωμα, όπως έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει και σε ηθογραφικά διηγήματα, καθώς επίσης και η αναφορά στα ήθη και στα έθιμα του τόπου.

Η Ρέα Γαλανάκη καταφέρνει με αυτό το βιβλίο να ταξιδέψει τον αναγνώστη τόσο στο χώρο όσο και στον χρόνο, μέσα από μια αφήγηση που κυλάει φυσικά και αβίαστα, και με παραστατικές περιγραφές γραμμένες με δεξιοτεχνία, που μας παίρνουν από το χέρι και μας συντροφεύουν στην πανέμορφη Κρήτη.

 

«Ο μύθος δεν αγκιστρώνεται μόνο στα καταγεγραμμένα γεγονότα, ή σ’ αυτό που ονομάζεται ιστορία, μα έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στο κλειστό κουτί του χρόνου, να δανείζει ή να δανείζεται από άλλους μύθους, ακόμη και από απομακρυσμένα γεγονότα αλλάζοντας σαν δέντρο ανά εποχή.»

-Ρέα Γαλανάκη, Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα

 

thumbnail_20190205_144325-01-04

 

Η αυθύπαρκτη ελλειπτική ποίηση των «Στιγμών» του Κώστα Μόντη

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Μόντης η καρδιά μαςΔυστυχώς, ήρθα σε επαφή με τον ποιητή Κώστα Μόντη και τα ποιήματά του μόλις φέτος τον χειμώνα – τι μεγάλο κρίμα να μην έχω διαβάσει το λογοτεχνικό του έργο και πρωτύτερα! Μια ποίηση αφοπλιστική στην απλότητά και λακωνικότητά της, με λίγες λέξεις ή δυο – τρεις φράσεις να κρύβουν μέσα τους ολόκληρα νοήματα, συναισθήματα και ιδέες, να περικλείουν έναν ολάκερο κόσμο.

Ο Κώστας Μόντης (1914-2004) γεννήθηκε στην Αμμόχωστο της Κύπρου και υπήρξε, αδιαμφισβήτητα, εξέχουσα μορφή ανάμεσα στους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς. Όντας πολυγραφότατος, δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, αλλά και θεατρικά έργα, ενώ το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ, και όμως δεν έχει την ευρεία αναγνώριση που -καταφανώς- αξίζει ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό της εποχής μας, τόσο ο ίδιος, όσο και το έργο του.

Την ποιητική συλλογή «Στιγμές» -στην οποία θα αναφερθώ στο παρόν άρθρο- εξέδωσε το 1958. Η συλλογή περιελάμβανε ολιγόστιχα ποιήματα, σηματοδοτώντας την καινούρια του ποιητική πορεία (έχουν προηγηθεί ανάλαφρα ερωτικά τραγούδια, ποιήματα με απηχήσεις από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, καθώς και πειραματισμοί του Μόντη σχετικά με την σύγχρονη τεχνοτροπία), και αποτελώντας έναν σταθμό του ποιητικού του έργου. 

Αυτό που κάνει τις «Στιγμές» να ξεχωρίζουν ανάμεσα σε άλλες ποιητικές συλλογές είναι η μορφή τους. Μιλάμε, δηλαδή, για μια μορφή ελλειπτικής ποίησης, με ποιητικές μονάδες που, σύμφωνα με τον Παστελλά, δεν αποτελούν αποσπάσματα, ούτε είναι ανολοκλήρωτες, αλλά αντιθέτως είναι αυτοδύναμες και αυτοτελείς. Είναι αποτυπώσεις του φευγαλέου, το οποίο μπορεί να είναι ένα γεγονός, μια σκέψη, ένα συναίσθημα, με την ύπαρξη ποικίλων θεμάτων στον πυρήνα τους, από πολιτική, χιούμορ και ειρωνεία, μέχρι σχόλια για τον ίδιο του τον εαυτό και ψυχικές μεταπτώσεις, με μια μορφή που θυμίζει γνωμικά.

Πάντα υποστήριζα την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων και ποιημάτων που διαφέρουν μεταξύ τους ειδολογικά, θεματικά, μορφικά, την επαφή με λογοτεχνίες από κάθε πλευρά του κόσμου, και όχι μόνο τη δυτική, καθώς και την επαφή με συγγραφείς και ποιητές που ξεχωρίζουν από το σύνολο. Μόνο έτσι θα μπορέσει κανείς να αποκτήσει μια ολιστική εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής, βρίσκοντας κάτι καινούριο που τελικά του αρέσει, κατανοώντας καλύτερα τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και τον κόσμο γύρω του.

