Dies et Verba: Μια Ημέρα, Δύο Μεγάλοι Ποιητές, 30/10

Σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου, έλαβαν χώρα δυο γεγονότα άμεσα συνυφασμένα με τον κόσμο της λογοτεχνίας, καθώς σχετίζονται με δυο κορυφαίους Έλληνες ποιητές: το 1896 γεννήθηκε ο Κώστας Καρυωτάκης και το 1988 έφυγε από τη ζωή ο Τάσος Λειβαδίτης.

Δυο άνθρωποι που μπόρεσαν να μιλήσουν στις καρδιές των αναγνωστών τους όσο λίγοι, δυο τεράστιοι ποιητές με σπουδαίο έργο, τόσο όμοιοι στην αγάπη του κόσμου για τα έργα τους, και συνάμα τόσο διαφορετικοί μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για καρυωτάκης

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896 στην Τρίπολη Αρκαδίας. Το 1914 ξεκίνησε να φοιτά στη Νομική Σχολή Αθηνών, και το 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1922 γνώρισε την Μαρία Πολυδούρη, ενώ και οι δυο εργάζονταν στη Νομαρχία Αττικής, με την οποία μοιράστηκε έναν έρωτα, που όμως δεν διήρκεσε πολύ. Ο Καρυωτάκης, όπως υποστηρίζουν πολλοί μελετητές του, έπασχε από σύφιλη, ανίατη ασθένεια και συνάμα κοινωνικό στίγμα, γεγονός που τον οδήγησε να απομακρυνθεί από την αγαπημένη του, και όταν εκείνη του έκανε πρόταση γάμου, να την απορρίψει.

Στις 21 Ιουλίου του 1928 ο Κώστας Καρυωτάκης αυτοκτόνησε με ένα πιστόλι στην καρδιά, ενώ μια επιστολή βρέθηκε στη τσέπη του σακακιού του, η οποία έγραφε:

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περισσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική. Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι. Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές (!!!), εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέση τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὡρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης).

Η Μαρία Πολυδούρη έπασχε ήδη από φυματίωση, και η είδηση για το χαμό του αγαπημένου της έπαιξε ρόλο στην επιδείνωση της ασθένειάς της. Έφυγε από τη ζωή στις 29 Απριλίου του 1930, σε μικρή ηλικία, όπως και ο Καρυωτάκης.Αποτέλεσμα εικόνας για χειρόγραφα καρυωτάκης

Τόσο ο Καρυωτάκης, όσο και η Πολυδούρη ανήκουν στη γενιά του ’20, στους ποιητές του Μεσοπολέμου, στους οποίους φαίνεται μια επίδραση από το γαλλικό συμβολισμό, με τη μελαγχολία και την ονειροπόληση να αποτελούν χαρακτηριστικά του έργου τους.

Ένα ποίημα του Καρυωτάκη:

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ, Ελεγεία και Σάτιρες (1927)

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.
Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.
Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.
Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

Και ένα ποίημα της Πολυδούρη:

ΕΝΑ ΒΡΑΔΙ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ, Ανέκδοτα Ποιήματα

Τί θλιβερὸ πράμμα ὁ Σταθμός,
ποὺ μόλις νἄχῃ φύγει τὸ τραῖνο.
Οὔτε στιγμή, μόλις ποὺ ἐδῶ
στὶς ράγιες του βαριὰ σταματημένο
καὶ πηγαινόρχονταν γοργά,
ἀνίδεα γελώντας ταξειδιῶτες.
Κι᾿ ὅσοι ποὺ μείνανε κι᾿ αὐτοὶ
δὲν ἔχουνε τὴν ὄψη τους σὰν τότες.
Ἡ ἄδεια θέση κι᾿ ἡ σιωπὴ
μέσ᾿ στὸ Σταθμὸ ποὺ τοὔφυγε τὸ τραῖνο.
Κι᾿ αὐτοὶ ποὺ μείνανε σκορποῦν
κ᾿ ἔχουν τὸ βῆμα τὸ ἀποφασισμένο
ὅσων τὴ μοίρα ἀκολουθοῦν.
Κάθε φορὰ τοὺς φεύγει κι᾿ ἀπὸ κάτι
καὶ κεῖνοι μένουν στὸ Σταθμὸ
λυγίζοντας τὸ θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στὰ ἴδια θαρρετοὶ
δῆθεν κ᾿ ἡ πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
-Καταραμένε χωρισμὲ
ὅμως κι σένα ἀπόψε θ᾿ ἀγαπήσω.
Γιατί τὸ «χαῖρε» ἦταν γλυκὸ
καθὼς τὸ χέρι σειόταν στὸν ἀέρα
ἀπ᾿ τὸ μαντήλι πιὸ λευκὸ
κι᾿ ἀπ᾿ τὸν ἀνθό, σὰ φῶς ποὺ ἔφευγε πέρα,
ποὺ δὲν τὸ εἶχα ἰδῆ ποτὲ
τόσο γαλήνια ὡραῖο τ᾿ ὅραμά σου,
Καταραμένε χωρισμέ.
Μοῦ τρέμουνε τὰ χείλη στὄνομά σου.

Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1922 στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως τελικά επέλεξε να ακολουθήσει το πραγματικό του πάθος, την ποίηση. Επαναστάτης και αγωνιστής, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ενώ τα γραπτά του μεταφέρουν ένα ονειρικό συναίσθημα, ένα κράμα αισιοδοξίας, ρομαντισμού, αλλά και σύγχρονης πραγματικότητας, με στοιχεία που αντικατοπτρίζουν την πολιτική δραστηριότητα που ανέπτυξε στο χώρο της αριστεράς, καθώς και προσωπικά του βιώματα.

Σχετική εικόνα

Θυμάμαι ακόμα τη χαρά που ένιωσα όταν κράτησα για πρώτη φορά στα χέρια μου βιβλίο του Λειβαδίτη, το «Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια«, το οποίο έγραψε το 1958. Ένα βιβλίο που δεν αφήνεις από τα χέρια σου, εάν δεν φτάσεις πρώτα στην τελευταία του σελίδα.

Απόσπασμα από το έργο του:

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

Kι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα.

…ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα.

Kαι πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη,

κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο

στάδιο

όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση.

Kι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία

υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,

απ’ το τραγούδι.

«Aύριο», λες,

και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο

το πελώριο ποτέ.

 

Και ένα ακόμα ποίημα, από τα αγαπημένα μου:

«Ποῦ εἶσαι»

Ἔβρεχε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἔβρεχε
ἀνέβηκα τὰ σκαλιὰ κανεὶς στὴν κάμαρα
Ἔβρεχε; ἔτρεμε στ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο ἡ κουρτίνα
Ἔβρεχε…

«Φεύγω μὴ ζητήσεις νὰ μὲ βρεῖς. Ἀγαπῶ ἄλλον!», ἔγραφε
Ἀγαπῶ ἄλλον;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Οἱ δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φῶτα, ἔβρεχε

Ζευγάρια ἀγκαλιασμένα κάτω ἀπ᾿ τὶς ὀμπρέλες τους
σὲ λίγο θὰ ἀνάβουνε τὸ φῶς
Θὰ κοιτάζονται στὰ μάτια καὶ θὰ πετᾶν ἀπὸ πάνω τους ὅλη τὴ μοναξιὰ
Οἱ φωτεινὲς ρεκλάμες ἀνοιγοκλείνουνε τὰ μάτια τους
Ὅλα στὴν ἐποχὴ μᾶς διαφημίζονται γιατί ὄχι καὶ αὐτὸ …
Ἔβρεχε

«Ἀγαπῶ ἄλλον!»
Μὲ κόκκινα πελώρια γράμματα θὰ ᾿τᾶν ὑπέροχη διαφήμιση
γιατί ὄχι καὶ αὐτό: «Ἀγαπῶ ἄλλον!»
«Θὰ ἀγαπῶ ἄλλον»;
Ποῦ εἶσαι;
Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει κρυώνω
Ποῦ εἶσαι;

Αποτέλεσμα εικόνας για λειβαδιτηςΚλείνοντας, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στη γνωριμία του Τάσου Λειβαδίτη με τον Μίκη Θεοδωράκη, από την οποία προέκυψαν εξαιρετικά τραγούδια, όπως το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, και το «Σαββατόβραδο» με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Αγαπημένο τραγούδι είναι, φυσικά, και το «Για να σε συναντήσω«, το οποίο ερμηνεύει ο Μανώλης Λιδάκης, με στίχους του Τάσου Λειβαδίτη και μουσική του Κώστα Λειβαδά.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για λειβαδιτης

Advertisements

Χαρμάνι Βιβλίων ν.5 – Αχνή Θέα των Λόφων, Kazuo Ishiguro

Υπάρχουν ορισμένα βιβλία που σαν διαβάσεις την τελευταία πρόταση μένεις για λίγο να κοιτάς τη σελίδα, χωρίς στην πραγματικότητα να την βλέπεις, απλά και μόνο γιατί φοβάσαι πως αν τη γυρίσεις, πως αν κλείσεις το βιβλίο, θα χαθεί κάτι από αυτό που σε έκανε να αισθανθείς, ό, τι και να είναι.

Το έργο «Η Αχνή Θέα των Λόφων» του Kazuo Ishiguro ανήκει σε αυτή ακριβώς την κατηγορία βιβλίων. Εκείνα που κυριολεκτικά τα καταβροχθίζεις, ή καλύτερα εκείνα που καταβροχθίζουν εσένα. Που σε μεταφέρουν σε ένα διαφορετικό μέρος, σε μιαν άλλη εποχή, αλλά το κάνουν τόσο εξαιρετικά που σαν χτυπήσει το τηλέφωνο αναρωτιέσαι από που να βγαίνει τούτος ο αταίριαστος ήχος. Το βιβλίο αυτό κινείται σε δυο ουσιαστικά επίπεδα, τόσο χρονικά όσο και τοπικά. Όσον αφορά τον χρόνο, έχουμε το «τώρα» της πρωταγωνίστριας, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει το παρόν, καθώς επίσης και το «τότε» της, την ζωή της πριν από αρκετά χρόνια, όταν ακόμη ήταν νέα. Όσον αφορά τον τόπο, έχουμε από την μια πλευρά την Ανατολική Ασία, και πιο συγκεκριμένα την Ιαπωνία, και από την άλλη πλευρά τη βροχερή Αγγλία με τα γκρι σύννεφα και την πρωινή υγρασία που αφήνει σκόρπιες στάλες πάνω στα τζάμια. IMG-d8be2c54602617135830ef1ce6712c88-V-01

