Σκιές

Τα κλαριά των δέντρων απέναντι χορεύουν αδιάκοπα,
και εγώ τους βάζω τις φωνές.
Δεν είναι πράγματα αυτά,
έτσι αναίσχυντα να με περιπαίζουν,
να με μπερδεύουν
να μ’ αφήνουν να πιστεύω ότι οι σκιές τους είσαι εσύ.
Μα εκείνα συνεχίζουν να λικνίζονται
τραγουδώντας για τόπους μακρινούς και ξένους,
λες και επί τούτω παλεύουν να τονίσουν
την απουσία σου από δω.
Αγνοούν, βλέπεις, ότι μες στο σπίτι
όλοι οι τοίχοι φορούν το όνομά σου,
απ’ όταν αποφάσισα να το γράφω
και από μια φορά
κάθε που θα μου λείπεις.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για gif night clouds

 

 

Advertisements

Veritas

Έλα να μιλήσουμε για αλήθεια.
Καθαρή, αυτούσια, απόλυτη.
Διαφορετική από την δική σου,
που κείτεται συγκαλυμμένη
στους άβατους βάλτους της νωθρής σου σκέψης.
Έλα αγκαλιά με προφάσεις και δικαιολογίες,
σαν πρόσχημα της μιασμένης σου συνείδησης.
Παρέα με χιλιοπροβαρισμένους μονολόγους,
που διόρθωνες ξανά και ξανά,
καθώς στεκόσουν ακίνητος
με το βλέμμα στυλωμένο
στον σπασμένο σου καθρέπτη.
Το είδωλο που αντικατοπτρίζεται, όμως,
μην το εμπιστεύεσαι.
Είναι κίβδηλο.
Στέκεται εκεί και χαμογελάει δόλια,
με σκοτεινά και φλεγόμενα μάτια.
Σαν περήφανος παραχαράκτης
ευφραίνεται να γεμίζει τις μπαλωμένες ξένες τσέπες
με νομίσματα άνευ αξίας.
Άραγε ποια κατηγορία δύναται κανείς να του προσάψει;
Ποιο επίθετο αρμόζει να τοποθετήσουμε πλάι στα αρχικά του;
Τι πραγματικά είναι, τελικά;
Δόλιος, ή δειλός;
Αποτέλεσμα εικόνας για gif  ink

Χαρμάνι Βιβλίων ν.8 – Λεμονοδάσος, Κοσμάς Πολίτης

Αχ και βαχ.

Μόλις πριν λίγα λεπτά γύρισα και την τελευταία σελίδα, και νιώθω ένας βάρος στο στέρνο μου. Τι υπέροχο βιβλίο ήταν αυτό. Τι λιτό, ειλικρινές, διαφορετικό βιβλίο ήταν αυτό. Παρ’ όλο που έχω ασχοληθεί ανά καιρούς με τον Κοσμά Πολίτη, την βιογραφία και το συγγραφικό του έργο -τόσο στα πλαίσια της σχολής, όσο και από προσωπική επιθυμία (βλ. και αυτό εδώ το άρθρο μου)-, πρώτη φορά διάβασα δικό του βιβλίο. Προτίμησα, μάλιστα, η πρώτη μου επαφή με το έργο του να είναι με το πρώτο βιβλίο που έγραψε και ο ίδιος -δεν φταίω εγώ, έπρεπε να γίνει έτσι, η οργανωτική μανία μου το επέβαλε.

Δεν ήξερα τι να περιμένω ακριβώς, άλλωστε από σκόρπια αποσπάσματα κειμένων πώς θα μπορούσα να σχηματίσω κάποια ολοκληρωμένη άποψη, αλλά μπορώ να πω ότι το Λεμονοδάσος ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου, χωρίς καμία υπερβολή.

