Χαρμάνι Βιβλίων ν.7 – Ο Αόρατος Άνθρωπος, H.G. Wells

Κοίταζα τα παλαιότερα άρθρα της στήλης «Χαρμάνι Βιβλίων» και παρατήρησα ότι σπάνια διαβάζω ένα βιβλίο που δεν μου αρέσει. Ίσως φταίει που τις περισσότερες φορές επιλέγω αρκετά προσεκτικά το επόμενό μου ανάγνωσμα, έχοντας μια προτίμηση σε κλασικά και καταξιωμένα έργα που δύσκολα θα απογοήτευαν τον οποιοδήποτε αναγνώστη. Μερικές, όμως, φορές, απλά μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο και διαλέγω ένα βιβλίο στην τύχη, κατά κάποιο τρόπο. Τις φορές αυτές με τραβάνε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του. Με άλλα λόγια στέκομαι στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο, με τις όποιες εντυπώσεις μου προξενήσουν και τις όποιες πληροφορίες μου δώσουν σχετικά με το περιεχόμενο. Χωρίς φυσικά να θεωρώ ότι το εξώφυλλο πρέπει να είναι καθοριστικός παράγοντας για την αγορά ενός βιβλίου -τουναντίον.

Θυμάμαι, μάλιστα, μια ιδέα που είχα βρει εξαιρετική κάπου στο διαδίκτυο. Έλεγε «Blind Date with a Book», και είχε βιβλία μέσα σε περιτύλιγμα, με λίγες λέξεις που τα περιέγραφαν γραμμένες πάνω στο χαρτί, ώστε να μην είναι το εξώφυλλο αυτό που θα τραβήξει τον αναγνώστη, αλλά το ίδιο το εσωτερικό του βιβλίου. Το λάτρεψα. Πολύ θα ήθελα και εγώ να βρεθώ δίπλα σε μια στοίβα αντίστοιχων βιβλίων, και να βρω το perfect match μου.

Το τελευταίο βιβλίο που επέλεξα με βάση το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο ονομάζεται «Ο Αόρατος Άνθρωπος» του H.G. Wells, το οποίο μάλιστα βρήκα και σε πολύ καλή τιμή. Ήθελα κάτι καινούριο, μου τράβηξε την προσοχή, είχε ωραίο εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, ενδιαφέροντα τίτλο -ε, και το αγόρασα.

Πάμε τώρα λίγο στο ίδιο το βιβλίο και τις εντυπώσεις που μου άφησε:

Αρχικά, όσον αφορά την ιστορία του έργου, ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Γκρίφιν, και είναι ένας εξαιρετικά ευφυής φοιτητής Χημείας, ο οποίος καταλήγει να ανακαλύψει την μυστική φόρμουλα που κάνει αντικείμενα και άτομα αόρατα, και τελικά κάνει αόρατο τον ίδιο του τον εαυτό. Οι συνέπειες όμως αυτής της απόφασης είναι ποικίλες, και ο ίδιος ο ήρωας γίνεται όλο και πιο νευρώδης, όλο και πιο βίαιος, καθώς αδυνατεί να συνυπάρξει με τους υπόλοιπους -ορατούς- ανθρώπους γύρω του. Το αποκορύφωμα έρχεται προς το τέλος του βιβλίου, όπου πλέον ο Γκρίφιν έχει καταλάβει την δύναμη που του δίνει το γεγονός ότι είναι αόρατος, και ψάχνει τρόπους να την αξιοποιήσει όπως μπορεί, με γνώμονα το δικό του προσωπικό όφελος, αποκλειστικά.

Προφανώς και μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα η σκέψη μιας ιδιοφυΐας που κατόρθωσε να βρει την μυστική συνταγή που κάνει τον κόσμο αόρατο. Προφανώς και με κέντρισε ένας ήρωας που τελικά έγινε ο ίδιος αόρατος, και μας παίρνει μαζί του σε όσα βιώνει, σε όσα εκείνος μπορεί και βλέπει, την ίδια στιγμή που εκείνον δεν τον κοιτά κανείς. Προφανώς, επομένως, και είχα πολύ -μα πολύ όμως- υψηλές προσδοκίες για το μυθιστόρημα αυτό.