Στην ιστορία μας εισάγει η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια του έργου, η Ετσούκο, μέσα από τα μάτια και τις αναμνήσεις της οποίας ερχόμαστε σε επαφή με έναν πολιτισμό μακρινό και ξένο, αλλά και με την πιο σύγχρονη και γνώριμη πραγματικότητα του σήμερα. Μέσα από αναδρομικές αφηγήσεις των νεανικών της χρόνων γνωρίζουμε την φίλη της Σατσίκο, και την κόρη της Μαρίκο, δυο περίεργες προσωπικότητες που προκαλούν στον αναγνώστη ανάμεικτα συναισθήματα απορίας, έγνοιας και σε αρκετά σημεία συμπάθειας. Επίσης γνωρίζουμε τον πεθερό της Ογκάτα-Σαν και τον άντρα της, ο οποίος αποπνέει μια αποξένωση, και προτιμάει να διαβάσει την εφημερίδα του από το να συνεχίσει την παρτίδα σκάκι που ξεκίνησε το προηγούμενο βράδυ με τον πατέρα του, παρά τις παρακλήσεις και τις προτροπές του.

«Δε θυμάσαι τι σου έλεγα πάντα; Στο σκάκι χρειάζεται να διατηρείς μια συμπαγή στρατηγική. Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις την προσπάθεια όταν ο αντίπαλος καταστρέφει το ένα σου σχέδιο, αλλά αμέσως να επιστρατεύεις το επόμενο», του λέει χαρακτηριστικά.

Οι αναμνήσεις του παρελθόντος λαμβάνουν χώρα στο Ναγκασάκι, γενέτειρα του Ισιγκούρο, το οποίο βρίσκεται υπό ανοικοδόμηση, και το οποίο αποπνέει μια αύρα αλλαγής. Μεταφερόμαστε σε ένα μακρινό σκηνικό, αλλιώτικο, όπου το να ψηφίζει η γυναίκα το ίδιο με τον άντρα της και το να περπατάνε τα ζευγάρια χέρι-χέρι στο δρόμο αποτελεί νεόφερτη συνήθεια, πολύ διαφορετική από τα παλιά ήθη και έθιμα του τόπου.

Καθώς ακολουθούμε το παρόν που βιώνει η Ετσούκο μαθαίνουμε για την αυτοκτονία της μεγαλύτερης κόρης της, Κέικο, στο διαμέρισμα που διέμενε, η οποία δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν παρά μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Είναι φανερή μέσα από το βιβλίο η δυσκολία της Κέικο να προσαρμοστεί στη νέα ζωή της στην Αγγλία, η απομάκρυνσή της από τους δικούς της, και τελικά το κλείσιμο στον εαυτό της.

Το έργο μας αφήνει ένα μετέωρο συναίσθημα αβεβαιότητας καθώς μέσα από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της Ετσούκο την ακολουθούμε στην προσπάθειά της να ασκήσει αυτοκριτική και να φτάσει στην αυτογνωσία. Μας μεταδίδει νότες από την Ιαπωνία, από τις συνήθειες των κατοίκων της και από τις αξίες που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά, μέσα σε ένα όμορφο μπλέξιμο με την γνώριμη Αγγλία και την δυτική κουλτούρα που υφίσταται. Ένα ταξίδι μαγικό στο μακρινό και πονεμένο Ναγκασάκι, που προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του και να αρχίσει ξανά από την αρχή, και για το οποίο η Ετσούκο, καθώς το κοιτάει από ένα ύψωμα, αναφέρει:

«Είναι τόσο ωραία εδώ που ήρθαμε. Σήμερα αποφάσισα πως θα είμαι αισιόδοξη. Είμαι αποφασισμένη να έχω ένα ευτυχισμένο μέλλον. Η κυρία Φουτζιβάρα πάντοτε μου λέει πόσο σημαντικό είναι να κοιτάζουμε μπροστά. Και έχει δίκιο. Αν οι άνθρωποι δεν το έκαναν αυτό, τότε όλα αυτά» – έδειξα ξανά τη θέα -, «όλα αυτά θα είχαν παραμείνει ερείπια».  

 

Σημεία Στίξης

Μα τ’ ανείπωτα τρέξαν να κρυφτούν
προτού να ξεφύγουν από τα χείλη,
τρομαγμένα κι ανήσυχα
μην τύχει και τα βρούνε.

Μα οι ματιές τους φοβηθήκανε
και γύρισαν μεμιάς την πλάτη,
πικραμένες και ατελείωτες,
σ’ ένδειξη παραπόνου.

Μα και οι ίδιοι σκιάχτηκαν, θαρρώ,
απ’ το δικό τους «ίσως»
που ήτανε πιο δυνατό
από όλα τα «μπορώ» τους.

Και στο τέλος έβαλαν
μια στρογγυλή τελεία,
γιατί ένα κόμμα είναι ικανό
να τ’ ανατρέψει όλα.

Και η σελίδα ντράπηκε
έτσι που απέμεινε λευκή
και τράβηξε το εξώφυλλο
να κλείσει το βιβλίο.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για black n white gif book

Χαρμάνι Βιβλίων ν.4 – Ιστορία Σαν Παραμύθι

Σβήνω-γράφω, σβήνω-γράφω τις πρώτες αυτές αράδες τόσο πολύ, που θαρρείς το χαρτί θα σκιστεί από το πολύ μελάνι και θα αφήσει πίσω του ένα παραπονεμένο μπάλωμα, να με κοιτάει επικριτικά για την αδυναμία μου να συνθέσω ένα συνεκτικό κείμενο. Και οι λέξεις νομίζω θα βγουν από το χαρτί και θα αρχίσουν να μου τραβάν το χέρι με ακανόνιστες κινήσεις, ώστε να αφήνει πίσω γράμματα και φράσεις, έως ότου να γραφεί κείνο που ποθούν αυτές.

