Σκιές

Τα κλαριά των δέντρων απέναντι χορεύουν αδιάκοπα,
και εγώ τους βάζω τις φωνές.
Δεν είναι πράγματα αυτά,
έτσι αναίσχυντα να με περιπαίζουν,
να με μπερδεύουν
να μ’ αφήνουν να πιστεύω ότι οι σκιές τους είσαι εσύ.
Μα εκείνα συνεχίζουν να λικνίζονται
τραγουδώντας για τόπους μακρινούς και ξένους,
λες και επί τούτω παλεύουν να τονίσουν
την απουσία σου από δω.
Αγνοούν, βλέπεις, ότι μες στο σπίτι
όλοι οι τοίχοι φορούν το όνομά σου,
απ’ όταν αποφάσισα να το γράφω
και από μια φορά
κάθε που θα μου λείπεις.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για gif night clouds

 

 

Veritas

Έλα να μιλήσουμε για αλήθεια.
Καθαρή, αυτούσια, απόλυτη.
Διαφορετική από την δική σου,
που κείτεται συγκαλυμμένη
στους άβατους βάλτους της νωθρής σου σκέψης.
Έλα αγκαλιά με προφάσεις και δικαιολογίες,
σαν πρόσχημα της μιασμένης σου συνείδησης.
Παρέα με χιλιοπροβαρισμένους μονολόγους,
που διόρθωνες ξανά και ξανά,
καθώς στεκόσουν ακίνητος
με το βλέμμα στυλωμένο
στον σπασμένο σου καθρέπτη.
Το είδωλο που αντικατοπτρίζεται, όμως,
μην το εμπιστεύεσαι.
Είναι κίβδηλο.
Στέκεται εκεί και χαμογελάει δόλια,
με σκοτεινά και φλεγόμενα μάτια.
Σαν περήφανος παραχαράκτης
ευφραίνεται να γεμίζει τις μπαλωμένες ξένες τσέπες
με νομίσματα άνευ αξίας.
Άραγε ποια κατηγορία δύναται κανείς να του προσάψει;
Ποιο επίθετο αρμόζει να τοποθετήσουμε πλάι στα αρχικά του;
Τι πραγματικά είναι, τελικά;
Δόλιος, ή δειλός;
Αποτέλεσμα εικόνας για gif  ink

Le Temps

Χθες έφυγα απ’ τα ρηχά,
κολυμπώντας μέχρι εκεί
που η θάλασσα σκουραίνει
και άλλο δεν πατώνω.

Φοβήθηκα πως θα πνιγώ,
πως θα χαθώ ανάμεσα
σε αφρισμένα κύματα
από ιώδιο κι αλάτι.

Σήμερα έφτασα μεσοπέλαγα
σ’ ένα μικρό νησί,
που άλλα πέλματα δεν έχουνε αγγίξει
πέρα απ’ τα δικά μου.

Κι ένιωσα πως δεν μου φτάνουνε
όλοι οι ωκεανοί ενωμένοι,
κι απόρησα που ως τώρα έτρεμα
τα πιο μικρά ρυάκια.

 

photo-1528306683872-3cb84d7a82c0 (1).jpeg

Τώρα

Είναι που οι τοίχοι άρχισαν ολοένα να μικραίνουν, να στενεύουν, να αλλάζουν, λες και θέλουν να με κλείσουν ανάμεσά τους μέχρις ότου γίνω ένα με αυτούς. Το στυλό βαραίνει στο χέρι μου και τα γράμματα βγαίνουν λίγο λοξά, του τελειώνει και το μελάνι, μου τελειώνουν και οι σκέψεις, πρέπει να το αδειάσω θαρρώ λίγο το μυαλό από τους πολλούς συλλογισμούς, να το αφήσω τελείως κενό- μόνο τις νότες και κανένα κλειδί του σολ θα αφήσω, να ‘χω να ξεκλειδώσω την πόρτα άμα θελήσω να τρέξω στον κεντρικό δρόμο -εκείνον με τις τρεις λωρίδες που ‘ναι όλο βαβούρα και φωνές- και να αρχίσω να του φωνάζω και ‘γω, να του πω ότι με πνίγει και με αγχώνει και με τρομάζει και με απωθεί, πως αγαπώ τα κόκκινα φανάρια του, που δίνουν μερικά λεπτά ανάσας σε τούτη την πόλη. Αμάν πια αυτοί οι τοίχοι, δεν λένε να σταματήσουν να κλείνουνε- αλήθεια, πού άφησα το σπίρτο εκείνο που θα άναβε μια φοβερή φωτιά και θα τους έκανε από φόβο ν’ανοίξουν τόσο, που να χωράνε μέσα τους ολάκερο τον κόσμο; Κάπου εδώ γύρω θα το ‘χω αφήσει.