Πάμε λίγο όμως στα του βιβλίου, για περισσότερες λεπτομέρειες:

Υπάρχουν διάφοροι ήρωες στο βιβλίο, με δυο πρωταγωνιστές που ξεχωρίζουν: η Βίργκω και ο Παύλος. Όλη η ιστορία -πλην των τελευταίων 4 σελίδων- μας δίνεται από την οπτική του αφηγητή μας Παύλου Αποστόλου, μέσα από την χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, γεγονός που μας βοηθάει να εστιάσουμε στον ψυχισμό του, έχοντας πρόσβαση σ’ όλες τις σκέψεις του, ακόμα και τις πιο βαθιές. Ο δραματικός ενεστώτας του έργου εντείνει την αίσθηση αυτή, ότι και εμείς οι ίδιοι ζούμε ό, τι και ο πρωταγωνιστής, καθώς μας εμπλέκει συναισθηματικά στα δρώμενα που εξιστορούνται.

DSC_2176-01

Οι περιγραφές ήταν πολύ παραστατικές, με πληθώρα οπτικών και οσφρητικών εικόνων, με την δεύτερη κατηγορία να με εκπλήσσει περισσότερο για την ακρίβειά της. Μπορείς να μυρίσεις τις ανθισμένες λεμονιές, την αλμύρα της θάλασσας, τις φθινοπωρινές νύχτες στην Αθήνα.

Αυτό που μου έμεινε από το βιβλίο κατά κύριο λόγο είναι -τι άλλο- ο έρωτας ανάμεσα στους δυο κεντρικούς ήρωες. Ένας έρωτας τόσο διαφορετικός από αυτόν που συνήθως συναντάει κανείς στις μέρες μας. Ένας έρωτας αλλιώτικος, που αποπνέει άλλη εποχή, άλλες συνήθειες, άλλες προσεγγίσεις. Ο πληθυντικός ευγενείας, τα ελαφριά αγγίγματα που κάνουν το κορμί να αναριγεί, τα πρώτα σκιρτήματα της καρδιάς και η αδυναμία να ελέγξει κανείς τις σκέψεις του. Η απόλυτη παράδοση του νου σε έναν άλλο, που τρυπώνει μέχρι και στα όνειρά σου, δίχως να έχεις την δύναμη να τον διώξεις. Και, έτσι απλά, μένει εκεί. Βλέπουμε τον πόθο, τον πόνο που νιώθει ένα σώμα όταν μένει μακρυά από ένα άλλο -καλύτερα, από εκείνο το συγκεκριμένο άλλο-, την ζήλια, την ανυπομονησία, τις αμφιβολίες, τον φόβο για το μετά -για το μέλλον με εκείνον τον άλλο, αλλά και για το μέλλον χωρίς εκείνον-, τις αποφάσεις.

Το σκηνικό της όλης ιστορίας μοιράζεται ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πόρο, μεταφέροντας τον αναγνώστη από την μεγαλούπολη στην επαρχία, από την φασαρία στην γαλήνη. Και το Λεμονοδάσος, όπως αναφέρεται στον τίτλο, είναι ένα δάσος που βρίσκεται απέναντι από τον Πόρο, μυρωδάτο και εξωτικό. Ένα πρόσφατο ταξίδι που πραγματοποίησα στον Πόρο μόλις πέρυσι σίγουρα συνέβαλε στην εντύπωση που μου δημιούργησε το βιβλίο, καθώς ακολουθούσα νοερά την διαδρομή από τον Γαλατά προς τον Πόρο με το καραβάκι, και εν συνεχεία τις βόλτες στο πανέμορφο νησί.

Να και ένα ωραίο ταίριασμα, λοιπόν: μια εξόρμηση στον Πόρο παρέα με το Λεμονοδάσος του Πολίτη, Και μετά μια βόλτα στο ίδιο το Λεμονοδάσος. Τι καλύτερο! DSC_2195-01

Φυσικά δεν γίνεται να μην αναφέρω και την συνύπαρξη δυο διαφορετικών κόσμων στα κεφάλαια του έργου: το παρόν του συγγραφέα και του αφηγητή στην Αθήνα, και το παρελθόν της αρχαίας Ελλάδας, με όλη της την αίγλη. Πολυάριθμες οι αναφορές σε τόπους αρχαιολογικής σημασίας, και ακόμη περισσότερες οι αναφορές στους θεούς της αρχαίας Ελλάδας, την λατρεία τους και τους μύθους που γνωρίζουμε σχετικά.