Άλλωστε, η μαγεία της λογοτεχνίας συνίσταται στην παρότρυνσή της να σταθούμε απέναντι από τον ίδιο μας τον εαυτό, με όλα τα λάθη και τα σωστά του, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, και να τον κοιτάξουμε κατάματα.

Έτσι ακριβώς και οι «Στιγμές» του Μόντη με εξέπληξαν χάρη στην απλότητα με την οποία διατύπωναν ζητήματα σύνθετα, σκέψεις δυσνόητες και αισθήματα που δύσκολα εκφράζονται με λέξεις, πόσο μάλλον λακωνικές. Ποιήματα με τέτοια ένταση, που μοιάζει λες και κάποιος γύρισε τον δείκτη του κατευθείαν προς το πρόσωπό σου, λες και οι σελίδες που κρατάς στις παλάμες σου δεν έχουν πια το χρώμα της σέπιας, αλλά αστράφτουν προκλητικά αντικατοπτρίζοντας το είδωλό σου, σκεπτικό και απορημένο, όπως ακριβώς ένας καθρέπτης.

Ορίστε μια μικρή γεύση από τις «Στιγμές» του Κώστα Μόντη:

Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8.

Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 12.

Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 24.

Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 37.

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;

«Προς ποιητήν». Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 28.

Κι ένα μνημείο στον Ακούσιο Στρατιώτη, κύριοι,
ένα μνημείο στο στρατιώτη που ακούσια πολέμησε,
που ακούσια σκότωσε,
που ακούσια σκοτώθηκε.

«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 500.

(πηγή ποιημάτων: http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=219)

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για κώστας μόντης ποιήματα

 

 

 

Χαρμάνι Βιβλίων ν.5 – Αχνή Θέα των Λόφων, Kazuo Ishiguro

Υπάρχουν ορισμένα βιβλία που σαν διαβάσεις την τελευταία πρόταση μένεις για λίγο να κοιτάς τη σελίδα, χωρίς στην πραγματικότητα να την βλέπεις, απλά και μόνο γιατί φοβάσαι πως αν τη γυρίσεις, πως αν κλείσεις το βιβλίο, θα χαθεί κάτι από αυτό που σε έκανε να αισθανθείς, ό, τι και να είναι.

Το έργο «Η Αχνή Θέα των Λόφων» του Kazuo Ishiguro ανήκει σε αυτή ακριβώς την κατηγορία βιβλίων. Εκείνα που κυριολεκτικά τα καταβροχθίζεις, ή καλύτερα εκείνα που καταβροχθίζουν εσένα. Που σε μεταφέρουν σε ένα διαφορετικό μέρος, σε μιαν άλλη εποχή, αλλά το κάνουν τόσο εξαιρετικά που σαν χτυπήσει το τηλέφωνο αναρωτιέσαι από που να βγαίνει τούτος ο αταίριαστος ήχος. Το βιβλίο αυτό κινείται σε δυο ουσιαστικά επίπεδα, τόσο χρονικά όσο και τοπικά. Όσον αφορά τον χρόνο, έχουμε το «τώρα» της πρωταγωνίστριας, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει το παρόν, καθώς επίσης και το «τότε» της, την ζωή της πριν από αρκετά χρόνια, όταν ακόμη ήταν νέα. Όσον αφορά τον τόπο, έχουμε από την μια πλευρά την Ανατολική Ασία, και πιο συγκεκριμένα την Ιαπωνία, και από την άλλη πλευρά τη βροχερή Αγγλία με τα γκρι σύννεφα και την πρωινή υγρασία που αφήνει σκόρπιες στάλες πάνω στα τζάμια. IMG-d8be2c54602617135830ef1ce6712c88-V-01