Δεν θα πω ότι δεν μου άρεσε, γιατί αυτό θα ήταν ανειλικρινές. Θα πω ότι μου άρεσε λιγότερο από άλλα βιβλία. Ούτως ή άλλως πιστεύω ότι κάθε λογοτεχνικό έργο έχει κάτι να μας δώσει, ένα μικρό κομμάτι του το κρατάμε και το ενσωματώνουμε στην προσωπικότητά μας, στις ιδέες, τις σκέψεις και τις απόψεις μας. Όμως ήθελα να πάει «λίγο παραπέρα» το όλο μυθιστόρημα. Νιώθω ότι μια τόσο έξυπνη και διαφορετική ιστορία είχε τεράστιες προοπτικές, και τελικά περιορίστηκε σε μια πιο επιφανειακή εξιστόρηση και σκιαγράφηση του κεντρικού ήρωα. Δεν δίνονται πολλές λεπτομέρειες ούτε για τον ίδιο, ούτε και για οποιονδήποτε άλλο ήρωα, ενώ οι περιγραφές είναι κάπως λιτές, με την αφήγηση να κυλάει αρκετά γρήγορα, κρατώντας τον αναγνώστη σε εγρήγορση για το τι μπορεί να συμβεί μετά. Ήθελα λίγο περισσότερο βάθος, με λίγα λόγια. Δίχως, φυσικά, αυτό να αναιρεί τα θετικά στοιχεία του βιβλίου.

Αυτό που γυρνάει στο μυαλό του αναγνώστη είναι «τι θα έκανα εγώ αν ήμουν αόρατος, αν πέρναγα δίπλα από άτομα χωρίς να με βλέπουν, αν έμενα μέσα στα σπίτια τους, αν άκουγα τις προσωπικές τους συζητήσεις, αν, αν αν.» Στην περίπτωση του Γκρίφιν, προτίμησε να κλέβει χρήματα όποτε ήθελε, να βιαιοπραγεί εναντίον όποιου τον εκνεύριζε, να δοκιμάζει τον εμπρησμό,  και να φτάνει -τελικά- ακόμα και στον φόνο. Δεν θα λέγαμε, τέλος πάντων, ότι είναι ένας φιλειρηνικός ήρωας, με αλτρουιστικά συναισθήματα, ο οποίος σκέφτεται να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του για το γενικό καλό. Αυτό, όμως, είναι  που τελικά με έβαλε σε σκέψεις αφότου γύρισα και την τελευταία σελίδα. Οι επιλογές που έκανε και οι βλέψεις που είχε.

Επομένως, αν στόχος του έργου είναι να προβληματίσει, τότε σίγουρα τα καταφέρνει. Και παρά τις ενστάσεις μου σε ορισμένα σημεία, παραμένει ένα μυθιστόρημα με ένα πολύ ιδιαίτερο και διαφορετικό θεματικό κέντρο, που σίγουρα μας τραβάει όλους να το εξερευνήσουμε.

«Oh! – disillusionment again. I thought my troubles were over. Practically I thought I had impunity to do whatever I chose, everything – save to give away my secret. So I thought. Whatever I did, whatever the consequences might be, was nothing to me. I had merely to fling aside my garments and vanish. No person could hold me.» – H.G. Wells, The Invisible Man

 

IMG_20190309_115908_496.jpg

Advertisement

Ancora

Ο άνεμος έξω λυσσομανά και ενώ κάθεται τον ακούει που σφυρίζει, όπως ακριβώς τα τρένα στους σταθμούς την στιγμή που φεύγουν με προορισμό το άγνωστο, εκείνο το αλλιώτικο «κάπου», που τους αρκεί και μόνο ότι θα διαφέρει από το «εδώ», ακόμα και αν τελικά αποδειχθεί ότι ήταν ένα πλαστό όνειρο, ένα «πουθενά» στον χάρτη των θεωριών τους. Κοιτάει δυο δέντρα στο απέναντι στενό να λικνίζονται τόσο βίαια σε τούτο τον παράλογο ρυθμό, που μοιάζουν λες και θα βγάλουν τις ρίζες τους από το χώμα και θα μεταφερθούν σ’ ένα πιο απάνεμο μέρος, να μπορούν πια ήσυχα ν’ αγναντεύουν την νύχτα, χαϊδεύοντας τ’ άστρα απαλά με τις κορυφές τους.