Όσον αφορά το τέλος του βιβλίου, θέλω να το μοιραστώ τόσο πολύ που κοντεύω να σκάσω, αλλά δεν πρέπει. Εγώ έμεινα να κοιτάω το ταβάνι προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου προκάλεσε, και νομίζω πως είναι καλύτερα να κλείσω αυτό το άρθρο δίχως να αποκαλύψω κάτι περαιτέρω. Μην χαθεί και η μαγεία του, στην τελική.

-Πόσο πολύ μου άρεσε. Αλήθεια.-

 

Ορίστε και ορισμένα αποσπάσματα που ξεχώρισα διαβάζοντάς το:

<<- Και αν τύχει ν’ ανταμώσει κανένας τη γυναίκα που του προορίστηκε;
– Πέρασε από κοντά της δίχως να σταθείς, κάνε τον καραγκιόζη. Παράτα τ’ όνειρό σου πριν καταντήσει εφιάλτης.>>

<<Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να γράφω κάθε τι που νιώθω μέσα στην ψυχή. Τι άλλο απομένει πια να γράψω; Ας γεμίσω τα φύλλα του χαρτιού, λοιπόν, με τ’ όνομά σου: Βίργκω, Βίργκω, Βίργκω, Βίργκω…>>

<<Είν’ αλήθεια όμως; Θα προτιμούσα να γίνω βασιλιάς; Δισεκατομμυριούχος; Δοξασμένος, ξακουστός σ’ όλο τον κόσμο; 
Ναι, ίσως. Κι έπειτα; Έπειτα θ’ ανέβαινα σε ένα ψηλό βουνό να διαλαλήσω: «Ναι, όλ’ αυτά καλά, μα δεν ξέρετε όλη μου την ευτυχία: η Βίργκω είναι δική μου.»>>

<<Τώρα πια είν’ αργά. Τέλειωσαν όλα. Να φύγω… να φύγω… να φύγω…>>

Διαβάστε το, οπωσδήποτε! 

 

20190414_191056-01

Le Temps

Χθες έφυγα απ’ τα ρηχά,
κολυμπώντας μέχρι εκεί
που η θάλασσα σκουραίνει
και άλλο δεν πατώνω.

Φοβήθηκα πως θα πνιγώ,
πως θα χαθώ ανάμεσα
σε αφρισμένα κύματα
από ιώδιο κι αλάτι.

Σήμερα έφτασα μεσοπέλαγα
σ’ ένα μικρό νησί,
που άλλα πέλματα δεν έχουνε αγγίξει
πέρα απ’ τα δικά μου.

Κι ένιωσα πως δεν μου φτάνουνε
όλοι οι ωκεανοί ενωμένοι,
κι απόρησα που ως τώρα έτρεμα
τα πιο μικρά ρυάκια.

 

photo-1528306683872-3cb84d7a82c0 (1).jpeg

Ηθική Αποτελμάτωση

Αλλάξανε πια τα δεδομένα, και απορώ που δεν ενημερώθηκες. Τώρα χαζογελάμε στον πόνο και κουνάμε το κεφάλι αστειευόμενοι στο χαμό. Τώρα όταν ένας άνθρωπος αιμόφυρτος μπει στο αμάξι σου και ζητήσει καταφύγιο, του απαντάς να πάρει ένα πανάκι και να φροντίσει να καθαρίσει τον λεκέ που άφησε σαν άγγιξε την πόρτα σου, μην την δούνε έτσι βρώμικη και σε πουν και ανοικοκύρευτο.

Και μετά αυτός ο άνθρωπος πεθαίνει.

Και εσύ βγαίνεις να δώσεις συνέντευξη, εσύ που τον είδες τις τελευταίες του στιγμές.

Εσύ, που το πρόσωπό σου είναι από τις τελευταίες εικόνες που έφτασε ν’ αντικρίσει.

Εσύ, που η φωνή σου είναι από τους τελευταίους ήχους που έφτασε να ακούσει.

Εσύ.

Εσύ.

Εσύ.