Σήμερα είναι 9 Σεπτεμβρίου, και ο καιρός έχει αρχίσει να θυμίζει φθινόπωρο. Η μουσική επιλογή της ημέρας είναι ο μοναδικός Luciano Pavarotti, ο Ιταλός τενόρος που σημάδεψε τον 20ο αιώνα με την παρουσία του, και συγκεκριμένα η όπερα Madama Butterfly, για την οποία συνεργάστηκε με τον Giacomo Puccini.

«Vogliatemi bene, un ben piccolino» παρακαλάνε μελαγχολικά οι νότες.

Τον τελευταίο καιρό αναζητούσα να διαβάσω κάτι λίγο διαφορετικό από ότι συνηθίζω. Είχα στο νου μου ένα βιβλίο που να συνδυάζει την ιστορία του παρελθόντος με το παρόν, το τότε με το τώρα, ώστε να με βοηθήσει να αποκτήσω μια εποπτεία, μια πιο μακρινή ματιά ας πούμε, στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στον κόσμο ανά τα χρόνια, ή καλύτερα ανά τους αιώνες. Έτσι, έφτασε στα χέρια μου το «Μικρή Ιστορία του Κόσμου», του E.H. Gombrich, ένα βιβλίο πολυαγαπημένο και χιλιοδιαβασμένο από πλήθος αναγνωστών. Αυτό που με εξίταρε σχετικά με το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι το γεγονός ότι πιάνει την άκρη του μίτου της ιστορίας από την εποχή των δεινοσαύρων και των ανθρώπων των σπηλαίων, και φτάνει έως και την εποχή της πυρηνικής ενέργειας, περικλείοντας μέσα σε μόλις 349 σελίδες γεγονότα που δεν χωράνε ούτε σε μια ντουζίνα τόμους.

Κατά την ανάγνωσή του μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η απλότητα και η φυσικότητα με την οποία εναλλάσσονται οι εποχές, οι κουλτούρες και τα ιστορικά συμβάντα, λες και όλα συνδέονται μεταξύ τους με μια τεράστια αόρατη κλωστή, λες και όλα συνέβησαν στα πλαίσια ενός στενού γεωγραφικού διαμερίσματος και όχι ολάκερου του κόσμου. Ο τρόπος, μάλιστα, που έχουν γραφεί θυμίζει παραμύθι που λέμε σε μικρά παιδιά, είναι στρωτός και κατανοητός, δίχως ακαδημαϊκές λέξεις που προορίζονται μονάχα για τους λίγους, αλλά με μια διάθεση να αναγνωστεί από οποιονδήποτε, οπουδήποτε, επιθυμεί να φωτίσει πτυχές του –μακρινότερου ή και κοντινότερου- παρελθόντος.

Όλα τα παραπάνω συμβάλουν στον οικουμενικό χαρακτήρα του βιβλίου, ενός βιβλίου που αφηγείται μια ιστορία η οποία δεν χωρίζει, αλλά αντίθετα ενώνει όλους τους λαούς και όλες τις ιστορίες μέσα σε μερικά φύλλα, ανακλώντας εκείνα που ενώνουν και όχι εκείνα που χωρίζουν, αντικατοπτρίζοντας ένα παρελθόν που βιώθηκε από κοινού από μυριάδες άτομα, ανεξάρτητα των πεποιθήσεων, της θρησκείας ή της καταγωγής τους.

Στον Πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε χαρακτηριστικά ένα απόσπασμα από μια παλαιότερη τούρκικη έκδοση, στο οποίο ο Gombrich γράφει:

«Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε ποτέ, πρόθεση το βιβλίο αυτό να αντικαταστήσει το σχολικό βιβλίο ιστορίας, το οποίο εξυπηρετεί έναν πολύ διαφορετικό στόχο. Θέλω οι αναγνώστες να χαλαρώσουν και να παρακολουθήσουν την ιστορία χωρίς να χρειάζεται να κρατάνε σημειώσεις ή να απομνημονεύουν ονόματα και χρονολογίες. Υπόσχομαι μάλιστα ότι δεν θα τους εξετάσω σ’ αυτά που έχουν διαβάσει».

 

IMG_20180827_115015_226

Χαρμάνι Βιβλίων ν.3

Ένα από τα βιβλία που είχα ακούσει πολύ και είχα βάλει στη λίστα με τα «to read» λογοτεχνικά έργα, ήταν το «Άκου Ανθρωπάκο!» του Βίλχελμ Ράιχ. Μάλιστα, το είχα συναντήσει και σε πολλές λίστες, από αυτές που προτείνουν βιβλία που οφείλεις να διαβάσεις μέχρι την τάδε ή δείνα χρονική στιγμή και ηλικία, με δεκάδες άτομα να το προτείνουν σε σχόλια που ακολουθούσαν την προτεινόμενη λίστα, σε περίπτωση που δεν ήταν συμπεριλαμβανόμενο. Τους τελευταίους μήνες το έβρισκα και συνεχώς μπροστά μου, σε όποιο βιβλιοπωλείο και αν πήγαινα, σε όποιο πάγκο και αν χάζευα, ήταν πάντα εκεί, πάνω πάνω, σε μια από τις κεντρικές στοίβες.