Αυτό το βράδυ είναι τόσο πηχτό, που σκέφτεται ότι αν πιάσει ένα μπαλάκι και το πετάξει στον ουρανό θα ακούσει τον γδούπο που θα κάνει σαν χτυπήσει τα στέρεα σύννεφα. Μέχρι και η σελήνη φοβήθηκε την αγριάδα τούτης της βραδιάς και κρύφτηκε πίσω από καμιά ντουζίνα στρώσεις βαμβάκι, ίσα να φωτίζει την πόλη για εκείνους που γυρίζουν στον δρόμο ψάχνοντας νόημα και αλήθεια, την ίδια ώρα που οι υπόλοιποι κοιμούνται και αγγίζουν όλα εκείνα που ποθούν, προτού να τα πάρουν μαζί τους οι πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες καθώς τρυπώνουν από τις χαραμάδες στα πατζούρια. Άραγε, αναρωτιέται πολλές φορές, αν ένα όνειρο δεν το αγγίξει ποτέ ο πρωινός ήλιος, θα καταφέρει να το κρατήσει σιμά του για όσο επιθυμεί; Και ας είναι να μένει σε ένα δωμάτιο κλειστό και απόμερο, αυτός και τα όνειρά του.

Τα φύλλα των δέντρων παλεύουν να κρατηθούνε στα κλαριά. Εκείνος παλεύει να κρατηθεί στο παρόν. Τα πάντα γύρω μας κάπως συνδέονται, τελικά. Μισανοίγει την μπαλκονόπορτα για να ακούει καλύτερα το νανούρισμα του χειμώνα, και φοράει την χοντρή μάλλινη ζακέτα του, αυτή που δεν αποχωρίζεται αν δεν καλοκαιριάσει. Την κουμπώνει μέχρι το πηγούνι και νιώθει να πνίγεται.

Δεν μπορεί άλλο,
φτάνει,
ως εδώ.

Γιατί κρατάμε μέσα μας τόσες πολλές λέξεις, πνίγοντας τ’ αυθόρμητο στους βούρκους του κάθε «πρέπει»;

Γιατί κλαδεύουμε τα «θέλω» μας κάθε που ανθίζουν και κοντεύουν να ξεπεράσουν τα «μπορώ» του γύρω κόσμου;

Γιατί μπολιάζουμε τα όνειρά μας με τις προσδοκίες όλων των άλλων, και δεν τα αφήνουμε άσπιλα και αυτοτελή να βρουν τον ουρανό τους;

Πήρε ένα κουτάκι μπύρας που του είχε ξεμείνει στο ψυγείο εδώ και κάτι μέρες και το άνοιξε με τον αντίχειρά του. Άρχισε να σπρώχνει δεξιά-αριστερά το αλουμινένιο κομμάτι που προεξέχει σιγοτραγουδώντας την άλφα βήτα όπως κάναμε μικρά. Έφτασε στο ωμέγα και χρειάστηκε να ξεκινήσει ξανά τόσες φορές που έχασε το μέτρημα. Στο τέλος τα παράτησε και ήπιε την πρώτη ρουφηξιά.

Καλύτερα. Θα έφτιαχνε μόνος του την μοίρα.

 

Dies et Verba: Κοσμάς Πολίτης

Σαν σήμερα, στις 23 Φεβρουαρίου του 1974 έφυγε από την ζωή ο Κοσμάς Πολίτης, ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της γενιάς του ’30 ειδικότερα, και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα.  Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμας πολιτης

Κοσμάς Πολίτης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που επέλεξε ο Παρασκευάς Ταβελούδης για να τον συντροφεύει στο συγγραφικό του ταξίδι. Γόνος του έμπορου Λεωνίδα από την Μυτιλήνη και της Καλλιόπης από το Αϊβαλί, δεν έζησε το ίδιο ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια με άλλους συνομήλικους του,  τόσο εξαιτίας του αυταρχισμού που χαρακτήριζε τον πατέρα του, όσο και της φιλάσθενης μητέρας του, η οποία πέθανε όταν εκείνος ήταν 12 ετών. Έκτοτε, την ανατροφή του ανέλαβαν από κοινού μια Γαλλίδα δασκάλα και η κατά 18 χρόνια μεγαλύτερη αδερφή του, Μαρία. Φοίτησε στη Ευαγγελική Σχολή, καθώς και στο Αμερικανικό Κολέγιο Σμύρνης, εγκαταλείποντας όμως τις σπουδές του. Στα 17 του ξεκίνησε να εργάζεται στην Τράπεζα Ανατολής και έπειτα στη Βίνερ Μπανκ της Σμύρνης.

