Divenire

Ο ήλιος καίει αλλιώτικα
μ’ ηλιαχτίδες
π’ ακουμπούν το σταρένιο δέρμα
κι εκείνο ανατριχιάζει.

Ο αέρας τούτος έχει μια γεύση ξένη
και τα δέντρα ακόμα δεν μ’ έχουν μάθει.

Κυνηγώ  τα φώτα κάποια βράδια
των σπιτιών απέναντι
και σαν τα πιάσω τα πετώ ψηλά
να γίνουν άστρα μ’ αναμνήσεις.

Να μπορώ να τα φωνάζω
με το μικρό τους όνομα
και να πίνουμε κάπου-κάπου
παγωμένο κρασί
καθισμένοι στην άμμο της παραλίας.

Οι απάνεμοι κόλποι είναι τυχεροί
γιατί ποτέ δεν έμαθαν
μεγάλες τρικυμίες,
και τα κοχύλια που μάζεψα
είναι ήρεμα και πράα
γιατί ποτέ δεν γνώρισαν
ωκεανούς με βάθη.

Μένει να περπατήσω
ξυπόλυτη
εκεί που σκάει το κύμα,
να μάθει κι αυτή η θάλασσα
τα πιο κρυφά μου θέλω.

 

Sea GIFs - Get the best GIF on GIPHY

Τ’ άτιτλο

Μερικές μέρες είναι πιο δύσκολες απ’ τις άλλες. Μερικές μέρες ξυπνά και θαρρεί πως την έχει ακόμα δίπλα, πως μοιράζονται μαξιλάρι, κουβέρτες και όνειρα. Τώρα κοινόχρηστος τους απέμεινε μονάχα ο ουρανός, κι αυτός πολλές φορές θυμώνει και σκίζεται στα δυό- η πόλη τότε έχει στα βόρεια μπουρίνια και στα νότια ξαστεριά. Γυρνά το κεφάλι στο πλάι και με το χέρι του αναζητά τη ζεστασιά της, να την αγκαλιάσει, να την κρατήσει, μα μένει με τις παλάμες αδειανές να κρατούν το τίποτα λες και είναι απτό. Ψάχνει έναν ψίθυρο μ’ απόγνωση, όπως το χώμα αναζητά το πρωτοβρόχι και ο ναυτικός το αλάτι, ένα αναστεναγμό, ένα χτυποκάρδι, αδίκως. Τόση απουσία δεν χωρά ούτε η μοναξιά και ένα μεσημέρι του ζήτησε να προσέχει, του πε πώς λίγο να συνεχίσει ακόμα και θα τον αφήσει μοναχό, πιο μόνο και από μόνο, γιατί την ψυχοπλακώνει η ματιά του και την τρομάζουν οι σιωπές του.

Οι τοίχοι έχουν αλλάξει χρώμα απ΄την κάπνα, έβγαλε ένα πίνακα που δεν ήθελε πια και από πίσω βρήκε ένα ορθογώνιο αλλιώτικο στο χρώμα του. Έβαλε πίσω τον πίνακα και τον άφησε να κρύβει το κακό, μην και καταλάβει κανείς πόσο στενή είναι πια η φυλακή του. Μια φυλακή με κάγκελα από ζάχαρη και λεμόνι που λίγο να θελήσεις να διαβείς, τ’ αγγίζεις και πέφτουν μονομιάς. Γίνονται σκόνη αυτά, φεύγεις πια λέφτερος εσύ, μα πού να σκεφτεί να σηκώσει το χέρι του, πού να θελήσει να ξεφύγει απ’ το κελί του, δέσμιος από επιλογή δηλώνει και δεν σηκώνει κουβέντα επ’ αυτού.

Μερικές μέρες είναι ανυπόφορες. Δεν τον χωρά το σπίτι, δεν μπορεί να βλέπει όσα έχει αγγίξει εκείνη να τον κοιτούν και να κλείνουν αναίσχυντα το μάτι, μια κοροϊδία άπονη δίχως τελειωμό. Τραπέζια, κουρτίνες, χαλιά, ποτηράκια και ποτήρια, πετσέτες, σεντόνια και κουτιά φέρουν πάνω αποτυπώματα απ’ τα ακροδάχτυλά της. Αποφάσισε κάποτε πως δεν άντεχε άλλο πια να τα νιώθει να γελούν, έπιασε το πιο σκληρό σφουγγάρι και άρχισε να τα τρίβει. Τα ‘τριβε μέχρι που άρχισαν να χάνουν κλωστές, να σκίζονται, να σπάνε, μα δεν του ‘φτανε ούτε αυτό.