Κάπου,
ίσως εδώ,
όχι δεν είναι,
ίσως πάνω στην βιβλιοθήκη, μέσα στο βιβλίο που αγόρασα τότε και ακόμα να διαβάσω,
όχι όχι, ούτε εκεί,
α! ξέρω,
ίσως να ‘ναι στο συρτάρι με όλα κείνα που μια τα χάνω και μια τα βρίσκω
-τα λαστιχάκια για τα μαλλιά, τα γυαλιά μου, την έμπνευση, την όρεξη, τα όνειρα-
να δεις που εκεί θα ‘ναι.
Θέλω να πάρω τα χρώματα από τον πίνακα που ‘χω στο σαλόνι και να βάψω τον απέναντι δρόμο, τον πλαϊνό τοίχο, τον γείτονα και τον σκύλο του, ίσως και μένα την ίδια, να προλάβω να διαλύσω εγώ το γκρι, προτού με καταπιεί εκείνο.
Πάω να κλείσω το παράθυρο γιατί μπαίνει ψύχρα και ρουτίνα μέσα. Αύριο θα απλώσω τις φρεσκοπλυμένες μου προσδοκίες, και θα τις φορέσω έτσι καθαρές και μυρωδάτες, ξεκινώντας ξανά απ’ την αρχή.
Πού θα μου πάει- θα κόψω λίγο τις κόρνες και την βροχή, θα ράψω και μερικά χαμόγελα, από τα αληθινά και τα μοιραία,
και θα το φέρω το τώρα στα μέτρα μου.

Εκείνοι

Πόσο με τρομάζουν, αλήθεια,
οι εκείνοι.
Δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν,
λες κι όλα τα επίθετα του κόσμου
τους πέφτουν είτε πολύ μεγάλα,
είτε εξαιρετικά μικρά.
Μένουν στο σχεδόν,
αγκαλιάζουν το περίπου.
Εκείνοι.
Οι σχεδόν αληθινοί,
οι σχεδόν ειλικρινείς,
οι σχεδόν άνθρωποι.
Τους βλέπω και κρύβομαι,
μην τύχει και συναντηθούν
ούτε οι ματιές μας.
Μην κατορθώσουν ν’ ακούσουν
το απόλυτο, το ειλικρινές,
και γίνουν τέρατα –
και γίνουν θεριά ανήμερα.
Φτύνουν λέξεις,
εκείνοι,
και τις φωνάζουν για χρυσό.
Ποθούν την σκουριά,
και την οσμή του σάπιου,
κι ας μιλάνε γι’ αλλαγή,
κι ας τάζουνε τ’ αλλιώτικο.
Είναι πονηροί και δόλιοι,
εκείνοι,
κι ας θυμίζουν τ’ όνειρο.
Πώς αλλιώς;
Αφού ‘ναι τυλιγμένοι
με το κίβδηλο κι το ψευδές –
άντε όμως να το καταλάβεις εσύ.
Τα χέρια τους γιομάτα είναι με άσσους,
μην τύχει και χάσουν.
Τι κι αν το παιχνίδι είναι στημένο;
Τη νίκη την χαίρονται εξίσου.
Εκείνοι.
Τι κι αν θυμάσαι εσύ;
Μονάχα ξεχνάνε,
εκείνοι.

Σχετική εικόνα

Η αυθύπαρκτη ελλειπτική ποίηση των «Στιγμών» του Κώστα Μόντη

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Μόντης η καρδιά μαςΔυστυχώς, ήρθα σε επαφή με τον ποιητή Κώστα Μόντη και τα ποιήματά του μόλις φέτος τον χειμώνα – τι μεγάλο κρίμα να μην έχω διαβάσει το λογοτεχνικό του έργο και πρωτύτερα! Μια ποίηση αφοπλιστική στην απλότητά και λακωνικότητά της, με λίγες λέξεις ή δυο – τρεις φράσεις να κρύβουν μέσα τους ολόκληρα νοήματα, συναισθήματα και ιδέες, να περικλείουν έναν ολάκερο κόσμο.

Ο Κώστας Μόντης (1914-2004) γεννήθηκε στην Αμμόχωστο της Κύπρου και υπήρξε, αδιαμφισβήτητα, εξέχουσα μορφή ανάμεσα στους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς. Όντας πολυγραφότατος, δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, αλλά και θεατρικά έργα, ενώ το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ, και όμως δεν έχει την ευρεία αναγνώριση που -καταφανώς- αξίζει ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό της εποχής μας, τόσο ο ίδιος, όσο και το έργο του.

