Χαρμάνι Βιβλίων ν.3

Ένα από τα βιβλία που είχα ακούσει πολύ και είχα βάλει στη λίστα με τα «to read» λογοτεχνικά έργα, ήταν το «Άκου Ανθρωπάκο!» του Βίλχελμ Ράιχ. Μάλιστα, το είχα συναντήσει και σε πολλές λίστες, από αυτές που προτείνουν βιβλία που οφείλεις να διαβάσεις μέχρι την τάδε ή δείνα χρονική στιγμή και ηλικία, με δεκάδες άτομα να το προτείνουν σε σχόλια που ακολουθούσαν την προτεινόμενη λίστα, σε περίπτωση που δεν ήταν συμπεριλαμβανόμενο. Τους τελευταίους μήνες το έβρισκα και συνεχώς μπροστά μου, σε όποιο βιβλιοπωλείο και αν πήγαινα, σε όποιο πάγκο και αν χάζευα, ήταν πάντα εκεί, πάνω πάνω, σε μια από τις κεντρικές στοίβες.

Όταν το είδα μέχρι και στο βιβλιοπωλείο του σταθμού Κηφισού αποφάσισα να βάλω στη άκρη ό, τι είχα ξεκινήσει να διαβάζω, και να αρχίσω αυτό. Τελικά, μέσα σε λίγες ώρες το είχα τελειώσει και χάζευα ξανά την εικονογράφησή του.

Ας τα πάρουμε όμως λιγάκι από την αρχή. Ο συγγραφέας του έργου, ο Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich, 24 Μαρτίου 1897 – 3 Νοεμβρίου 1957), ήταν Αυστριακός ψυχαναλυτής,  μαθητής του Φρόιντ, ενώ κατατάσσεται στους πιο ριζοσπάστες και αμφισβητούμενους επιστήμονες της εποχής του. Κατά την προσπάθειά του να αμφισβητήσει και να ασκήσει κριτική στον τρόπο σκέψης που επικρατεί, καθώς και στο εγχείρημά του να ανατρέψει θεμελιώδεις επιστημονικές αντιλήψεις, είχε πλήθος κόσμου στο πλευρό του αλλά και άλλους τόσους απέναντί του. Εκείνος, ωστόσο, συνέχιζε να υποστηρίζει επίμονα τις θέσεις του, γεγονός που του κόστισε έως ένα βαθμό την επιστημονική του υπόληψη, αλλά και τον ανάγκασε να μετακινηθεί αρκετά, αφού επέφερε διώξεις. Από το 1928 έως το 1933 διετέλεσε μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος της Γερμανίας, με το οποίο τελικά ήρθε σε ρήξη λόγω των θεωριών και των απόψεών του. Τελικά, το Κομμουνιστικό Κόμμα τον διέγραψε και κήρυξε τα έργα του «αντεπαναστατικά». Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, το ναζιστικό καθεστώς τον κυνήγησε και τα βιβλία του λογοκρίθηκαν και ρίχτηκαν στην πυρά. Το 1954 ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων χαρακτήρισε τον Ράιχ απατεώνα για τις θεωρίες του και τον κατηγόρησε για τσαρλατανισμό. Εκείνος απάντησε με ένα υπόμνημα προς τον αρμόδιο δικαστή, στο οποίο ανέφερε πως αποφάσισε να μην παραβρεθεί στη δίκη, διότι θεωρούσε ότι τα δικαστήρια δεν ήταν σε θέση να κρίνουν επιστημονικά ζητήματα. Τελικά, κρίθηκε ένοχος το 1956 για περιφρόνηση του δικαστηρίου, και καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκισης, ενώ πολλά έντυπά του καταστράφηκαν ξανά. Το 1957 πέθανε μέσα στο κελί του από καρδιακή προσβολή.

Ας προχωρήσουμε τώρα στο βιβλίο του «Άκου Ανθρωπάκο!»: «Ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός. Ο Ανθρωπάκος δεν γνωρίζει ότι είναι μικρός και φοβάται να το μάθει», διαβάζουμε μέσα στις σελίδες του. Ουσιαστικά όλο το κείμενο είναι μια κριτική, μια προσπάθεια αφύπνισης του μέσου παθητικού ανθρώπου και της μικρότητας που χαρακτηρίζει τις πράξεις και τις αποφάσεις του. Του Ανθρωπάκου που φοβάται να σταθεί στο ύψος του, που σκύβει το κεφάλι πειθήνια σε κάθε διαταγή, δίχως να μπαίνει στον κόπο να φιλτράρει την ορθότητά της, ενώ φοβάται απελπιστικά τις ευθύνες, και τελικά τρέμει μην πιάσει πολλή ελευθερία στα χέρια του, αφού δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς να την διαχειριστεί. Ο Ανθρωπάκος που θα καταχραστεί την όποια εξουσία αποκτήσει, που δεν έχει αναλογιστεί ποτέ τα λάθη και τα σωστά του σε μια προσπάθεια αυτοκριτικής, που δεν κοιτάει πέρα από τον στενό μικρόκοσμό του, που δεν έχει μεγάλα όνειρα, που δεν, που δεν, που δεν. Όλο το κείμενο είναι γραμμένο σε β’ ενικό πρόσωπο, απευθύνεται σε ένα «εσύ» και ξεχειλίζει από την πικρία και την απογοήτευση του συγγραφέα, σε λόγο έντονο, απογοητευμένο, οργισμένο. Ένα συνονθύλευμα στεναχώριας και δυσαρέσκειας του Βίλχελμ Ράιχ από τους Ανθρωπάκους που συναντά και συναναστρέφεται καθημερινά, με μια νότα ελπίδας για την δύναμη που έχουν μέσα τους να βελτιωθούν και να αλλάξουν, συνειδητοποιώντας την μικρότητα της σκέψης τους και αναζητώντας την καλλιέργεια και την παιδεία.