Και μετά; Τι έκανες εσύ μετά;

«-Τι σας έλεγε η γυναίκα εκείνη τη στιγμή;»

«-Με σκότωσε, με σκότωσε. Τίποτα άλλο.»

Και συνοδεύεται η απάντηση από ένα μειδίαμα.

Από ένα ΜΕΙΔΊΑΜΑ.

Αλλά, βέβαια. Και γιατί να σε νοιάζει, άλλωστε, θα μου πεις;

Σάμπως την είχες μάνα ή αδερφή;

Σάμπως την είχες γυναίκα ή κόρη;

Σάμπως την είχες και πελάτισσα ποτέ;

Ποτέ.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για πολύτιμος στίχος

 

 

 

 

Χαρμάνι Βιβλίων ν.7 – Ο Αόρατος Άνθρωπος, H.G. Wells

Κοίταζα τα παλαιότερα άρθρα της στήλης «Χαρμάνι Βιβλίων» και παρατήρησα ότι σπάνια διαβάζω ένα βιβλίο που δεν μου αρέσει. Ίσως φταίει που τις περισσότερες φορές επιλέγω αρκετά προσεκτικά το επόμενό μου ανάγνωσμα, έχοντας μια προτίμηση σε κλασικά και καταξιωμένα έργα που δύσκολα θα απογοήτευαν τον οποιοδήποτε αναγνώστη. Μερικές, όμως, φορές, απλά μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο και διαλέγω ένα βιβλίο στην τύχη, κατά κάποιο τρόπο. Τις φορές αυτές με τραβάνε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του. Με άλλα λόγια στέκομαι στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο, με τις όποιες εντυπώσεις μου προξενήσουν και τις όποιες πληροφορίες μου δώσουν σχετικά με το περιεχόμενο. Χωρίς φυσικά να θεωρώ ότι το εξώφυλλο πρέπει να είναι καθοριστικός παράγοντας για την αγορά ενός βιβλίου -τουναντίον.

Θυμάμαι, μάλιστα, μια ιδέα που είχα βρει εξαιρετική κάπου στο διαδίκτυο. Έλεγε «Blind Date with a Book», και είχε βιβλία μέσα σε περιτύλιγμα, με λίγες λέξεις που τα περιέγραφαν γραμμένες πάνω στο χαρτί, ώστε να μην είναι το εξώφυλλο αυτό που θα τραβήξει τον αναγνώστη, αλλά το ίδιο το εσωτερικό του βιβλίου. Το λάτρεψα. Πολύ θα ήθελα και εγώ να βρεθώ δίπλα σε μια στοίβα αντίστοιχων βιβλίων, και να βρω το perfect match μου.

Το τελευταίο βιβλίο που επέλεξα με βάση το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο ονομάζεται «Ο Αόρατος Άνθρωπος» του H.G. Wells, το οποίο μάλιστα βρήκα και σε πολύ καλή τιμή. Ήθελα κάτι καινούριο, μου τράβηξε την προσοχή, είχε ωραίο εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, ενδιαφέροντα τίτλο -ε, και το αγόρασα.

Πάμε τώρα λίγο στο ίδιο το βιβλίο και τις εντυπώσεις που μου άφησε:

Αρχικά, όσον αφορά την ιστορία του έργου, ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Γκρίφιν, και είναι ένας εξαιρετικά ευφυής φοιτητής Χημείας, ο οποίος καταλήγει να ανακαλύψει την μυστική φόρμουλα που κάνει αντικείμενα και άτομα αόρατα, και τελικά κάνει αόρατο τον ίδιο του τον εαυτό. Οι συνέπειες όμως αυτής της απόφασης είναι ποικίλες, και ο ίδιος ο ήρωας γίνεται όλο και πιο νευρώδης, όλο και πιο βίαιος, καθώς αδυνατεί να συνυπάρξει με τους υπόλοιπους -ορατούς- ανθρώπους γύρω του. Το αποκορύφωμα έρχεται προς το τέλος του βιβλίου, όπου πλέον ο Γκρίφιν έχει καταλάβει την δύναμη που του δίνει το γεγονός ότι είναι αόρατος, και ψάχνει τρόπους να την αξιοποιήσει όπως μπορεί, με γνώμονα το δικό του προσωπικό όφελος, αποκλειστικά.

