Χαρμάνι Βιβλίων ν.8 – Λεμονοδάσος, Κοσμάς Πολίτης

Αχ και βαχ.

Μόλις πριν λίγα λεπτά γύρισα και την τελευταία σελίδα, και νιώθω ένας βάρος στο στέρνο μου. Τι υπέροχο βιβλίο ήταν αυτό. Τι λιτό, ειλικρινές, διαφορετικό βιβλίο ήταν αυτό. Παρ’ όλο που έχω ασχοληθεί ανά καιρούς με τον Κοσμά Πολίτη, την βιογραφία και το συγγραφικό του έργο -τόσο στα πλαίσια της σχολής, όσο και από προσωπική επιθυμία (βλ. και αυτό εδώ το άρθρο μου)-, πρώτη φορά διάβασα δικό του βιβλίο. Προτίμησα, μάλιστα, η πρώτη μου επαφή με το έργο του να είναι με το πρώτο βιβλίο που έγραψε και ο ίδιος -δεν φταίω εγώ, έπρεπε να γίνει έτσι, η οργανωτική μανία μου το επέβαλε.

Δεν ήξερα τι να περιμένω ακριβώς, άλλωστε από σκόρπια αποσπάσματα κειμένων πώς θα μπορούσα να σχηματίσω κάποια ολοκληρωμένη άποψη, αλλά μπορώ να πω ότι το Λεμονοδάσος ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου, χωρίς καμία υπερβολή.

Πάμε λίγο όμως στα του βιβλίου, για περισσότερες λεπτομέρειες:

Υπάρχουν διάφοροι ήρωες στο βιβλίο, με δυο πρωταγωνιστές που ξεχωρίζουν: η Βίργκω και ο Παύλος. Όλη η ιστορία -πλην των τελευταίων 4 σελίδων- μας δίνεται από την οπτική του αφηγητή μας Παύλου Αποστόλου, μέσα από την χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, γεγονός που μας βοηθάει να εστιάσουμε στον ψυχισμό του, έχοντας πρόσβαση σ’ όλες τις σκέψεις του, ακόμα και τις πιο βαθιές. Ο δραματικός ενεστώτας του έργου εντείνει την αίσθηση αυτή, ότι και εμείς οι ίδιοι ζούμε ό, τι και ο πρωταγωνιστής, καθώς μας εμπλέκει συναισθηματικά στα δρώμενα που εξιστορούνται.

DSC_2176-01

Οι περιγραφές ήταν πολύ παραστατικές, με πληθώρα οπτικών και οσφρητικών εικόνων, με την δεύτερη κατηγορία να με εκπλήσσει περισσότερο για την ακρίβειά της. Μπορείς να μυρίσεις τις ανθισμένες λεμονιές, την αλμύρα της θάλασσας, τις φθινοπωρινές νύχτες στην Αθήνα.

Αυτό που μου έμεινε από το βιβλίο κατά κύριο λόγο είναι -τι άλλο- ο έρωτας ανάμεσα στους δυο κεντρικούς ήρωες. Ένας έρωτας τόσο διαφορετικός από αυτόν που συνήθως συναντάει κανείς στις μέρες μας. Ένας έρωτας αλλιώτικος, που αποπνέει άλλη εποχή, άλλες συνήθειες, άλλες προσεγγίσεις. Ο πληθυντικός ευγενείας, τα ελαφριά αγγίγματα που κάνουν το κορμί να αναριγεί, τα πρώτα σκιρτήματα της καρδιάς και η αδυναμία να ελέγξει κανείς τις σκέψεις του. Η απόλυτη παράδοση του νου σε έναν άλλο, που τρυπώνει μέχρι και στα όνειρά σου, δίχως να έχεις την δύναμη να τον διώξεις. Και, έτσι απλά, μένει εκεί. Βλέπουμε τον πόθο, τον πόνο που νιώθει ένα σώμα όταν μένει μακρυά από ένα άλλο -καλύτερα, από εκείνο το συγκεκριμένο άλλο-, την ζήλια, την ανυπομονησία, τις αμφιβολίες, τον φόβο για το μετά -για το μέλλον με εκείνον τον άλλο, αλλά και για το μέλλον χωρίς εκείνον-, τις αποφάσεις.