Αξίζει να αναφερθώ και στην εικονογράφηση που συνοδεύει το κείμενο, τουλάχιστον στην έκδοση που το αγόρασα (εκδόσεις Αργοναύτης), η οποία συνάδει με το γενικό πνεύμα του έργου και βοηθάει περαιτέρω στην ανάγνωσή του.

Κλείνοντας, παραθέτω ένα  αποσπάσματα του βιβλίου που αντικατοπτρίζει τις απόψεις του συγγραφέα:

«Σ’ άκουσα να κλαις και να παραπονιέσαι, να μου μιλάς για τις επιθυμίες, τις αγάπες και τις έγνοιες σου. Σε ξέρω, σε νιώθω… Θα σου πω αυτό που είσαι πραγματικά Ανθρωπάκο γιατί πιστεύω στο λαμπρό σου μέλλον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σου ανήκει. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα εξέτασε τον εαυτό σου. Δες τον όπως πραγματικά είναι και άκουσε αυτά που κανείς δεν τολμά να σου πει, ούτε οι ηγέτες σου ούτε οι εκπρόσωποί σου.

[…]

Περιφρονείς τον εαυτό σου Ανθρωπάκο. «Ποιος είμαι εγώ«, λες, «που μπορώ να έχω άποψη και να διεκδικώ τον κόσμο;» Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που έχεις την αξίωση να διαφεντεύεις τη ζωή σου.»

 

 

DSC_2310-01

Advertisements

Χαρμάνι Βιβλίων ν.2

Ένας από τους συγγραφείς τους οποίους κάθε βιβλιοφάγος οφείλει να διαβάσει κάποια στιγμή είναι αδιαμφισβήτητα ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway), ο οποίος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς Αμερικανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, με έργα που διαβάζονται ακόμα από δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες ανά τον κόσμο.

Το βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω από τον Χέμινγουεϊ ονομάζεται «Ο Κήπος της Εδέμ», το οποίο ξεκίνησε να γράφει το 1946, και συνέχισε ανά διαστήματα να επεξεργάζεται για τα επόμενα 15 χρόνια, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη συγγραφή των «Ο γέρος και η θάλασσα» και «Μια κινητή εορτή». Τελικά, «Ο Κήπος της Εδέμ» εκδόθηκε εικοσιπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, και αποτελεί ένα έργο ιδιαίτερο και σύγχρονο, με λόγο στιβαρό, κοφτό και ρεαλιστικό, κατακλυσμένο από μια τολμηρή έκφραση της σεξουαλικότητας.

Η αφήγηση και το νόημα του κειμένου πλέκονται γύρω από τρία βασικά θέματα: την σταδιακή επιδείνωση της ψυχικής υγείας της Κάθριν, της γυναίκας του πρωταγωνιστή Ντέιβιντ, την είσοδο της όμορφης Ιταλίδας Μαρίτας στην ζωή του ζευγαριού και τις συνέπειες που ακολούθησαν, καθώς και ένα επεισόδιο από σαφάρι στην Αφρική  από την παιδική ηλικία του πρωταγωνιστή, το οποίο προσπαθεί να γράψει σε διήγημα. Οι κύριοι πρωταγωνιστές είναι το ζευγάρι που διανύει το μήνα του μέλιτός του, ο Ντέιβιντ Μπορν και η Κάθριν Μπορν, καθώς και η Ιταλίδα Μαρίτα, η οποία βρέθηκε τυχαία στο δρόμο τους, παίζοντας καταλυτικό ρόλο στη ζωή τους έκτοτε. Παράλληλα, βλέπουμε και άλλους ήρωες να εμφανίζονται στο προσκήνιο ανά διαστήματα, είτε μέσω της άμεσης διαλογής με τους ήρωες, είτε μέσω της έμμεσης αναφοράς τους στα πλαίσια της αφήγησης. Έτσι ερχόμαστε σε επαφή και με τους ιδιοκτήτες του πανδοχείου στο οποίο έμεναν, με τους οποίους συζητούν ανά διαστήματα, αλλά και με τον πατέρα και τον φίλο του Ντέιβιντ, για τους οποίους γράφει καθώς στο μυαλό του γυρνούν οι σκηνές από την Αφρική των παιδικών του χρόνων.