Μερικές μέρες ξεχνά ότι δεν μιλάνε όπως παλιά και μπαίνει στ’ αμάξι να την βρει και να της πει πόσο φοβάται χώρια της, μα στη μέση της διαδρομής θυμάται πως πέρασε καιρός, πως είναι πια αργά, πως θα ‘χουνε και οι δυο αλλάξει.

Μια απροσπέλαστη ύπαρξη λίγο πιο δίπλα, να του θυμίζει το ανούσιο των σχεδίων.

 

Σχετική εικόνα

peut-être

Μπήκε στο παλιό του δωμάτιο και άρχισε να το καθαρίζει. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τόσα σκόρπια χαρτιά και τετράδια, τόσες φωτογραφίες και αναμνήσεις. Όχι πως δεν είχε χρόνο ή διάθεση, κάθε άλλο, απλώς ήταν μια απόφαση που απέφευγε συνειδητά, αρνούμενος να αναγκαστεί ν’ αντιμετωπίσει τα φαντάσματα μιας άλλης εποχής, που αν και μέτραγε μόλις μερικά χρόνια, στη δική του συνείδηση έμοιαζε τόσο μακρινή και απροσπέλαστη που ώρες ώρες αναρωτιόταν αν οι μνήμες που ‘χε ήταν δικές του ή κλεμμένες από αλλού.

Άρχισε να ανοίγει συρτάρια και ντουλάπια, να ψάχνει παλιά τετράδια και μικρά χαρτάκια γεμάτα μουτζούρες και γράμματα άσχημα και βιαστικά. Θυμάται αμυδρά τον εαυτό του να μαζεύει τα πάντα και να τα χωράει σε δυο-τρεις μεγάλες σακούλες σκουπιδιών, αλλά να μην βρίσκει το θάρρος να τα πάει μέχρι τον κάδο. Το θυμάται σαν να βλέπει κάποιον άλλο και όχι τον ίδιο νεότερο, να τα κρύβει όλα βιαστικά όπου έβρισκε χώρο στο δωμάτιο και να ψιθυρίζει στον εαυτό του «να περάσει πρώτα λίγος καιρός». Δεν το παραδεχόταν σε κανέναν, αλλά το να διατηρήσει αυτά τα ενθύμια εκείνης της μικρής ζωής που βίωσε μαζί της ήταν ζωτικής σημασίας. Πίστευε ότι ήταν ένας σύνδεσμος που τους ένωνε ακόμα, και ότι αν χανόταν θα έπαιρνε μαζί του κάθε πιθανότητα -όσο μικρή και αν ήταν- να επιστρέψει σε εκείνον. Ήξερε κατά βάθος ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά φρούδες ελπίδες, ανούσιες φαντασιώσεις που αντί να κάψει μονομιάς επέλεγε να θρέφει και να συντηρεί όπως-όπως.

Άλλωστε, μετά από όλα όσα έγιναν, όλα όσα της είπε, πώς να γυρίσει πίσω;

Τα τετράδια ήταν τόσο καιρό κλεισμένα που είχαν διατηρήσει άθικτα το άρωμά τους. Γύρισε τις σελίδες γρήγορα με τα δάχτυλά του και τον κατέκλυσε, τον γέμισε ολόκληρο, έφτασε μέχρι το μεδούλι του, μέχρι το πιο βαθύ του σημείο και τον παρέσυρε τόσο έντονα που του κόπηκε η ανάσα. Το άρωμά της. Ένα άρωμα τόσο διακριτό, τόσο ξεχωριστό, που από τότε δεν είχε ξανασυναντήσει. Γύρισε ξαφνικά πίσω, δεν ήταν στο δωμάτιό του, ήταν στο παγκάκι της γειτονιάς δίπλα στην θάλασσα, την είχε στην αγκαλιά του και πίεζε τα χείλη πάνω στα μαλλιά της απαλά, να σταματήσει τις τούφες που έπαιρνε ο αέρας απ’ το να χορεύουν. Κοιτούσαν τον μαύρο ουρανό και αναρωτιόταν πόσα -άραγε- αστέρια να μπορούσαν να μετρήσουν, η καλύτερη δικαιολογία για να επιβραδύνουν εκείνη τη στιγμή, την δική τους στιγμή. Η φωνή της ήταν μελωδική και τον νανούριζε τόσο ήρεμα που του μίλαγε, που του ανέλυε σκόρπιες φράσεις και όνειρα. Τόσα πολλά όνειρα που σκεφτόταν ότι δεν έφτανε μια ζωή να τα χωρέσει. Εκείνη μίλαγε και η σιγανή μουσική που ακουγόταν από το μικρό ηχείο που κρατούσε δίπλα του έμοιαζε να την ακολουθεί, να χορεύουν οι νότες του τραγουδιού με τις λέξεις που ‘βγαίναν από τα χείλη της.