Όταν το είδα μέχρι και στο βιβλιοπωλείο του σταθμού Κηφισού αποφάσισα να βάλω στη άκρη ό, τι είχα ξεκινήσει να διαβάζω, και να αρχίσω αυτό. Τελικά, μέσα σε λίγες ώρες το είχα τελειώσει και χάζευα ξανά την εικονογράφησή του.

Ας τα πάρουμε όμως λιγάκι από την αρχή. Ο συγγραφέας του έργου, ο Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich, 24 Μαρτίου 1897 – 3 Νοεμβρίου 1957), ήταν Αυστριακός ψυχαναλυτής,  μαθητής του Φρόιντ, ενώ κατατάσσεται στους πιο ριζοσπάστες και αμφισβητούμενους επιστήμονες της εποχής του. Κατά την προσπάθειά του να αμφισβητήσει και να ασκήσει κριτική στον τρόπο σκέψης που επικρατεί, καθώς και στο εγχείρημά του να ανατρέψει θεμελιώδεις επιστημονικές αντιλήψεις, είχε πλήθος κόσμου στο πλευρό του αλλά και άλλους τόσους απέναντί του. Εκείνος, ωστόσο, συνέχιζε να υποστηρίζει επίμονα τις θέσεις του, γεγονός που του κόστισε έως ένα βαθμό την επιστημονική του υπόληψη, αλλά και τον ανάγκασε να μετακινηθεί αρκετά, αφού επέφερε διώξεις. Από το 1928 έως το 1933 διετέλεσε μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος της Γερμανίας, με το οποίο τελικά ήρθε σε ρήξη λόγω των θεωριών και των απόψεών του. Τελικά, το Κομμουνιστικό Κόμμα τον διέγραψε και κήρυξε τα έργα του «αντεπαναστατικά». Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, το ναζιστικό καθεστώς τον κυνήγησε και τα βιβλία του λογοκρίθηκαν και ρίχτηκαν στην πυρά. Το 1954 ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων χαρακτήρισε τον Ράιχ απατεώνα για τις θεωρίες του και τον κατηγόρησε για τσαρλατανισμό. Εκείνος απάντησε με ένα υπόμνημα προς τον αρμόδιο δικαστή, στο οποίο ανέφερε πως αποφάσισε να μην παραβρεθεί στη δίκη, διότι θεωρούσε ότι τα δικαστήρια δεν ήταν σε θέση να κρίνουν επιστημονικά ζητήματα. Τελικά, κρίθηκε ένοχος το 1956 για περιφρόνηση του δικαστηρίου, και καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκισης, ενώ πολλά έντυπά του καταστράφηκαν ξανά. Το 1957 πέθανε μέσα στο κελί του από καρδιακή προσβολή.

Ας προχωρήσουμε τώρα στο βιβλίο του «Άκου Ανθρωπάκο!»: «Ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός. Ο Ανθρωπάκος δεν γνωρίζει ότι είναι μικρός και φοβάται να το μάθει», διαβάζουμε μέσα στις σελίδες του. Ουσιαστικά όλο το κείμενο είναι μια κριτική, μια προσπάθεια αφύπνισης του μέσου παθητικού ανθρώπου και της μικρότητας που χαρακτηρίζει τις πράξεις και τις αποφάσεις του. Του Ανθρωπάκου που φοβάται να σταθεί στο ύψος του, που σκύβει το κεφάλι πειθήνια σε κάθε διαταγή, δίχως να μπαίνει στον κόπο να φιλτράρει την ορθότητά της, ενώ φοβάται απελπιστικά τις ευθύνες, και τελικά τρέμει μην πιάσει πολλή ελευθερία στα χέρια του, αφού δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς να την διαχειριστεί. Ο Ανθρωπάκος που θα καταχραστεί την όποια εξουσία αποκτήσει, που δεν έχει αναλογιστεί ποτέ τα λάθη και τα σωστά του σε μια προσπάθεια αυτοκριτικής, που δεν κοιτάει πέρα από τον στενό μικρόκοσμό του, που δεν έχει μεγάλα όνειρα, που δεν, που δεν, που δεν. Όλο το κείμενο είναι γραμμένο σε β’ ενικό πρόσωπο, απευθύνεται σε ένα «εσύ» και ξεχειλίζει από την πικρία και την απογοήτευση του συγγραφέα, σε λόγο έντονο, απογοητευμένο, οργισμένο. Ένα συνονθύλευμα στεναχώριας και δυσαρέσκειας του Βίλχελμ Ράιχ από τους Ανθρωπάκους που συναντά και συναναστρέφεται καθημερινά, με μια νότα ελπίδας για την δύναμη που έχουν μέσα τους να βελτιωθούν και να αλλάξουν, συνειδητοποιώντας την μικρότητα της σκέψης τους και αναζητώντας την καλλιέργεια και την παιδεία.

Αξίζει να αναφερθώ και στην εικονογράφηση που συνοδεύει το κείμενο, τουλάχιστον στην έκδοση που το αγόρασα (εκδόσεις Αργοναύτης), η οποία συνάδει με το γενικό πνεύμα του έργου και βοηθάει περαιτέρω στην ανάγνωσή του.