Το σκηνικό της όλης ιστορίας μοιράζεται ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πόρο, μεταφέροντας τον αναγνώστη από την μεγαλούπολη στην επαρχία, από την φασαρία στην γαλήνη. Και το Λεμονοδάσος, όπως αναφέρεται στον τίτλο, είναι ένα δάσος που βρίσκεται απέναντι από τον Πόρο, μυρωδάτο και εξωτικό. Ένα πρόσφατο ταξίδι που πραγματοποίησα στον Πόρο μόλις πέρυσι σίγουρα συνέβαλε στην εντύπωση που μου δημιούργησε το βιβλίο, καθώς ακολουθούσα νοερά την διαδρομή από τον Γαλατά προς τον Πόρο με το καραβάκι, και εν συνεχεία τις βόλτες στο πανέμορφο νησί.

Να και ένα ωραίο ταίριασμα, λοιπόν: μια εξόρμηση στον Πόρο παρέα με το Λεμονοδάσος του Πολίτη, Και μετά μια βόλτα στο ίδιο το Λεμονοδάσος. Τι καλύτερο! DSC_2195-01

Φυσικά δεν γίνεται να μην αναφέρω και την συνύπαρξη δυο διαφορετικών κόσμων στα κεφάλαια του έργου: το παρόν του συγγραφέα και του αφηγητή στην Αθήνα, και το παρελθόν της αρχαίας Ελλάδας, με όλη της την αίγλη. Πολυάριθμες οι αναφορές σε τόπους αρχαιολογικής σημασίας, και ακόμη περισσότερες οι αναφορές στους θεούς της αρχαίας Ελλάδας, την λατρεία τους και τους μύθους που γνωρίζουμε σχετικά.

Όσον αφορά το τέλος του βιβλίου, θέλω να το μοιραστώ τόσο πολύ που κοντεύω να σκάσω, αλλά δεν πρέπει. Εγώ έμεινα να κοιτάω το ταβάνι προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου προκάλεσε, και νομίζω πως είναι καλύτερα να κλείσω αυτό το άρθρο δίχως να αποκαλύψω κάτι περαιτέρω. Μην χαθεί και η μαγεία του, στην τελική.

-Πόσο πολύ μου άρεσε. Αλήθεια.-

 

Ορίστε και ορισμένα αποσπάσματα που ξεχώρισα διαβάζοντάς το:

<<- Και αν τύχει ν’ ανταμώσει κανένας τη γυναίκα που του προορίστηκε;
– Πέρασε από κοντά της δίχως να σταθείς, κάνε τον καραγκιόζη. Παράτα τ’ όνειρό σου πριν καταντήσει εφιάλτης.>>

<<Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να γράφω κάθε τι που νιώθω μέσα στην ψυχή. Τι άλλο απομένει πια να γράψω; Ας γεμίσω τα φύλλα του χαρτιού, λοιπόν, με τ’ όνομά σου: Βίργκω, Βίργκω, Βίργκω, Βίργκω…>>

<<Είν’ αλήθεια όμως; Θα προτιμούσα να γίνω βασιλιάς; Δισεκατομμυριούχος; Δοξασμένος, ξακουστός σ’ όλο τον κόσμο; 
Ναι, ίσως. Κι έπειτα; Έπειτα θ’ ανέβαινα σε ένα ψηλό βουνό να διαλαλήσω: «Ναι, όλ’ αυτά καλά, μα δεν ξέρετε όλη μου την ευτυχία: η Βίργκω είναι δική μου.»>>

<<Τώρα πια είν’ αργά. Τέλειωσαν όλα. Να φύγω… να φύγω… να φύγω…>>

Διαβάστε το, οπωσδήποτε! 