Προφανώς και μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα η σκέψη μιας ιδιοφυΐας που κατόρθωσε να βρει την μυστική συνταγή που κάνει τον κόσμο αόρατο. Προφανώς και με κέντρισε ένας ήρωας που τελικά έγινε ο ίδιος αόρατος, και μας παίρνει μαζί του σε όσα βιώνει, σε όσα εκείνος μπορεί και βλέπει, την ίδια στιγμή που εκείνον δεν τον κοιτά κανείς. Προφανώς, επομένως, και είχα πολύ -μα πολύ όμως- υψηλές προσδοκίες για το μυθιστόρημα αυτό.

Δεν θα πω ότι δεν μου άρεσε, γιατί αυτό θα ήταν ανειλικρινές. Θα πω ότι μου άρεσε λιγότερο από άλλα βιβλία. Ούτως ή άλλως πιστεύω ότι κάθε λογοτεχνικό έργο έχει κάτι να μας δώσει, ένα μικρό κομμάτι του το κρατάμε και το ενσωματώνουμε στην προσωπικότητά μας, στις ιδέες, τις σκέψεις και τις απόψεις μας. Όμως ήθελα να πάει «λίγο παραπέρα» το όλο μυθιστόρημα. Νιώθω ότι μια τόσο έξυπνη και διαφορετική ιστορία είχε τεράστιες προοπτικές, και τελικά περιορίστηκε σε μια πιο επιφανειακή εξιστόρηση και σκιαγράφηση του κεντρικού ήρωα. Δεν δίνονται πολλές λεπτομέρειες ούτε για τον ίδιο, ούτε και για οποιονδήποτε άλλο ήρωα, ενώ οι περιγραφές είναι κάπως λιτές, με την αφήγηση να κυλάει αρκετά γρήγορα, κρατώντας τον αναγνώστη σε εγρήγορση για το τι μπορεί να συμβεί μετά. Ήθελα λίγο περισσότερο βάθος, με λίγα λόγια. Δίχως, φυσικά, αυτό να αναιρεί τα θετικά στοιχεία του βιβλίου.

Αυτό που γυρνάει στο μυαλό του αναγνώστη είναι «τι θα έκανα εγώ αν ήμουν αόρατος, αν πέρναγα δίπλα από άτομα χωρίς να με βλέπουν, αν έμενα μέσα στα σπίτια τους, αν άκουγα τις προσωπικές τους συζητήσεις, αν, αν αν.» Στην περίπτωση του Γκρίφιν, προτίμησε να κλέβει χρήματα όποτε ήθελε, να βιαιοπραγεί εναντίον όποιου τον εκνεύριζε, να δοκιμάζει τον εμπρησμό,  και να φτάνει -τελικά- ακόμα και στον φόνο. Δεν θα λέγαμε, τέλος πάντων, ότι είναι ένας φιλειρηνικός ήρωας, με αλτρουιστικά συναισθήματα, ο οποίος σκέφτεται να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του για το γενικό καλό. Αυτό, όμως, είναι  που τελικά με έβαλε σε σκέψεις αφότου γύρισα και την τελευταία σελίδα. Οι επιλογές που έκανε και οι βλέψεις που είχε.

Επομένως, αν στόχος του έργου είναι να προβληματίσει, τότε σίγουρα τα καταφέρνει. Και παρά τις ενστάσεις μου σε ορισμένα σημεία, παραμένει ένα μυθιστόρημα με ένα πολύ ιδιαίτερο και διαφορετικό θεματικό κέντρο, που σίγουρα μας τραβάει όλους να το εξερευνήσουμε.