Κλείνοντας, παραθέτω ένα  αποσπάσματα του βιβλίου που αντικατοπτρίζει τις απόψεις του συγγραφέα:

«Σ’ άκουσα να κλαις και να παραπονιέσαι, να μου μιλάς για τις επιθυμίες, τις αγάπες και τις έγνοιες σου. Σε ξέρω, σε νιώθω… Θα σου πω αυτό που είσαι πραγματικά Ανθρωπάκο γιατί πιστεύω στο λαμπρό σου μέλλον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σου ανήκει. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα εξέτασε τον εαυτό σου. Δες τον όπως πραγματικά είναι και άκουσε αυτά που κανείς δεν τολμά να σου πει, ούτε οι ηγέτες σου ούτε οι εκπρόσωποί σου.

[…]

Περιφρονείς τον εαυτό σου Ανθρωπάκο. «Ποιος είμαι εγώ«, λες, «που μπορώ να έχω άποψη και να διεκδικώ τον κόσμο;» Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που έχεις την αξίωση να διαφεντεύεις τη ζωή σου.»

 

 

DSC_2310-01

Χαρμάνι Βιβλίων ν.2

Ένας από τους συγγραφείς τους οποίους κάθε βιβλιοφάγος οφείλει να διαβάσει κάποια στιγμή είναι αδιαμφισβήτητα ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway), ο οποίος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς Αμερικανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, με έργα που διαβάζονται ακόμα από δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες ανά τον κόσμο.

Το βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω από τον Χέμινγουεϊ ονομάζεται «Ο Κήπος της Εδέμ», το οποίο ξεκίνησε να γράφει το 1946, και συνέχισε ανά διαστήματα να επεξεργάζεται για τα επόμενα 15 χρόνια, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη συγγραφή των «Ο γέρος και η θάλασσα» και «Μια κινητή εορτή». Τελικά, «Ο Κήπος της Εδέμ» εκδόθηκε εικοσιπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, και αποτελεί ένα έργο ιδιαίτερο και σύγχρονο, με λόγο στιβαρό, κοφτό και ρεαλιστικό, κατακλυσμένο από μια τολμηρή έκφραση της σεξουαλικότητας.

Η αφήγηση και το νόημα του κειμένου πλέκονται γύρω από τρία βασικά θέματα: την σταδιακή επιδείνωση της ψυχικής υγείας της Κάθριν, της γυναίκας του πρωταγωνιστή Ντέιβιντ, την είσοδο της όμορφης Ιταλίδας Μαρίτας στην ζωή του ζευγαριού και τις συνέπειες που ακολούθησαν, καθώς και ένα επεισόδιο από σαφάρι στην Αφρική  από την παιδική ηλικία του πρωταγωνιστή, το οποίο προσπαθεί να γράψει σε διήγημα. Οι κύριοι πρωταγωνιστές είναι το ζευγάρι που διανύει το μήνα του μέλιτός του, ο Ντέιβιντ Μπορν και η Κάθριν Μπορν, καθώς και η Ιταλίδα Μαρίτα, η οποία βρέθηκε τυχαία στο δρόμο τους, παίζοντας καταλυτικό ρόλο στη ζωή τους έκτοτε. Παράλληλα, βλέπουμε και άλλους ήρωες να εμφανίζονται στο προσκήνιο ανά διαστήματα, είτε μέσω της άμεσης διαλογής με τους ήρωες, είτε μέσω της έμμεσης αναφοράς τους στα πλαίσια της αφήγησης. Έτσι ερχόμαστε σε επαφή και με τους ιδιοκτήτες του πανδοχείου στο οποίο έμεναν, με τους οποίους συζητούν ανά διαστήματα, αλλά και με τον πατέρα και τον φίλο του Ντέιβιντ, για τους οποίους γράφει καθώς στο μυαλό του γυρνούν οι σκηνές από την Αφρική των παιδικών του χρόνων.

Προσωπικά θα αναφερθώ σε δυο σημεία σχετικά με τον «Κήπο της Εδέμ», τα οποία μου έκαναν εντύπωση: τα σκόρπια γαλλικά και το επεισόδιο που αφηγείται ο Ντέιβιντ σχετικά με το σαφάρι.

Περνώντας τις σελίδες του βιβλίου (με μετάφραση της Άννας Παπασταύρου), μεταφερόμαστε μέσω των περιγραφών στις ακτές της Γαλλίας, στη Λα Ναπούλ, ενώ ο γαλλικός αέρας που διαπνέει το έργο γίνεται ακόμα πιο έντονος μέσα από τις σκόρπιες γαλλικές φράσεις και λέξεις που βρίσκονται κρυμμένες μέσα στα κεφάλαια, σαν μικρές πινελιές περαιτέρω εγκλιματισμού στην ιστορία που διαδραματίζεται. Για παράδειγμα, προχωρώντας την ανάγνωση, διαβάζουμε:

«Madame et Monsieur ont fait décolorer les cheveux. C’est bien».
«Merci Monsieur. On le fait toujours dans le mois d’août».
«C’est bien. C’est très bien». 

(Μετάφραση από Γαλλικά:
Η κυρία και ο κύριος ξέβαψαν τα μαλλιά τους. Είναι ωραία.
Ευχαριστούμε, κύριε. Πάντα το κάνουμε αυτό μέσα στο μήνα Αύγουστο.
Είναι ωραία. Είναι πολύ ωραία.)