Σταθμός στη ζωή του αποτέλεσε η γνωριμία του με την αριστοκράτισσα αυστροουγγρικής καταγωγής Κλάρα Κρέσπι, η οποία οδήγησε σε έναν αμοιβαίο και κεραυνοβόλο έρωτα, και εν τέλει σε γάμο. Μαζί απέκτησαν και μια κόρη, την Φοίβη.  Μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, έφυγαν αρχικά για το Παρίσι, έπειτα για το Λονδίνο, και το 1924 έφτασαν στην Αθήνα, όπου ο Κοσμάς Πολίτης έγινε υποδιευθυντής Τράπεζας.

Το 1930 εμφανίζεται το Λεμονοδάσος, το πρώτο βιβλίο του Κοσμά Πολίτη. Το Λεμονοδάσος εντυπωσιάζει και γοητεύει την λογοτεχνική κοινότητα, τόσο λόγω της παρουσίας εντός του μιας Ελλάδας λαμπερής και μαγευτικής, που σφύζει από ζωή, όσο και λόγω της επιλογής του συγγραφέα να μην διαφημίσει το έργο του ούτε πριν, ούτε μετά την έκδοσή του, κερδίζοντας με την αξία του και μόνο μια σημαντική θέση ανάμεσα στους σύγχρονους συγγραφείς της χώρας. Ορισμένα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός έρωτα δύσκολου, και μάλιστα σε οριστική ενεστώτα, γεγονός που συμβάλει στην συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη, ενώ στον θεματικό του άξονα βρίσκεται και η υπαρξιακή δυσφορία.

Λίγο αργότερα, το 1933, ο Κοσμάς Πολίτης κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, την Εκάτη, το οποίο πέρα από θετικές, έλαβε και αρνητικές κριτικές. Στο έργο αυτό η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και ο αναγνώστης παρακολουθεί τα δρώμενα μέσα από την ματιά του ήρωα, ο οποίος αποτελεί τον αποκλειστικό φορέα πληροφόρησης, και ο οποίος με έναυσμα το ερωτικό πάθος που αισθάνεται, καταλήγει να αναζητήσει την αυθεντικότητά του.

Σχετική εικόναΤο 1934 η εμφάνιση μιας γυναίκας στη ζωή του τον οδήγησε να εγκαταλείψει την σύζυγο και την κόρη του, από τις οποίες απομακρύνθηκε για πολλά χρόνια, και να μετατεθεί στην Πάτρα, όπου και έγραψε την Eroica (1938).  Στο έργο αυτό, ένας ώριμος αφηγητής εξιστορεί τα κατορθώματα μιας παρέας εφήβων μέσα υπό το πρίσμα του νεότερου εαυτού του, και τον τρόπο που αυτοί βιώνουν τον έρωτα αλλά και τον θάνατο, αφήνοντας στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εφηβείας, εκείνης της χρονικής στιγμής ανάμεσα στον κόσμο των μικρών, και στον κόσμο των μεγάλων.

Το 1942 έφυγε από την ζωή η κόρη του, γεγονός που τον συντάραξε, καθώς θεωρούσε ότι εάν δεν είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, εκείνη θα ζούσε ακόμα. Επέστρεψε τότε στην γυναίκα του, και ο δεσμός ανάμεσά τους έγινε πολύ στενός. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε και άλλα αξιόλογα έργα, όπως την Τζούλια (1943), Το Γύρι (1945), την Κορομηλιά (1946), το Στου Χατζηφράγκου (1962) κ.α.