Στην ιστορία μας εισάγει η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια του έργου, η Ετσούκο, μέσα από τα μάτια και τις αναμνήσεις της οποίας ερχόμαστε σε επαφή με έναν πολιτισμό μακρινό και ξένο, αλλά και με την πιο σύγχρονη και γνώριμη πραγματικότητα του σήμερα. Μέσα από αναδρομικές αφηγήσεις των νεανικών της χρόνων γνωρίζουμε την φίλη της Σατσίκο, και την κόρη της Μαρίκο, δυο περίεργες προσωπικότητες που προκαλούν στον αναγνώστη ανάμεικτα συναισθήματα απορίας, έγνοιας και σε αρκετά σημεία συμπάθειας. Επίσης γνωρίζουμε τον πεθερό της Ογκάτα-Σαν και τον άντρα της, ο οποίος αποπνέει μια αποξένωση, και προτιμάει να διαβάσει την εφημερίδα του από το να συνεχίσει την παρτίδα σκάκι που ξεκίνησε το προηγούμενο βράδυ με τον πατέρα του, παρά τις παρακλήσεις και τις προτροπές του.

«Δε θυμάσαι τι σου έλεγα πάντα; Στο σκάκι χρειάζεται να διατηρείς μια συμπαγή στρατηγική. Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις την προσπάθεια όταν ο αντίπαλος καταστρέφει το ένα σου σχέδιο, αλλά αμέσως να επιστρατεύεις το επόμενο», του λέει χαρακτηριστικά.

Οι αναμνήσεις του παρελθόντος λαμβάνουν χώρα στο Ναγκασάκι, γενέτειρα του Ισιγκούρο, το οποίο βρίσκεται υπό ανοικοδόμηση, και το οποίο αποπνέει μια αύρα αλλαγής. Μεταφερόμαστε σε ένα μακρινό σκηνικό, αλλιώτικο, όπου το να ψηφίζει η γυναίκα το ίδιο με τον άντρα της και το να περπατάνε τα ζευγάρια χέρι-χέρι στο δρόμο αποτελεί νεόφερτη συνήθεια, πολύ διαφορετική από τα παλιά ήθη και έθιμα του τόπου.

Καθώς ακολουθούμε το παρόν που βιώνει η Ετσούκο μαθαίνουμε για την αυτοκτονία της μεγαλύτερης κόρης της, Κέικο, στο διαμέρισμα που διέμενε, η οποία δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν παρά μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Είναι φανερή μέσα από το βιβλίο η δυσκολία της Κέικο να προσαρμοστεί στη νέα ζωή της στην Αγγλία, η απομάκρυνσή της από τους δικούς της, και τελικά το κλείσιμο στον εαυτό της.

Το έργο μας αφήνει ένα μετέωρο συναίσθημα αβεβαιότητας καθώς μέσα από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της Ετσούκο την ακολουθούμε στην προσπάθειά της να ασκήσει αυτοκριτική και να φτάσει στην αυτογνωσία. Μας μεταδίδει νότες από την Ιαπωνία, από τις συνήθειες των κατοίκων της και από τις αξίες που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά, μέσα σε ένα όμορφο μπλέξιμο με την γνώριμη Αγγλία και την δυτική κουλτούρα που υφίσταται. Ένα ταξίδι μαγικό στο μακρινό και πονεμένο Ναγκασάκι, που προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του και να αρχίσει ξανά από την αρχή, και για το οποίο η Ετσούκο, καθώς το κοιτάει από ένα ύψωμα, αναφέρει:

«Είναι τόσο ωραία εδώ που ήρθαμε. Σήμερα αποφάσισα πως θα είμαι αισιόδοξη. Είμαι αποφασισμένη να έχω ένα ευτυχισμένο μέλλον. Η κυρία Φουτζιβάρα πάντοτε μου λέει πόσο σημαντικό είναι να κοιτάζουμε μπροστά. Και έχει δίκιο. Αν οι άνθρωποι δεν το έκαναν αυτό, τότε όλα αυτά» – έδειξα ξανά τη θέα -, «όλα αυτά θα είχαν παραμείνει ερείπια».  

 

Χαρμάνι Βιβλίων ν.4 – Μικρή Ιστορία του Κόσμου, E.H. Gombrich

Σβήνω-γράφω, σβήνω-γράφω τις πρώτες αυτές αράδες τόσο πολύ, που θαρρείς το χαρτί θα σκιστεί από το πολύ μελάνι και θα αφήσει πίσω του ένα παραπονεμένο μπάλωμα, να με κοιτάει επικριτικά για την αδυναμία μου να συνθέσω ένα συνεκτικό κείμενο. Και οι λέξεις νομίζω θα βγουν από το χαρτί και θα αρχίσουν να μου τραβάν το χέρι με ακανόνιστες κινήσεις, ώστε να αφήνει πίσω γράμματα και φράσεις, έως ότου να γραφεί κείνο που ποθούν αυτές.