«Oh! – disillusionment again. I thought my troubles were over. Practically I thought I had impunity to do whatever I chose, everything – save to give away my secret. So I thought. Whatever I did, whatever the consequences might be, was nothing to me. I had merely to fling aside my garments and vanish. No person could hold me.» – H.G. Wells, The Invisible Man

 

IMG_20190309_115908_496.jpg

Ancora

Ο άνεμος έξω λυσσομανά και ενώ κάθεται τον ακούει που σφυρίζει, όπως ακριβώς τα τρένα στους σταθμούς την στιγμή που φεύγουν με προορισμό το άγνωστο, εκείνο το αλλιώτικο «κάπου», που τους αρκεί και μόνο ότι θα διαφέρει από το «εδώ», ακόμα και αν τελικά αποδειχθεί ότι ήταν ένα πλαστό όνειρο, ένα «πουθενά» στον χάρτη των θεωριών τους. Κοιτάει δυο δέντρα στο απέναντι στενό να λικνίζονται τόσο βίαια σε τούτο τον παράλογο ρυθμό, που μοιάζουν λες και θα βγάλουν τις ρίζες τους από το χώμα και θα μεταφερθούν σ’ ένα πιο απάνεμο μέρος, να μπορούν πια ήσυχα ν’ αγναντεύουν την νύχτα, χαϊδεύοντας τ’ άστρα απαλά με τις κορυφές τους.

Αυτό το βράδυ είναι τόσο πηχτό, που σκέφτεται ότι αν πιάσει ένα μπαλάκι και το πετάξει στον ουρανό θα ακούσει τον γδούπο που θα κάνει σαν χτυπήσει τα στέρεα σύννεφα. Μέχρι και η σελήνη φοβήθηκε την αγριάδα τούτης της βραδιάς και κρύφτηκε πίσω από καμιά ντουζίνα στρώσεις βαμβάκι, ίσα να φωτίζει την πόλη για εκείνους που γυρίζουν στον δρόμο ψάχνοντας νόημα και αλήθεια, την ίδια ώρα που οι υπόλοιποι κοιμούνται και αγγίζουν όλα εκείνα που ποθούν, προτού να τα πάρουν μαζί τους οι πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες καθώς τρυπώνουν από τις χαραμάδες στα πατζούρια. Άραγε, αναρωτιέται πολλές φορές, αν ένα όνειρο δεν το αγγίξει ποτέ ο πρωινός ήλιος, θα καταφέρει να το κρατήσει σιμά του για όσο επιθυμεί; Και ας είναι να μένει σε ένα δωμάτιο κλειστό και απόμερο, αυτός και τα όνειρά του.

Τα φύλλα των δέντρων παλεύουν να κρατηθούνε στα κλαριά. Εκείνος παλεύει να κρατηθεί στο παρόν. Τα πάντα γύρω μας κάπως συνδέονται, τελικά. Μισανοίγει την μπαλκονόπορτα για να ακούει καλύτερα το νανούρισμα του χειμώνα, και φοράει την χοντρή μάλλινη ζακέτα του, αυτή που δεν αποχωρίζεται αν δεν καλοκαιριάσει. Την κουμπώνει μέχρι το πηγούνι και νιώθει να πνίγεται.

Δεν μπορεί άλλο,
φτάνει,
ως εδώ.

Γιατί κρατάμε μέσα μας τόσες πολλές λέξεις, πνίγοντας τ’ αυθόρμητο στους βούρκους του κάθε «πρέπει»;

Γιατί κλαδεύουμε τα «θέλω» μας κάθε που ανθίζουν και κοντεύουν να ξεπεράσουν τα «μπορώ» του γύρω κόσμου;

Γιατί μπολιάζουμε τα όνειρά μας με τις προσδοκίες όλων των άλλων, και δεν τα αφήνουμε άσπιλα και αυτοτελή να βρουν τον ουρανό τους;

Πήρε ένα κουτάκι μπύρας που του είχε ξεμείνει στο ψυγείο εδώ και κάτι μέρες και το άνοιξε με τον αντίχειρά του. Άρχισε να σπρώχνει δεξιά-αριστερά το αλουμινένιο κομμάτι που προεξέχει σιγοτραγουδώντας την άλφα βήτα όπως κάναμε μικρά. Έφτασε στο ωμέγα και χρειάστηκε να ξεκινήσει ξανά τόσες φορές που έχασε το μέτρημα. Στο τέλος τα παράτησε και ήπιε την πρώτη ρουφηξιά.

Καλύτερα. Θα έφτιαχνε μόνος του την μοίρα.