Ήταν ένας πολυγραφότατος λογοτέχνης, με έργα που έγιναν δεκτά από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό με πλήθος επαίνων, τα οποία αγαπήθηκαν και τότε, αλλά και τώρα, χαρίζοντας στον συγγραφέα δικαίως μια θέση ανάμεσα στις εξέχουσες προσωπικότητες της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Και, για το κλείσιμο, ένα απόφθεγμα από το Λεμονοδάσος που ξεχώρισα.

Το λογικό κι ο έρωτας ποτέ τους δεν ταιριάξαν. 

Κοσμάς Πολίτης, Λεμονοδάσος 

Και ένα απόσπασμα από την Πάροδο του έργου Στου Χατζηφράγκου.

Kαλώς τονε… Tι; Συγγραφέας; Δηλαδή; A; γράφεις βιβλία. Xάρηκα πολύ. Tους έχω σε μεγάλη υπόληψη αυτούς που γράφουνε βιβλία-μιλάω σοβαρά. Kάτσε, λοιπόν. Nα, σ’ εκείνο το πεζούλι, δεν περισσεύει άλλη καρέγλα… Όμορφα είν’ εδώ; Σαν εξοχή; Δηλαδή το ανοιχτό γκερίζι που τρέχει ανάμεσα στην ξεραΐλα και τραβάει για κάτω; Άκουσε παληκάρι μου, για ν’ αγαπιόμαστε, καλύτερα να παρατήσομε το κογιονάρισμα: και τη δικιά μου υπόληψη για τα βιβλία, και τα δικά σου παινέματα για το ρημάδι μου. Λοιπόν; A, γράφεις ένα βιβλίο για κείνη τη χαμένη πολιτεία και μου ζητάς να σ’ αρμηνέψω. Άκουσε. Πάνε από τότε κάπου σαράντα χρόνια, σωστά σαράντα χρόνια. Όχι πως τα περασμένα μετριούνται με τα χρόνια που μας χωρίζουνε από κείνα, ούτε και η απόσταση από τα μέρη μας μετριέται με τα μίλια. Για τον έναν, είναι και τα δυο τόσο μακρυά, σα να μην υπήρξανε ποτέ. O άλλος, τα ‘χει πάντα μπροστά του ζωντάνα, λες κ’ είναι τούτη η ώρα. Aνάλογα με το αίσθημά μας είναι και τα δυο.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου

 

Αποτέλεσμα εικόνας για forest gif

Τώρα

Είναι που οι τοίχοι άρχισαν ολοένα να μικραίνουν, να στενεύουν, να αλλάζουν, λες και θέλουν να με κλείσουν ανάμεσά τους μέχρις ότου γίνω ένα με αυτούς. Το στυλό βαραίνει στο χέρι μου και τα γράμματα βγαίνουν λίγο λοξά, του τελειώνει και το μελάνι, μου τελειώνουν και οι σκέψεις, πρέπει να το αδειάσω θαρρώ λίγο το μυαλό από τους πολλούς συλλογισμούς, να το αφήσω τελείως κενό- μόνο τις νότες και κανένα κλειδί του σολ θα αφήσω, να ‘χω να ξεκλειδώσω την πόρτα άμα θελήσω να τρέξω στον κεντρικό δρόμο -εκείνον με τις τρεις λωρίδες που ‘ναι όλο βαβούρα και φωνές- και να αρχίσω να του φωνάζω και ‘γω, να του πω ότι με πνίγει και με αγχώνει και με τρομάζει και με απωθεί, πως αγαπώ τα κόκκινα φανάρια του, που δίνουν μερικά λεπτά ανάσας σε τούτη την πόλη. Αμάν πια αυτοί οι τοίχοι, δεν λένε να σταματήσουν να κλείνουνε- αλήθεια, πού άφησα το σπίρτο εκείνο που θα άναβε μια φοβερή φωτιά και θα τους έκανε από φόβο ν’ανοίξουν τόσο, που να χωράνε μέσα τους ολάκερο τον κόσμο; Κάπου εδώ γύρω θα το ‘χω αφήσει.