Σήμερα είναι 9 Σεπτεμβρίου, και ο καιρός έχει αρχίσει να θυμίζει φθινόπωρο. Η μουσική επιλογή της ημέρας είναι ο μοναδικός Luciano Pavarotti, ο Ιταλός τενόρος που σημάδεψε τον 20ο αιώνα με την παρουσία του, και συγκεκριμένα η όπερα Madama Butterfly, για την οποία συνεργάστηκε με τον Giacomo Puccini.

«Vogliatemi bene, un ben piccolino» παρακαλάνε μελαγχολικά οι νότες.

Τον τελευταίο καιρό αναζητούσα να διαβάσω κάτι λίγο διαφορετικό από ότι συνηθίζω. Είχα στο νου μου ένα βιβλίο που να συνδυάζει την ιστορία του παρελθόντος με το παρόν, το τότε με το τώρα, ώστε να με βοηθήσει να αποκτήσω μια εποπτεία, μια πιο μακρινή ματιά ας πούμε, στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στον κόσμο ανά τα χρόνια, ή καλύτερα ανά τους αιώνες. Έτσι, έφτασε στα χέρια μου το «Μικρή Ιστορία του Κόσμου», του E.H. Gombrich, ένα βιβλίο πολυαγαπημένο και χιλιοδιαβασμένο από πλήθος αναγνωστών. Αυτό που με εξίταρε σχετικά με το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι το γεγονός ότι πιάνει την άκρη του μίτου της ιστορίας από την εποχή των δεινοσαύρων και των ανθρώπων των σπηλαίων, και φτάνει έως και την εποχή της πυρηνικής ενέργειας, περικλείοντας μέσα σε μόλις 349 σελίδες γεγονότα που δεν χωράνε ούτε σε μια ντουζίνα τόμους.

Κατά την ανάγνωσή του μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η απλότητα και η φυσικότητα με την οποία εναλλάσσονται οι εποχές, οι κουλτούρες και τα ιστορικά συμβάντα, λες και όλα συνδέονται μεταξύ τους με μια τεράστια αόρατη κλωστή, λες και όλα συνέβησαν στα πλαίσια ενός στενού γεωγραφικού διαμερίσματος και όχι ολάκερου του κόσμου. Ο τρόπος, μάλιστα, που έχουν γραφεί θυμίζει παραμύθι που λέμε σε μικρά παιδιά, είναι στρωτός και κατανοητός, δίχως ακαδημαϊκές λέξεις που προορίζονται μονάχα για τους λίγους, αλλά με μια διάθεση να αναγνωστεί από οποιονδήποτε, οπουδήποτε, επιθυμεί να φωτίσει πτυχές του –μακρινότερου ή και κοντινότερου- παρελθόντος.

Όλα τα παραπάνω συμβάλουν στον οικουμενικό χαρακτήρα του βιβλίου, ενός βιβλίου που αφηγείται μια ιστορία η οποία δεν χωρίζει, αλλά αντίθετα ενώνει όλους τους λαούς και όλες τις ιστορίες μέσα σε μερικά φύλλα, ανακλώντας εκείνα που ενώνουν και όχι εκείνα που χωρίζουν, αντικατοπτρίζοντας ένα παρελθόν που βιώθηκε από κοινού από μυριάδες άτομα, ανεξάρτητα των πεποιθήσεων, της θρησκείας ή της καταγωγής τους.

Στον Πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε χαρακτηριστικά ένα απόσπασμα από μια παλαιότερη τούρκικη έκδοση, στο οποίο ο Gombrich γράφει:

«Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε ποτέ, πρόθεση το βιβλίο αυτό να αντικαταστήσει το σχολικό βιβλίο ιστορίας, το οποίο εξυπηρετεί έναν πολύ διαφορετικό στόχο. Θέλω οι αναγνώστες να χαλαρώσουν και να παρακολουθήσουν την ιστορία χωρίς να χρειάζεται να κρατάνε σημειώσεις ή να απομνημονεύουν ονόματα και χρονολογίες. Υπόσχομαι μάλιστα ότι δεν θα τους εξετάσω σ’ αυτά που έχουν διαβάσει».

 

IMG_20180827_115015_226