Θα μπορούσε να μείνει ακίνητος εκεί, μαρμαρωμένος, για μέρες, μήνες, χρόνια ολόκληρα, να την παρατηρεί και να την αγγίζει, δίχως να παραπονεθεί στιγμή.

Γιατί έπρεπε να τα καταστρέψει όλα; Γιατί να την πληγώσει με τρόπο τόσο βαθύ και αμετάκλητο, αφήνοντάς της να πιστεύει για τόσο -μα τόσο- πολύ καιρό ότι δεν την ήθελε άλλο πια.

Κράτησε μες στα τρεμάμενα δάχτυλά του όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι όλες αυτές τις στιγμές τις είχε όντως ζήσει, ότι δεν ήταν απλά ένα αποκύημα της φαντασίας του, και τα έφερε μπροστά στο στέρνο του πιέζοντας τα χέρια του, τσαλακώνοντάς τα. Δεν υπήρχε λόγος, τώρα το ήξερε πιο καλά από ποτέ, κανένας απολύτως λόγος να κρατιέται με νύχια και με δόντια από απόηχους μπλεγμένων χεριών και ονείρων. Τα μάζεψε όλα σε δυο μαύρες σακούλες, όπως τότε, μόνο που αυτή την φορά κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά της πολυκατοικίας και μέσα σε λίγα λεπτά έφτασε στους κάδους της γειτονιάς, όπου τα πέταξε. Πριν προλάβει να το σκεφτεί περαιτέρω, πριν προλάβει να τα διαβάσει και να διαλυθεί σε μυριάδες μικρά κομμάτια, πριν προλάβει εκείνη να βγει από μέσα τους και να έρθει να σταθεί δίπλα του με μάτια γεμάτα ερωτήσεις και αμφιβολίες.

Ξεκίνησε να περπατάει σε μια προσπάθεια να καθαρίσει το μυαλό του, να καταλάβει τι τελικά ήθελε, τι επεδίωκε την στιγμή που έφερε ξανά στην επιφάνεια ιστορίες παλιές και σκονισμένες. Περπατούσε αρκετή ώρα, τώρα ο ουρανός είχε μαυρίσει τόσο πολύ που μετά βίας έβλεπε μπροστά του. Κάποια στιγμή σταμάτησε ασυναίσθητα και το σώμα του έμοιαζε να αρνείται να προχωρήσει παρακάτω.

Σήκωσε το βλέμμα του απορώντας με τον ίδιο του τον εαυτό και είδε που βρισκόταν. Κοίταξε λίγο πιο δεξιά και είδε το δωμάτιό της, που είχε φως.

Αφουγκράστηκε λίγο με κομμένη την ανάσα και διέκρινε μερικές νότες να φεύγουν απαλά από την ανοιχτή της μπαλκονόπορτα και να χάνονται στον νοτιά που φύσαγε.

Και έτσι ξαφνικά, βρέθηκε πάλι στο παγκάκι, εκείνη είχε ξαπλώσει πάνω του απαλά και σιγοτραγουδούσε τους στίχους.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και της σφύριξε με το γνώριμο τρόπο, όπως κάθε φορά που ήθελε να της δείξει ότι έχει φτάσει.

Η μουσική έκλεισε απότομα και επικράτησε για λίγα λεπτά απόλυτη σιγή, ακόμα και τα τριζόνια έμοιαζε να κρατούν την αναπνοή τους, ξεχνώντας τον σκοπό που παίζουν.

Σφύριξε άλλη μια φορά, λίγο πιο δυνατά, ενώ το στέρνο του ανεβοκατέβαινε με ανησυχητικό ρυθμό.

Και τότε μια σιλουέτα φάνηκε να τραβάει στην άκρη την ημιδιαφανή κουρτίνα και να βγαίνει στο μπαλκόνι.

 

 

Απρίλης

Οι μέρες περνούσαν τόσο γρήγορα που συχνά μπερδευόταν και έλεγε τις Δευτέρες για Σάββατα, και τις Τρίτες για Παρασκευές. Ούτε που μπορούσε να ξεχωρίσει πότε τέλειωνε η μια και πότε ξεκινούσε η επόμενη. Του ήταν αδιάφορες κάτι τέτοιες λεπτομέρειες.

Ο καιρός είχε ξεκινήσει να ζεσταίνει απότομα στο νησί. Από τις έντονες βροχοπτώσεις και τον παγερό αέρα, η ζέστη έφτασε μέσα σε λίγο μόλις καιρό να κολλάει πάνω στο δέρμα του απαιτητικά, και η ατμόσφαιρα του ‘μοιάζε καυτή και αποπνικτική. Ασφυκτιούσε σε αυτό το μικρό καμίνι που είχε για σπίτι. Ήθελε να βγει έξω, να πάρει το πρώτο καράβι που θα έβρισκε και να ταξίδευε σ’ έναν προορισμό άγνωστο και ανεξερεύνητο. Ήθελε να μείνει μόνος του, με μοναδική παρέα τις σκέψεις του. Ήθελε να φύγει, να φύγει, να φύγει.