Προσωπικά θα αναφερθώ σε δυο σημεία σχετικά με τον «Κήπο της Εδέμ», τα οποία μου έκαναν εντύπωση: τα σκόρπια γαλλικά και το επεισόδιο που αφηγείται ο Ντέιβιντ σχετικά με το σαφάρι.

Περνώντας τις σελίδες του βιβλίου (με μετάφραση της Άννας Παπασταύρου), μεταφερόμαστε μέσω των περιγραφών στις ακτές της Γαλλίας, στη Λα Ναπούλ, ενώ ο γαλλικός αέρας που διαπνέει το έργο γίνεται ακόμα πιο έντονος μέσα από τις σκόρπιες γαλλικές φράσεις και λέξεις που βρίσκονται κρυμμένες μέσα στα κεφάλαια, σαν μικρές πινελιές περαιτέρω εγκλιματισμού στην ιστορία που διαδραματίζεται. Για παράδειγμα, προχωρώντας την ανάγνωση, διαβάζουμε:

«Madame et Monsieur ont fait décolorer les cheveux. C’est bien».
«Merci Monsieur. On le fait toujours dans le mois d’août».
«C’est bien. C’est très bien». 

(Μετάφραση από Γαλλικά:
Η κυρία και ο κύριος ξέβαψαν τα μαλλιά τους. Είναι ωραία.
Ευχαριστούμε, κύριε. Πάντα το κάνουμε αυτό μέσα στο μήνα Αύγουστο.
Είναι ωραία. Είναι πολύ ωραία.)

Όσον αφορά την αφήγηση για το σαφάρι, μου έκανε εντύπωση η ρεαλιστική περιγραφή του Χέμινγουεϊ σε όλο το επεισόδιο. Στο σημείο αυτό περιγράφεται το κυνήγι ενός μεγάλου ελέφαντα από τον νεαρό Ντέιβιντ, τον πατέρα του και έναν φίλο τους, με σκοπό ,αφού τον σκοτώσουν, να πάρουν τους χαυλιόδοντές του, οι οποίοι είναι εξαιρετικά μεγάλοι, και κατά συνέπεια αξίζουν πολλά χρήματα. Η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο σκότωσαν τον ελέφαντα θα έλεγα πως αγγίζει τον νατουραλισμό, αφού η εικόνα μας δίνεται με εξαιρετική λεπτομέρεια, όχι μόνο στο οπτικό κομμάτι, αλλά και σε αυτό της ακοής και της όσφρησης. Βέβαια, θεωρώ πως αυτή η ωμή καταγραφή και παρουσίαση της δολοφονίας του ελέφαντα, η οποία υποκινείται από καθαρά οικονομικά οφέλη, βοηθάει στην σωστή μετάδοση και ευαισθητοποίηση των αναγνωστών γύρω από ένα ζήτημα που όχι μόνο δεν τείνει να εξαλειφθεί, αλλά αντίθετα βρίσκεται σε διαρκή έξαρση και απειλεί την άγρια ζωή της Αφρικής, την λαθροθηρία. Δεν θα παραθέσω κάποιο απόσπασμα από το σημείο αυτό, διότι θεωρώ πως μόνο εάν η εξιστόρηση του πρωταγωνιστή διαβασθεί στην ολότητά της, και όχι αποσπασματικά, μπορεί να μεταφέρει τα συναισθήματα που επιθυμεί ο συγγραφέας στο σωστό βαθμό και στην πρέπουσα ένταση.

Κλείνοντας, αφήνω εδώ ένα απόσπασμα του βιβλίου που ξεχώρισα:

«Δεν θα τελειώσω όπως θα ήθελα, γιατί θα ακουγόταν κυριολεκτικά εξωφρενικό και απίστευτο, αλλά θα το πω έτσι κι αλλιώς, μιας και πάντα ήμουν άξεστη και υπεροπτική και εξοργιστική τελευταία, όπως και οι δύο γνωρίζουμε. Σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ για πάντα και λυπάμαι. Τι άχρηστη λέξη.»