Την ποιητική συλλογή «Στιγμές» -στην οποία θα αναφερθώ στο παρόν άρθρο- εξέδωσε το 1958. Η συλλογή περιελάμβανε ολιγόστιχα ποιήματα, σηματοδοτώντας την καινούρια του ποιητική πορεία (έχουν προηγηθεί ανάλαφρα ερωτικά τραγούδια, ποιήματα με απηχήσεις από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, καθώς και πειραματισμοί του Μόντη σχετικά με την σύγχρονη τεχνοτροπία), και αποτελώντας έναν σταθμό του ποιητικού του έργου. 

Αυτό που κάνει τις «Στιγμές» να ξεχωρίζουν ανάμεσα σε άλλες ποιητικές συλλογές είναι η μορφή τους. Μιλάμε, δηλαδή, για μια μορφή ελλειπτικής ποίησης, με ποιητικές μονάδες που, σύμφωνα με τον Παστελλά, δεν αποτελούν αποσπάσματα, ούτε είναι ανολοκλήρωτες, αλλά αντιθέτως είναι αυτοδύναμες και αυτοτελείς. Είναι αποτυπώσεις του φευγαλέου, το οποίο μπορεί να είναι ένα γεγονός, μια σκέψη, ένα συναίσθημα, με την ύπαρξη ποικίλων θεμάτων στον πυρήνα τους, από πολιτική, χιούμορ και ειρωνεία, μέχρι σχόλια για τον ίδιο του τον εαυτό και ψυχικές μεταπτώσεις, με μια μορφή που θυμίζει γνωμικά.

Πάντα υποστήριζα την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων και ποιημάτων που διαφέρουν μεταξύ τους ειδολογικά, θεματικά, μορφικά, την επαφή με λογοτεχνίες από κάθε πλευρά του κόσμου, και όχι μόνο τη δυτική, καθώς και την επαφή με συγγραφείς και ποιητές που ξεχωρίζουν από το σύνολο. Μόνο έτσι θα μπορέσει κανείς να αποκτήσει μια ολιστική εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής, βρίσκοντας κάτι καινούριο που τελικά του αρέσει, κατανοώντας καλύτερα τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και τον κόσμο γύρω του.

Άλλωστε, η μαγεία της λογοτεχνίας συνίσταται στην παρότρυνσή της να σταθούμε απέναντι από τον ίδιο μας τον εαυτό, με όλα τα λάθη και τα σωστά του, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, και να τον κοιτάξουμε κατάματα.

Έτσι ακριβώς και οι «Στιγμές» του Μόντη με εξέπληξαν χάρη στην απλότητα με την οποία διατύπωναν ζητήματα σύνθετα, σκέψεις δυσνόητες και αισθήματα που δύσκολα εκφράζονται με λέξεις, πόσο μάλλον λακωνικές. Ποιήματα με τέτοια ένταση, που μοιάζει λες και κάποιος γύρισε τον δείκτη του κατευθείαν προς το πρόσωπό σου, λες και οι σελίδες που κρατάς στις παλάμες σου δεν έχουν πια το χρώμα της σέπιας, αλλά αστράφτουν προκλητικά αντικατοπτρίζοντας το είδωλό σου, σκεπτικό και απορημένο, όπως ακριβώς ένας καθρέπτης.

Ορίστε μια μικρή γεύση από τις «Στιγμές» του Κώστα Μόντη:

Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8.

Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 12.

Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 24.

Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 37.

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;

«Προς ποιητήν». Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 28.

Κι ένα μνημείο στον Ακούσιο Στρατιώτη, κύριοι,
ένα μνημείο στο στρατιώτη που ακούσια πολέμησε,
που ακούσια σκότωσε,
που ακούσια σκοτώθηκε.

«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 500.

(πηγή ποιημάτων: http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=219)

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για κώστας μόντης ποιήματα

 

 

 

Λέξεις και τελείες

Και οι λέξεις, τι γίνεται με τις λέξεις;
Μικρές σφαίρες που πληγώνουν
μ’ έναν πόνο αλλιώτικο·
εσωτερικό, απόλυτο, ανίατο.
Μια πληγή που δεν μπορεί να κλείσει
-πώς αλλιώς; αφού η σφαίρα μένει μονίμως εκεί,
να την κρατά ορθάνοιχτη,
να την ματώνει,
να την γδέρνει
να την κακοφορμίζει-.
Μια βια αλλιώτικη,
με τους μώλωπές της να μένουνε κρυφοί,
αόρατοι για όλους τους γύρω,
τους άλλους·
τους άφθαρτους, τους αλώβητους, τους ακέραιους,
και ορατοί μόνο για σένα·
τον φθαρμένο, τον πληγέντα, τον κατακερματισμένο.
Να γλείφεις κάθε μέρα το σημάδι εκείνο
στο στέρνο σου στ’ αριστερά,
παλεύοντας να μαλακώσεις κάπως
τον παράξενο τούτο πόνο
που φτάνει απ΄το πουθενά
και σ’ακολουθεί αδιάλειπτα,
παίζοντας κρυφτό μαζί σου.

 

words.jpg