Όσον αφορά την αφήγηση για το σαφάρι, μου έκανε εντύπωση η ρεαλιστική περιγραφή του Χέμινγουεϊ σε όλο το επεισόδιο. Στο σημείο αυτό περιγράφεται το κυνήγι ενός μεγάλου ελέφαντα από τον νεαρό Ντέιβιντ, τον πατέρα του και έναν φίλο τους, με σκοπό ,αφού τον σκοτώσουν, να πάρουν τους χαυλιόδοντές του, οι οποίοι είναι εξαιρετικά μεγάλοι, και κατά συνέπεια αξίζουν πολλά χρήματα. Η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο σκότωσαν τον ελέφαντα θα έλεγα πως αγγίζει τον νατουραλισμό, αφού η εικόνα μας δίνεται με εξαιρετική λεπτομέρεια, όχι μόνο στο οπτικό κομμάτι, αλλά και σε αυτό της ακοής και της όσφρησης. Βέβαια, θεωρώ πως αυτή η ωμή καταγραφή και παρουσίαση της δολοφονίας του ελέφαντα, η οποία υποκινείται από καθαρά οικονομικά οφέλη, βοηθάει στην σωστή μετάδοση και ευαισθητοποίηση των αναγνωστών γύρω από ένα ζήτημα που όχι μόνο δεν τείνει να εξαλειφθεί, αλλά αντίθετα βρίσκεται σε διαρκή έξαρση και απειλεί την άγρια ζωή της Αφρικής, την λαθροθηρία. Δεν θα παραθέσω κάποιο απόσπασμα από το σημείο αυτό, διότι θεωρώ πως μόνο εάν η εξιστόρηση του πρωταγωνιστή διαβασθεί στην ολότητά της, και όχι αποσπασματικά, μπορεί να μεταφέρει τα συναισθήματα που επιθυμεί ο συγγραφέας στο σωστό βαθμό και στην πρέπουσα ένταση.

Κλείνοντας, αφήνω εδώ ένα απόσπασμα του βιβλίου που ξεχώρισα:

«Δεν θα τελειώσω όπως θα ήθελα, γιατί θα ακουγόταν κυριολεκτικά εξωφρενικό και απίστευτο, αλλά θα το πω έτσι κι αλλιώς, μιας και πάντα ήμουν άξεστη και υπεροπτική και εξοργιστική τελευταία, όπως και οι δύο γνωρίζουμε. Σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ για πάντα και λυπάμαι. Τι άχρηστη λέξη.»

 

_20180524_151711-01

 

Αγαπητέ Μπαλζάκ,

Η αλήθεια είναι πως παρά την αγάπη μου στα κλασικά έργα, δεν είχε τύχει να διαβάσω στο παρελθόν κάποιο έργο του πασίγνωστου Γάλλου συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 20 Μαΐου του 1799, στην πόλη Τουρ (Tours). Αφορμή να μυηθώ και εγώ στον κόσμο των βιβλίων του στάθηκε ένα σεμινάριο της Λογοτεχνίας σχετικά με τις Θεωρίες της Αφήγησης, κατά το οποίο κάθε φοιτητής/-τρια καταπιανόταν με ένα βιβλίο, το οποίο στο τέλος του εξαμήνου παρουσίαζε και ανέλυε στους υπόλοιπους. Μας δόθηκε μια λίστα με διάφορα έργα από ποικίλους συγγραφείς, από την οποία μπορούσαμε να επιλέξουμε όποιο θα μας έκανε το «κλικ» -εμένα αυτό το «κλικ» μου το έκανε ο συγγραφέας, και μόλις είδα το όνομα Μπαλζάκ ένα αίσθημα ενθουσιασμού ανακατεύτηκε μαζί με μια δόση ενοχής, για την έως τότε πλήρη άγνοιά μου.

Το έργο που διάβασα και παρουσίασα ήταν το «ο Μπάρμπα- Γκοριό» (Le Père Goriot στα γαλλικά), το οποίο είναι μόλις ένα μικρό κομμάτι του μνημειώδους παζλ που δημιούργησε ο Μπαλζάκ, την Ανθρώπινη Κωμωδία.Αποτέλεσμα εικόνας για μπαρμπα γκοριο

Η Ανθρώπινη Κωμωδία αποτελείται από πλήθος ολοκληρωμένων αλλά και ημιτελών έργων, με την οποία αποσκοπεί να δώσει μια σφαιρική εικόνα της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Προκειμένου να καταλάβουμε τον όγκο του λογοτεχνικού έργου του Μπαλζάκ, αρκεί να δώσουμε έναν αριθμό που αντιπροσωπεύει τους ήρωες που δημιούργησε στα βιβλία του: 2.504. Όσον αφορά τον Μπάρμπα- Γκοριό, μπορώ να πω ότι ο ρεαλιστικός λόγος του συγγραφέα βοηθάει εξαιρετικά στην εύκολη και στρωτή ανάγνωσή του, ενώ οι λεπτομερείς περιγραφές σκιαγραφούν το κάθε τι κατά τη διάρκεια της πλοκής, στήνοντας ένα ολοκληρωμένο από κάθε άποψη σκηνικό. Το περιεχόμενο του βιβλίου το αναφέρει ο ίδιος ο Μπαλζάκ στις σημειώσεις που κρατούσε σχετικά με τα έργα που επρόκειτο να γράψει:

«Ένας καλός ανθρωπάκος-πανσιόν για μεσαία εισοδήματα-εξακόσια φράγκα εισόδημα-που ξόδεψε όλες τους τις οικονομίες για τις κόρες του, που και οι δυο μαζί έχουν εισόδημα πενήντα χιλιάδες φράγκα- και που πεθαίνει σαν σκυλί».