 

20190414_191056-01

Advertisement

Χαρμάνι Βιβλίων ν.6 – Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα, Ρέα Γαλανάκη

Πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα», το οποίο μου προκάλεσε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων και με ταξίδεψε στο χωροχρόνο. Αποτέλεσμα εικόνας για ρέα γαλανάκη

Το έργο χωρίζεται σε δύο κύριους άξονες, οι οποίοι εναλλάσσονται ανά τα κεφάλαια, δυο ιστορίες διαφορετικές με μια πρώτη ματιά, που τελικά ίσως και να μοιράζονται περισσότερα κοινά από όσο δείχνουν. Η γραφή της Ρέας Γαλανάκη ταξιδεύει τον αναγνώστη από την ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης το 2000, μέχρι και ένα μακρινό παρελθόν, όμοιο με εκείνο των μύθων, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο ποίημα «Παλαιά και Νέα Διαθήκη» της Κρητικής Αναγέννησης, ανάμεσα στα τέλη του 15ου αιώνα και στις αρχές του 16ου. Η συγγραφέας υφαίνει με μαεστρία το δίπολο του παρόντος και του παρελθόντος, του τώρα και του τότε, του εδώ και του εκεί, θέλοντας να αναδείξει την άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον μύθο που έχουμε ακούσει ή διαβάσει και στην σύγχρονη ζωή που ζούμε, και κατά συνέπεια την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην λογοτεχνία και την πραγματικότητα.

Η αλλαγή της γραμματοσειράς ανάλογα με την κάθε μια από τις δυο ιστορίες μου κίνησε το ενδιαφέρον, αφού δεν κατάφεραν μόνο οι περιγραφές και η αφήγηση να με ταξιδέψουν, αλλά και η ίδια η μορφή των γραμμάτων και των λέξεων. Επίσης, μου άρεσε πολύ η επιλογή των ονομάτων των ηρώων, η οποία όχι μόνο συμβαδίζει με το αρχικό έμμετρο αναγεννησιακό ποίημα, στην περίπτωση της πρώτης ιστορίας, αλλά και αναδεικνύει βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων στην περίπτωση της δεύτερης ιστορίας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Αγγελικώ και την Φροσύνη. Μου άρεσε, επίσης, η βραχύτητα του κάθε κεφαλαίου, το οποίο δεν απλωνόταν σε δεκάδες σελίδες, βοηθώντας την ροή του έργου να κυλήσει γρήγορα, και εντείνοντας την δραματικότητά του.

Βέβαια, δεν γίνεται να μην αναφερθώ στην Κρήτη, τη γενέτειρα της συγγραφέα, η οποία αποτέλεσε τον χώρο στον οποίο εκτυλίσσονται και οι δυο ιστορίες, αν και σε διαφορετικό μεταξύ τους χρόνο. Το σκηνικό της ορεινής Κρήτης συμβάλει στην μυστηριακή παρουσίαση της ιστορίας, δίχως να προσδιορίζει εκείνο το χωριό το οποίο επισκέπτεται η πρωταγωνίστρια δασκάλα, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ούτε η ίδια μπορεί να θέσει με σιγουριά. Αυτή η ασάφεια ως προς την γεωγραφική του θέση επιτρέπει στον αναγνώστη να το φανταστεί όπως θέλει, δίχως να τον περιορίζει, αφού πολλά στοιχεία που αποδίδονται στο συγκεκριμένο χωριό θα μπορούσαν να συναντηθούν και σε άλλα κρητικά χωριά. Βέβαια, οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα βοηθούν περαιτέρω στην μεταφορά του αναγνώστη στην Κρήτη, αποτυπώνοντας φωνολογικά το κρητικό ιδίωμα, όπως έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει και σε ηθογραφικά διηγήματα, καθώς επίσης και η αναφορά στα ήθη και στα έθιμα του τόπου.

Η Ρέα Γαλανάκη καταφέρνει με αυτό το βιβλίο να ταξιδέψει τον αναγνώστη τόσο στο χώρο όσο και στον χρόνο, μέσα από μια αφήγηση που κυλάει φυσικά και αβίαστα, και με παραστατικές περιγραφές γραμμένες με δεξιοτεχνία, που μας παίρνουν από το χέρι και μας συντροφεύουν στην πανέμορφη Κρήτη.

 

«Ο μύθος δεν αγκιστρώνεται μόνο στα καταγεγραμμένα γεγονότα, ή σ’ αυτό που ονομάζεται ιστορία, μα έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στο κλειστό κουτί του χρόνου, να δανείζει ή να δανείζεται από άλλους μύθους, ακόμη και από απομακρυσμένα γεγονότα αλλάζοντας σαν δέντρο ανά εποχή.»

-Ρέα Γαλανάκη, Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα

 

thumbnail_20190205_144325-01-04