Σηκώθηκε από τον καναπέ αφήνοντας πίσω του ένα μικρό βαθούλωμα στο σημείο που πριν λίγο ήταν το κορμί του. Ορίστε μια απόδειξη ότι όντως υφίσταμαι, σκέφτηκε και γέλασε χαμηλά με τους λογισμούς του. Θυμήθηκε το γέλιο της τότε, τον τρόπο που ανασηκωνόταν οι άκρες των χειλιών της με κάθε του πρόταση. Αν εκείνη ήταν εδώ, θα χαμογέλαγε μαζί του. Θα του πετούσε τα μικρά μαξιλαράκια της πολυθρόνας παιχνιδιάρικα και θα έτρεχε να κρυφτεί στο υπνοδωμάτιο, πίσω από τις κουρτίνες. Αν εκείνη ήταν εδώ.

Το μόνο έπιπλο σε ολόκληρο το σαλόνι είναι το πιάνο που είχε από μικρός. Ούτε που θυμάται καλά-καλά πόσο καιρό είχε ν’ αγγίξει τα πλήκτρα του. Θυμάται τα πρώτα μαθήματα που έκανε μικρός, την ξαφνική του αποφασιστικότητα να μάθει τα μικρά σημαδάκια πάνω στο πεντάγραμμο, να τ’ αποκρυπτογραφήσει και μετά να τα ελευθερώσει μέσα από την μελωδία που θα έπαιζε. Ένιωθε όλο και πιο ανάλαφρος μετά από κάθε κομμάτι, και μια φορά αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να ελαφρύνει τόσο που τελικά να πετάξει μακρυά, πολύ μακρυά, ή απλά να εξαϋλωθεί και να χαθεί σ’ ένα πέπλο μυστηρίου. Άγγιξε διστακτικά τα πλήκτρα, με τον τρόπο που πλησιάζουμε έναν παλιό φίλο που αγαπήσαμε πολύ αλλά χρειάστηκε να χωριστούν οι δρόμοι μας και τελικά χάσαμε.

Με κάθε απαλό ήχο η γνώριμη ζεστασιά μεγάλωνε μέσα του διαγράφοντας ό,τι άλλο γυρνούσε στο μυαλό του. Ξαφνικά οι σκέψεις του γέμιζαν με παρτιτούρες του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Ντεμπισί. Πολυάριθμα συμμετρικά πεντάγραμμα τον κατέκλυζαν, και έκρυβαν σε μια μακρινή γωνιά του νου το βλέμμα της, το χαμόγελό της, το δέρμα της. Η φωνή της, τραγουδιστή και γλυκιά, ησύχαζε σταδιακά, μέχρι που έπαψε να ακούγεται.

Αυτό είναι, λοιπόν, το γιατρικό; Τα δάχτυλά του άρχισαν να διαμαρτύρονται από τον καιρό που είχε περάσει δίχως να εξασκηθούν, και ζήταγαν απελπισμένα λίγα λεπτά χαλάρωσης. Το σονέτο έκλεισε απαλά, με τις νότες να αντηχούν στους άδειους τοίχους του σπιτιού μελαγχολικά και παραπονεμένα.

Και τότε εκείνη ξανάρθε. Πιο έντονα απ’ τις προηγούμενες φορές. Το αγαπημένο της φόρεμα που αγόρασαν στην υπαίθρια αγορά, τα βιβλία που διάβαζαν παρέα, οι φορές που ανταγωνίζονταν ποιος θα φτάσει πρώτος στην εξώπορτα, οι αμέτρητες ταινίες που παρακολούθησαν αγκαλιά, τα ταξίδια που έκαναν σε τόπους μακρινούς και ξένους, τα μπλεγμένα δάχτυλα, οι μπερδεμένες υποσχέσεις, το επερχόμενο κενό.

Έκλεισε τα μάτια και άγγιξε τα πλήκτρα. Πρώτα τα χάιδεψε απαλά, και έπειτα έφτασε να τα πιέζει με περίσσεια δύναμη, σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να θρυμματίσει κάθε πονεμένη ερώτηση προτού να ξεφύγει από τα χείλη του.

Θα σταμάταγε μόνο αφότου είχαν όλες γκρεμιστεί,
και πίσω δεν είχαν αφήσει παρά τελείες και απαντήσεις.

Και αν εκείνες συνέχιζαν να εμφανίζονται,
τότε θα ξεκίναγε και πάλι απ’ την αρχή.

Ατέρμονα, ατελείωτα.

Παντοτινά.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για black and white gifs piano