 

_20180524_151711-01

 

Αγαπητέ Μπαλζάκ,

Η αλήθεια είναι πως παρά την αγάπη μου στα κλασικά έργα, δεν είχε τύχει να διαβάσω στο παρελθόν κάποιο έργο του πασίγνωστου Γάλλου συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 20 Μαΐου του 1799, στην πόλη Τουρ (Tours). Αφορμή να μυηθώ και εγώ στον κόσμο των βιβλίων του στάθηκε ένα σεμινάριο της Λογοτεχνίας σχετικά με τις Θεωρίες της Αφήγησης, κατά το οποίο κάθε φοιτητής/-τρια καταπιανόταν με ένα βιβλίο, το οποίο στο τέλος του εξαμήνου παρουσίαζε και ανέλυε στους υπόλοιπους. Μας δόθηκε μια λίστα με διάφορα έργα από ποικίλους συγγραφείς, από την οποία μπορούσαμε να επιλέξουμε όποιο θα μας έκανε το «κλικ» -εμένα αυτό το «κλικ» μου το έκανε ο συγγραφέας, και μόλις είδα το όνομα Μπαλζάκ ένα αίσθημα ενθουσιασμού ανακατεύτηκε μαζί με μια δόση ενοχής, για την έως τότε πλήρη άγνοιά μου.

Το έργο που διάβασα και παρουσίασα ήταν το «ο Μπάρμπα- Γκοριό» (Le Père Goriot στα γαλλικά), το οποίο είναι μόλις ένα μικρό κομμάτι του μνημειώδους παζλ που δημιούργησε ο Μπαλζάκ, την Ανθρώπινη Κωμωδία.Αποτέλεσμα εικόνας για μπαρμπα γκοριο

Η Ανθρώπινη Κωμωδία αποτελείται από πλήθος ολοκληρωμένων αλλά και ημιτελών έργων, με την οποία αποσκοπεί να δώσει μια σφαιρική εικόνα της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Προκειμένου να καταλάβουμε τον όγκο του λογοτεχνικού έργου του Μπαλζάκ, αρκεί να δώσουμε έναν αριθμό που αντιπροσωπεύει τους ήρωες που δημιούργησε στα βιβλία του: 2.504. Όσον αφορά τον Μπάρμπα- Γκοριό, μπορώ να πω ότι ο ρεαλιστικός λόγος του συγγραφέα βοηθάει εξαιρετικά στην εύκολη και στρωτή ανάγνωσή του, ενώ οι λεπτομερείς περιγραφές σκιαγραφούν το κάθε τι κατά τη διάρκεια της πλοκής, στήνοντας ένα ολοκληρωμένο από κάθε άποψη σκηνικό. Το περιεχόμενο του βιβλίου το αναφέρει ο ίδιος ο Μπαλζάκ στις σημειώσεις που κρατούσε σχετικά με τα έργα που επρόκειτο να γράψει:

«Ένας καλός ανθρωπάκος-πανσιόν για μεσαία εισοδήματα-εξακόσια φράγκα εισόδημα-που ξόδεψε όλες τους τις οικονομίες για τις κόρες του, που και οι δυο μαζί έχουν εισόδημα πενήντα χιλιάδες φράγκα- και που πεθαίνει σαν σκυλί».

Περιληπτικά, η δράση του έργου διαδραματίζεται στο Παρίσι, όπου παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια του κυρίου-Γκοριό να βοηθήσει οικονομικά τις δυο κόρες του. Στην προσπάθειά του αυτή ο ίδιος καταλήγει μετά βίας να ζει με τα ελάχιστα εναπομείναντα χρήματά του. Παράλληλα παρακολουθούμε και τις ζωές των υπόλοιπων κατοίκων της πανσιόν Βοκέ. Για παράδειγμα, τον φτωχό αλλά φιλόδοξο νεαρό Ευγένιο ντε Ραστινιάκ να προσπαθεί να μπει στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, τον κυνικό Βοτρέν να αποτελεί μια φωνή αναρχίας και την στενόμυαλη κυρία Βοκέ να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους οικοτρόφους της.

Πολλοί από τους χαρακτήρες που πλάθει ο Μπαλζάκ παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού χρησιμοποιεί την τεχνική των «επανεμφανιζόμενων προσώπων», η οποία συνίσταται, κυρίως, στο να επαναφέρει ορισμένα πρόσωπα που έχει ήδη παρουσιάσει σε προηγούμενα έργα και να επανέρχεται στην αφήγηση των περιπετειών τους, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα είδος συνοχής ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα μυθιστορήματα. Η διαδικασία αυτή βρίσκει συστηματική εφαρμογή πρώτη φορά στο μυθιστόρημα του Μπαρμπά- Γκοριό, γεγονός που αναδεικνύει την πρόθεση του συγγραφέα να δώσει ψυχή και κίνηση σ’ ένα ολόκληρο φανταστικό κόσμο.

