Una noche

Οι μέρες κυλούν όπως το νερό σε ‘κείνο το ρυάκι που ‘χαμε συναντήσει. Αβίαστα κι ασταμάτητα, αφήνοντας πίσω τους μια μικρή βοή να θυμίζει ότι δεν έχουν φτάσει σε τέλμα, όσο κι αν μοιάζουν μετέωρες και κενές. Έχω αρχίσει να μην τις μετρώ όπως παλιά, να μην διαφέρει στο νου μου η μια από την άλλη. Οι Κυριακές μου γίνανε Τετάρτες και οι Πέμπτες Σάββατα -μόνο οι ώρες της μέρας έμειναν να με κρατούν σε μια υποτυπώδη συνείδηση του τώρα.

Η πόλη θυμίζει εγκαταλελειμμένο σώμα. Σαν να την άνοιξαν στη μέση και της ‘κλέψαν την καρδιά, αφήνοντας πίσω ένα κουφάρι θλιμμένο και κενό. Περπατώ κι ακούω τα βήματά μου ν΄αντιχούν σε τοίχους και πόρτες κλειστές. Η ησυχία τούτη με τρομάζει, μου ξενίζει. Την φοβάμαι, την σκιάζομαι, προσπαθώ να την εξοβελίσω μα δεν μπορώ, δεν δύναμαι, κι έτσι μένω να κοιτώ το παγκάκι μας και να αναρωτιέμαι πού ‘να ναι όλοι αυτοί που είχαμε κοντά μας εκείνο τ’ απόγευμα που καθίσαμε εκεί και μιλούσαμε για όλα και για τίποτα. Πού να ‘ναι το σκυλί που πέρναγε μπροστά μας κρατώντας ένα μπουκάλι στο στόμα του, Έκτορα τον φώναζαν θαρρώ σαν τον έβλεπαν πώς φεύγει μακριά τους.

Η νύχτα είναι πηχτή και πέφτει βαριά πάνω στο στέρνο μου, πνίγομαι, πνίγομαι, νιώθω πως δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Θέλω να δώσω μια σ’ αυτά τα μαύρα σύννεφα και να τα διώξω μακρυά, να μην τα εισπνέω, να μην τα κοιτώ, να μην τ΄αφήνω να πλακώνουν τις σκέψεις μου κάθε μέρα πιο πολύ.

Θέλω να περπατήσω στην παραλία μου και να βουτήξω στα βαθιά. Να ψάξω τα γυαλιστερά κοχύλια, όπως έκανα μικρή, και σαν τα βρω να τα κρατήσω ίδια θησαυρό στην παλάμη μου. Να βουτήξω τις αγαπημένες μου καραμέλες στο νερό προτού τις αγγίξω με τα χείλη για να γευτώ την αλμύρα και ν’ αφήσω τ’ αλάτι και τον ήλιο να μου κάψουνε τα μάγουλα. Να γυρίσω σπίτι και οι ώμοι μου να ‘χουν ασπρίσει απ’ τη θάλασσα, κι εγώ να τους κοιτώ και να γελώ, να γελώ και να φτιάχνω σχήματα πάνω τους, να σχεδιάζω γλάρους και καράβια.

Θέλω να πάω στο μαγαζί της πόλης και να καθίσω στο μικρό τραπεζάκι έξω αριστερά, πλάι στον κορμό του δέντρου. Να παραγγείλω ένα ζεστό ρακόμελο και να τ’ αφήσω να μου κάψει τον λαιμό, προτού μ’ αφήσει μια γεύση κανέλας. Θέλω να ακούσω μουσική και να τραγουδήσω, να χορέψω, να μιλήσω, να φωνάξω, να ουρλιάξω. Φτάνει να ξεφύγω από τούτη τη σιωπή που θυμίζει ομίχλη, από τούτη την αδιάλειπτα διογκωμένη μοναξιά.

Το αίμα μου κυλά σαν μελάνι στις σελίδες και ζητά παρηγοριά σε γράμματα και λέξεις. Φορώ παραγράφους για μάσκα και βγαίνω απ’ το σπίτι, μετρώντας ένα-ένα τα χριστουγεννιάτικα δέντρα που στολίζουν τα παράθυρα.

Κοιτώ το ημερολόγιο για να θυμηθώ τι μέρα είναι αύριο και σου κρατώ το χέρι.

Rain Raining GIF - Rain Raining Street - Discover & Share GIFs
Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s