Περιληπτικά, η δράση του έργου διαδραματίζεται στο Παρίσι, όπου παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια του κυρίου-Γκοριό να βοηθήσει οικονομικά τις δυο κόρες του. Στην προσπάθειά του αυτή ο ίδιος καταλήγει μετά βίας να ζει με τα ελάχιστα εναπομείναντα χρήματά του. Παράλληλα παρακολουθούμε και τις ζωές των υπόλοιπων κατοίκων της πανσιόν Βοκέ. Για παράδειγμα, τον φτωχό αλλά φιλόδοξο νεαρό Ευγένιο ντε Ραστινιάκ να προσπαθεί να μπει στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, τον κυνικό Βοτρέν να αποτελεί μια φωνή αναρχίας και την στενόμυαλη κυρία Βοκέ να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους οικοτρόφους της.

Πολλοί από τους χαρακτήρες που πλάθει ο Μπαλζάκ παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού χρησιμοποιεί την τεχνική των «επανεμφανιζόμενων προσώπων», η οποία συνίσταται, κυρίως, στο να επαναφέρει ορισμένα πρόσωπα που έχει ήδη παρουσιάσει σε προηγούμενα έργα και να επανέρχεται στην αφήγηση των περιπετειών τους, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα είδος συνοχής ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα μυθιστορήματα. Η διαδικασία αυτή βρίσκει συστηματική εφαρμογή πρώτη φορά στο μυθιστόρημα του Μπαρμπά- Γκοριό, γεγονός που αναδεικνύει την πρόθεση του συγγραφέα να δώσει ψυχή και κίνηση σ’ ένα ολόκληρο φανταστικό κόσμο.

Ένα ακόμη αξιοπερίεργο στοιχείο για τον μεγάλο αυτό συγγραφέα η μεγάλη του αγάπη για τον καφέ, η οποία τον οδηγούσε να πίνει το ένα φλυτζάνι μετά το άλλο, καταλήγοντας στην κατανάλωση από 20 μέχρι 40 ή και παραπάνω φλυτζανιών κάθε μέρα. Η μέρα του, μάλιστα, ξεκινούσε στη 1 το βράδυ, οπότε και ξύπναγε, και τελείωνε στις 8 το πρωί, οπότε και έπεφτε για ύπνο, αφού πρώτα στο ενδιάμεσο είχε γεμίσει δεκάδες σελίδες με λέξεις, κηλίδες μελάνι και μουτζούρες. Η λατρεία του για τον καφέ αντικατοπτρίζεται και στο παρακάτω απόσπασμα, στο οποίο αναφέρει ότι οι κόκκοι μετατρέπονται σε:

«… σπινθήρες που φωταγωγούν όλη τη διαδρομή μέχρι τον εγκέφαλο. Από εκείνη τη στιγμή, όλα βρίσκονται σε ταραχώδη κατάσταση. Οι ιδέες επιταχύνονται σαν τάγματα ενός μεγάλου στρατού στο θρυλικό πεδίο μάχης του, και ο πόλεμος μαίνεται. Μνήμες συσσωρεύονται, φωτεινές σημαίες υψώνονται. Το ιππικό της μεταφοράς αναπτύσσει υπέροχους καλπασμούς. Το πυροβολικό της λογικής πλησιάζει βιαστικά με βαγόνια που κροταλίζουν και φυσίγγια. Στη φαντασία, σκοπευτές κοιτούν και πυροβολούν. Ακολουθούν μορφές και σχήματα και χαρακτήρες. Το χαρτί απλώνεται με μελάνι-γιατί η νυχτερινή εργασία ξεκινά και ολοκληρώνεται με το χείμαρρο αυτού του μαύρου νερού, όπως μια μάχη αρχίζει και τελειώνει με μαύρη σκόνη».

Κλείνοντας, αφήνω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάρμπα- Γκοριό που ξεχώρισα, μιας και εδώ ο αφηγητής του έργου γίνεται φανερός, και απευθύνεται σε εμάς τους αναγνώστες:

«Το ίδιο θα κάνετε κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο μες στα άσπιλα χέρια σας, εσείς που βυθισμένοι μέσα στην αναπαυτική πολυθρόνα σας λέτε: «Ίσως και να με διασκεδάσει». Αφού θα έχετε διαβάσει τα μύχια βάσανα του μπάρμπα-Γκοριό, θα δειπνήσετε ορεξάτοι, χρεώνοντας την αναισθησία σας στο συγγραφέα, κατηγορώντας τον για υπερβολή και ποιητική διάθεση. Μάθετέ το, λοιπόν: αυτό το δράμα δεν είναι ούτε αποκύημα της φαντασίας του ούτε μυθοπλασία. All is true, είναι όλα τόσο αληθινά, ώστε ο καθένας μπορεί ν’ αναγνωρίσει σ’ αυτά στοιχεία από τη ζωή του, μέσα στην ίδια του την καρδιά.»

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ονορε μπαλζακ