Ένα ακόμη αξιοπερίεργο στοιχείο για τον μεγάλο αυτό συγγραφέα η μεγάλη του αγάπη για τον καφέ, η οποία τον οδηγούσε να πίνει το ένα φλυτζάνι μετά το άλλο, καταλήγοντας στην κατανάλωση από 20 μέχρι 40 ή και παραπάνω φλυτζανιών κάθε μέρα. Η μέρα του, μάλιστα, ξεκινούσε στη 1 το βράδυ, οπότε και ξύπναγε, και τελείωνε στις 8 το πρωί, οπότε και έπεφτε για ύπνο, αφού πρώτα στο ενδιάμεσο είχε γεμίσει δεκάδες σελίδες με λέξεις, κηλίδες μελάνι και μουτζούρες. Η λατρεία του για τον καφέ αντικατοπτρίζεται και στο παρακάτω απόσπασμα, στο οποίο αναφέρει ότι οι κόκκοι μετατρέπονται σε:

«… σπινθήρες που φωταγωγούν όλη τη διαδρομή μέχρι τον εγκέφαλο. Από εκείνη τη στιγμή, όλα βρίσκονται σε ταραχώδη κατάσταση. Οι ιδέες επιταχύνονται σαν τάγματα ενός μεγάλου στρατού στο θρυλικό πεδίο μάχης του, και ο πόλεμος μαίνεται. Μνήμες συσσωρεύονται, φωτεινές σημαίες υψώνονται. Το ιππικό της μεταφοράς αναπτύσσει υπέροχους καλπασμούς. Το πυροβολικό της λογικής πλησιάζει βιαστικά με βαγόνια που κροταλίζουν και φυσίγγια. Στη φαντασία, σκοπευτές κοιτούν και πυροβολούν. Ακολουθούν μορφές και σχήματα και χαρακτήρες. Το χαρτί απλώνεται με μελάνι-γιατί η νυχτερινή εργασία ξεκινά και ολοκληρώνεται με το χείμαρρο αυτού του μαύρου νερού, όπως μια μάχη αρχίζει και τελειώνει με μαύρη σκόνη».

Κλείνοντας, αφήνω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάρμπα- Γκοριό που ξεχώρισα, μιας και εδώ ο αφηγητής του έργου γίνεται φανερός, και απευθύνεται σε εμάς τους αναγνώστες:

«Το ίδιο θα κάνετε κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο μες στα άσπιλα χέρια σας, εσείς που βυθισμένοι μέσα στην αναπαυτική πολυθρόνα σας λέτε: «Ίσως και να με διασκεδάσει». Αφού θα έχετε διαβάσει τα μύχια βάσανα του μπάρμπα-Γκοριό, θα δειπνήσετε ορεξάτοι, χρεώνοντας την αναισθησία σας στο συγγραφέα, κατηγορώντας τον για υπερβολή και ποιητική διάθεση. Μάθετέ το, λοιπόν: αυτό το δράμα δεν είναι ούτε αποκύημα της φαντασίας του ούτε μυθοπλασία. All is true, είναι όλα τόσο αληθινά, ώστε ο καθένας μπορεί ν’ αναγνωρίσει σ’ αυτά στοιχεία από τη ζωή του, μέσα στην ίδια του την καρδιά.»

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ονορε μπαλζακ

J’y suis jamais allé

Είναι και εκείνες οι φορές, που θα ‘θελε να μπορέσει να πάρει μια κόλλα χαρτί και να γράψει όλα όσα γυρνάνε στο μυαλό του και δεν τον αφήνουν στιγμή σε ησυχία, μα θαρρεί πως σαν πιάσει το μολύβι, όλα μέσα του σβήνουνε μεμιάς, και μένει εκεί, ακίνητος, να ανασαίνει ρυθμικά και να μετράει μια- μια τις γραμμές του τετραδίου του. Γραμμές, σειρές, ευθείες. Ράγες. Κάθε φορά που μπαίνει στον ηλεκτρικό νιώθει ένα σφίξιμο στο στομάχι του. Κάθεται όσο πιο μόνος γίνεται, και αν δει πως τα βαγόνια είναι γεμάτα, περιμένει να ‘ρθει το επόμενο. Μια φορά περίμενε δυο ώρες στην αποβάθρα, μέχρι να βρει ένα πιο άδειο και να μπει. Συνήθως ακούει μουσική εκεί μέσα ή διαβάζει κάποιο βιβλίο, κατά προτίμηση κλασσικό και ολιγοσέλιδο. Μια μέρα εκεί που κοίταζε τις ράγες αποφάσισε πως του αρέσουν τελικά. Του θύμιζαν μικρά πεντάγραμμα δίχως τις παιχνιδιάρες νότες. Τις έβλεπε να περνάνε, να αλλάζουν, με σταθερή απόσταση ανάμεσά τους, και έβαζε πάνω τους νοητά παύσεις και διέσεις. Μια μέρα κατάφερε να συνθέσει μια ολόκληρη μελωδία -δεν πήγαν άδικα τελικά τόσα μαθήματα αρμονίας και σολφέζ. Την ονόμασε «ο ήχος της Τετάρτης» και αποφάσισε κάποτε να την γράψει και σε κασέτα, που ‘ναι και ρομαντική. Μερικά βράδια ξενυχτάει κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του δωματίου του ολόκληρη την γειτονιά. Βάζει κλασική μουσική και πίνει τσάι με γάλα -πρόσφατα δοκίμασε τον συνδυασμό των δυο και σκέφτηκε πως εντάξει, δεν είναι και τόσο κακό, ίσως να του αρέσει και λίγο. Είναι μόνος του. Η γάτα του γείτονα πάλι βγήκε για βόλτα στο φεγγαρόφωτο, προχθές πέρασε όλο το βράδυ ανεβοκατεβαίνοντας τα μπροστινά σκαλιά του σπιτιού, να δεις που και ‘κεινη ζητά συντροφιά. Μετράει κάπου- κάπου και τα αναμμένα φώτα στ’ ανοιχτά παράθυρα- πόσοι ακόμα να ‘ναι ξύπνιοι όπως αυτός; Μακάρι να μπορούσε να τους πετάξει ένα μικρό χαρτάκι στα κρυφά, που να γράφει την «καληνύχτα» που θέλουνε ν’ ακούσουν. Αυτόν δεν τον νοιάζει και τόσο να την ακούσει. Έμαθε μόνος του. Η τηλεόραση δεν του αρέσει, γιατί του φαίνεται πώς όσο την κοιτάει, τόσο τον νανουρίζει, μα εκείνος δεν θέλει να κοιμηθεί. Δεν θέλει να φεύγουν έτσι οι ώρες οι βραδινές, τις προτιμάει απείρως από τις υπόλοιπες. Έχει κάτι μαγικό η νύχτα, κάτι σαγηνευτικό. Νιώθει πως βλέπει τα πάντα, ενώ δεν τον βλέπει κανείς. Πως ακούει τους ήχους αυτούς που οι υπόλοιποι δεν μπορούνε να ακούσουν. Πως έχει μετρήσει περισσότερα αστέρια από όλους του τους γείτονες μαζί. Αυτό είναι που δεν του αρέσει τόσο στην πόλη, τα φώτα της, τόσο δυνατά ρυθμισμένα που κρύβουν σχεδόν όλο τον έναστρο ουρανό. Μια φορά είχε ονοματίσει δυο αστέρια που του φάνηκαν ερωτευμένα, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να τα ξαναβρεί για να τα χαιρετήσει. Ίσως να χάθηκαν ανάμεσα σε τόσα πανομοιότυπα άλλα. Δύσκολο να ‘σαι αστέρι, σκέφτηκε, να θυμίζεις τόσο τα υπόλοιπα σ’ όσους σε κοιτούν από μακρυά. Του άρεσε πολλές φορές να πίνει καφέ το πρωί διαβάζοντας άρθρα για κρυφά μέρη που ξέρουν μόνο οι πιο πολυταξιδεμένοι ταξιδιώτες, για πίνακες με κρυφά μηνύματα και για κυνήγι θησαυρών σε ναυάγια βυθισμένα στον πάτο της θάλασσας. Τον τρόμαζε μερικές φορές η θάλασσα. Όχι, δεν τον τρόμαζε ακριβώς. Τον εξίταρε. Όχι όμως μόνο. Η καλύτερη περιγραφή είναι πως τον έκανε να ανατριχιάζει όταν προσπαθούσε να κατανοήσει την απεραντοσύνη της. Μια φορά, θυμάται, βούτηξε βαθιά για να πιάσει ένα γυαλιστερό κοχύλι, και παραλίγο να μην του φτάσει ο αέρας για ν’ ανέβει πάλι πάνω. Μόλις έφτασε στην επιφάνεια σκέφτηκε «τι ωραίο που είναι ν’ ανασαίνεις». Τον τρόμαζαν πολλά πράγματα, όχι όμως με τον τρόπο που θα καταλάβουν οι περισσότεροι. Ήταν απλά σαν να τον καλούσαν να τα εξερευνήσει, να γίνει ένα μ’ αυτά, να τα μελετήσει και να τ’ αγαπήσει όπως τα βιβλία του. Μια μέρα ζωγράφισε έναν άτεχνο πίνακα, του πήρε όλη την μέρα αλλά σε ‘κεινον έμοιαζε σαν δυο-τρεις ώρες. Ο πίνακας ήταν δεκάδες ευθείες κάθετες γραμμές, κάθε μια και άλλο χρώμα, με μόνη ομοιότητα, τελικά, την διαφορετικότητά τους. Τον ονόμασε «το χρώμα των περαστικών» και έκρυψε ένα μικρό σημείωμα στο πίσω μέρος του, με όλες και όλες πέντε έξι σειρές με λέξεις.

«Όλοι πολύχρωμοι κι ανήσυχοι, κι εμείς, εμείς ασπρόμαυροι. Εσύ είσαι το μαύρο, και απ’ όπου κι αν σταθώ σε βλέπω. Εγώ είμαι τ’ άσπρο, και αν δεν ξέρεις που να με βρεις, με έχασες -έγινα ένα με τον πίνακα. Μονάχα σαν με αγκαλιάσεις μπορώ να γίνω γκρι».

Τον τύλιξε προσεκτικά με λίγο χαρτί περιτυλίγματος που του ‘χε απομείνει από κάτι γιορτές, έγραψε με μεγάλα μαύρα γράμματα την γνώριμη διεύθυνση, και το ‘στειλε μια μέρα του Φλεβάρη, σαν σουρούπωσε. Αν θυμάται καλά, ο μήνας είχε 30.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας

René Magritte, Golconda, 1953

Χαρμάνι Βιβλίων ν. 1

Screenshot_20180406-193837Αυτή την εβδομάδα προτίμησα να μην διαβάσω μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, αλλά να εξερευνήσω κάτι λιγάκι διαφορετικό. Έπεσε λοιπόν στα χέρια μου η Ιστορία της Ομορφιάς, με επιμέλεια του Ουμπέρτο Έκο, ένας τόμος γεμάτος αγάλματα, εικόνες και πίνακες, από την εποχή του Πυθαγόρα έως και τις μέρες μας. Μέσα στο βιβλίο αυτό γίνεται μια προσπάθεια αποτύπωσης των (διαφορετικών σε πλείστες περιπτώσεις) αντιλήψεων περί Ομορφιάς από τους ανθρώπους ανά τους αιώνες, και τίθεται το ζήτημα της ύπαρξης ή μη κάποιων σταθερών χαρακτηριστικών της ιδέας της Ομορφιάς, μέσα από τις πολυάριθμες παρουσιάσεις της.

 

Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ασχοληθεί όσο θα ήθελα με την ζωγραφική και την γλυπτική, γεγονός που αντιλήφθηκα όταν στάθηκα με μια αίσθηση δέους μπροστά από τον πίνακα Νυχτερινή Περίπολος του Ρέμπραντ, έχοντας σχεδόν πλήρη άγνοια σχετικά με τον καλλιτέχνη αυτόν, για τον οποίο όλοι οι επισκέπτες γύρω μου ψιθύριζαν ζωηρά. Αυτή η διαπίστωση με οδήγησε να επιλέξω κάποια στιγμή να παρακολουθήσω και το μάθημα Ιστορία της Τέχνης, σε μια προσπάθεια να διευρύνω τις ελάχιστες γνώσεις μου.

Ήταν πολύ γλυκό το συναίσθημα και η έκπληξη που αισθάνθηκα όταν ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ήμουν σε θέση όχι μόνο να αναγνωρίζω, αλλά και να ονοματίζω έργα και καλλιτέχνες. Όποιος αποφασίσει να το διαβάσει, ή έστω να το ξεφυλλίσει, θα βρει μέσα έργα των Σάντρο Μποτιτσέλι, Τζορτζόνε, Τιτσιάνο, Άνιολο Μπροντζίνο, Πίτερ Πωλ Ρούμπενς, Εντουάρ Μανέ, Πάμπλο Πικάσο, Ρεμπράντ, Πιέρο ντι Κόζιμο, Ραφαήλ, και δεκάδων άλλων. Η ποικιλία αυτή είναι που με κράτησε καθηλωμένη για ώρες πάνω από το βιβλίο αυτό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα είδος βοηθήματος για όσους επιθυμούν να έρθουν σε πιο κοντινή επαφή με την τέχνη. Δείχνει «λίγο από όλα» κατά κάποιο τρόπο, με αναφορές σε κορυφαία ονόματα από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Δυο πίνακες που προσωπικά ξεχώρισα μέσα σε όλες αυτές τις σελίδες είναι Η γυναίκα με την ερμίνα, του Λεονάρντο ντα Βίντσι και Το θέρος του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο.

Η γυναίκα με την Ερμίνα

Η γυναίκα με την ερμίνα είναι ένας από τους μόλις τέσσερις γνωστούς πίνακες του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, στους οποίους απεικονίζονται γυναίκες. Το πορτρέτο αυτό ταυτίζεται με την Τσετσίλια Γκαλεράνι. Στο έργο δεν υπάρχει στατικότητα, αλλά αντίθετα κίνηση, ενώ τα βλέμματα τόσο της γυναικείας φιγούρας όσο και της ερμίνας είναι έντονα. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του πίνακα είναι η έμφαση που δίνεται στο χέρι της κοπέλας, αφού τα δάχτυλά της, με τα οποία χαϊδεύει το ζώο, μοιάζουν αφύσικα μακρυά.

Η λεπτομερώς ζωγραφισμένη ερμίνα είναι σύμβολο αγνότητας και τιμιότητας. Η ελληνική ονομασία της είναι γαλή, γεγονός που θα μπορούσε να παραπέμπει και στο επώνυμο της απεικονιζόμενης.

 

Το θέρος ÎµÎ¹Îº.1 Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο, Το Καλοκαίρι, 1573

Ο πίνακας αυτός του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο αποτελεί ένα πορτρέτο μιας γυναίκας, το πρόσωπο της οποίας αποτελείται από ποικίλα πολύχρωμα φρούτα και λαχανικά της εποχής. Η Ομορφιά του Αρτσιμπόλντο διαφέρει πλήρως από την κλασική απεικόνιση, παίρνοντας μια μορφή που προκαλεί έκπληξη και που εξάπτει τη φαντασία.

 

 

 

 

Κλείνοντας, αφήνω αυτά τα αποσπάσματα σχετικά με το θέμα Ομορφιά εδώ:

Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Ουίλιαμ Σαίξπηρ

II, 2, 1594- 1597

ΡΩΜΑΙΟΣ
Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον!

(Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της).

Αγάλια! ‘ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει;
Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος!
Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην.
Ιδέ την απ’ την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει,
διότι συ την ξεπερνάς ‘ς την δόξαν και ‘ς τα κάλλη.
Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη·
πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει,
και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την!
Είν’ η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι.
Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν
αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω.
Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα.
Δύο αστέρια τ’ ουρανού, τα ωραιότερα του,
θέλουν ‘ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν
παρακαλούν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς να λάμπουν.
Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν;
Και τι, εάν κατέβαιναν ς’ την κεφαλήν της τ’ άστρα; —
Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ’ αστέρια,
καθώς θαμπόνει λύχνου φως ‘ς την λάμψιν της ημέρας,
και θα’ χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω
ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα,
που τα πουλιά να κελαδούν ‘σαν να μην ήτο νύκτα!
Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι.
Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω
το μάγουλόν της το γλυκόν!

 

III, 2, 1594-1597

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Καρδιά φιδιού που μ’ έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου!
Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον!
Ω δαίμον’ αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε,
ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες·
αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη
με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος
απ’ ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ’ ό,τι εθαρρούσα!
Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε!
Ω φύσις, απ’ την κόλασιν τι ήθελες να πάρης
ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης
εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον;
Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον;
Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι;

(μετάφραση Δημήτριος Βικέλας)

Λέξεις και τελείες

Και οι λέξεις, τι γίνεται με τις λέξεις;
Μικρές σφαίρες που πληγώνουν
μ’ έναν πόνο αλλιώτικο·
εσωτερικό, απόλυτο, ανίατο.
Μια πληγή που δεν μπορεί να κλείσει
-πώς αλλιώς; αφού η σφαίρα μένει μονίμως εκεί,
να την κρατά ορθάνοιχτη,
να την ματώνει,
να την γδέρνει
να την κακοφορμίζει-.
Μια βια αλλιώτικη,
με τους μώλωπές της να μένουνε κρυφοί,
αόρατοι για όλους τους γύρω,
τους άλλους·
τους άφθαρτους, τους αλώβητους, τους ακέραιους,
και ορατοί μόνο για σένα·
τον φθαρμένο, τον πληγέντα, τον κατακερματισμένο.
Να γλείφεις κάθε μέρα το σημάδι εκείνο
στο στέρνο σου στ’ αριστερά,
παλεύοντας να μαλακώσεις κάπως
τον παράξενο τούτο πόνο
που φτάνει απ΄το πουθενά
και σ’ακολουθεί αδιάλειπτα,
παίζοντας κρυφτό μαζί σου.

 

words.jpg

Η Αρχή

Ποτέ δεν ήμουν καλή στο να γράφω εισαγωγές. Ακόμα και αυτή την πρόταση, την έχω σβήσει καμιά ντουζίνα φορές, και την έχω γράψει από την αρχή άλλες τόσες. Σκέφτηκα πως θα ήταν ωραίο να είχα ένα μέρος, στο οποίο να γράφω ό, τι και αν μου περνάει από το μυαλό: ποιήματα και πεζά, σκέψεις γύρω από βιβλία και άρθρα, εμπειρίες από μέρη, λογισμοί και παραλογισμοί, συνειρμοί και εικόνες. Θαρρώ πως μοιάζει με ημερολόγιο, σαν εκείνο που κρατάγαμε μικροί, με ένα μικρό λουκετάκι και ένα ζευγάρι κλειδιά καλά κρυμμένα στο βάθος κάποιου συρταριού -μόνο που τούτο εδώ είναι δημόσιο και έχει οθόνη αντί για σελίδες. Για να δούμε, λοιπόν, πώς θα γίνει με τον καιρό.

Τελειώνει το τραγούδι που ακούω, οπότε ας κλείσω και εγώ αυτό το μικρό καλωσόρισμα στο Pluma Verbi. Ελπίζω μετά από λίγο καιρό να μοιάζει όπως ακριβώς το ‘χα φανταστεί.

P.S.: Το τραγούδι είναι το Honey- Moby, και νομίζω πως τις επόμενες μέρες θα το ακούω μέχρι και στον ύπνο μου. Well, it is worth it.

b21053bf9e5f60d63da970c128a65471