Κάπου,
ίσως εδώ,
όχι δεν είναι,
ίσως πάνω στην βιβλιοθήκη, μέσα στο βιβλίο που αγόρασα τότε και ακόμα να διαβάσω,
όχι όχι, ούτε εκεί,
α! ξέρω,
ίσως να ‘ναι στο συρτάρι με όλα κείνα που μια τα χάνω και μια τα βρίσκω
-τα λαστιχάκια για τα μαλλιά, τα γυαλιά μου, την έμπνευση, την όρεξη, τα όνειρα-
να δεις που εκεί θα ‘ναι.
Θέλω να πάρω τα χρώματα από τον πίνακα που ‘χω στο σαλόνι και να βάψω τον απέναντι δρόμο, τον πλαϊνό τοίχο, τον γείτονα και τον σκύλο του, ίσως και μένα την ίδια, να προλάβω να διαλύσω εγώ το γκρι, προτού με καταπιεί εκείνο.
Πάω να κλείσω το παράθυρο γιατί μπαίνει ψύχρα και ρουτίνα μέσα. Αύριο θα απλώσω τις φρεσκοπλυμένες μου προσδοκίες, και θα τις φορέσω έτσι καθαρές και μυρωδάτες, ξεκινώντας ξανά απ’ την αρχή.
Πού θα μου πάει- θα κόψω λίγο τις κόρνες και την βροχή, θα ράψω και μερικά χαμόγελα, από τα αληθινά και τα μοιραία,
και θα το φέρω το τώρα στα μέτρα μου.

Εκείνοι

Πόσο με τρομάζουν, αλήθεια,
οι εκείνοι.
Δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν,
λες κι όλα τα επίθετα του κόσμου
τους πέφτουν είτε πολύ μεγάλα,
είτε εξαιρετικά μικρά.
Μένουν στο σχεδόν,
αγκαλιάζουν το περίπου.
Εκείνοι.
Οι σχεδόν αληθινοί,
οι σχεδόν ειλικρινείς,
οι σχεδόν άνθρωποι.
Τους βλέπω και κρύβομαι,
μην τύχει και συναντηθούν
ούτε οι ματιές μας.
Μην κατορθώσουν ν’ ακούσουν
το απόλυτο, το ειλικρινές,
και γίνουν τέρατα –
και γίνουν θεριά ανήμερα.
Φτύνουν λέξεις,
εκείνοι,
και τις φωνάζουν για χρυσό.
Ποθούν την σκουριά,
και την οσμή του σάπιου,
κι ας μιλάνε γι’ αλλαγή,
κι ας τάζουνε τ’ αλλιώτικο.
Είναι πονηροί και δόλιοι,
εκείνοι,
κι ας θυμίζουν τ’ όνειρο.
Πώς αλλιώς;
Αφού ‘ναι τυλιγμένοι
με το κίβδηλο κι το ψευδές –
άντε όμως να το καταλάβεις εσύ.
Τα χέρια τους γιομάτα είναι με άσσους,
μην τύχει και χάσουν.
Τι κι αν το παιχνίδι είναι στημένο;
Τη νίκη την χαίρονται εξίσου.
Εκείνοι.
Τι κι αν θυμάσαι εσύ;
Μονάχα ξεχνάνε,
εκείνοι.

Σχετική εικόνα

Χαρμάνι Βιβλίων ν.6 – Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα, Ρέα Γαλανάκη

Πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα», το οποίο μου προκάλεσε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων και με ταξίδεψε στο χωροχρόνο. Αποτέλεσμα εικόνας για ρέα γαλανάκη

Το έργο χωρίζεται σε δύο κύριους άξονες, οι οποίοι εναλλάσσονται ανά τα κεφάλαια, δυο ιστορίες διαφορετικές με μια πρώτη ματιά, που τελικά ίσως και να μοιράζονται περισσότερα κοινά από όσο δείχνουν. Η γραφή της Ρέας Γαλανάκη ταξιδεύει τον αναγνώστη από την ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης το 2000, μέχρι και ένα μακρινό παρελθόν, όμοιο με εκείνο των μύθων, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο ποίημα «Παλαιά και Νέα Διαθήκη» της Κρητικής Αναγέννησης, ανάμεσα στα τέλη του 15ου αιώνα και στις αρχές του 16ου. Η συγγραφέας υφαίνει με μαεστρία το δίπολο του παρόντος και του παρελθόντος, του τώρα και του τότε, του εδώ και του εκεί, θέλοντας να αναδείξει την άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον μύθο που έχουμε ακούσει ή διαβάσει και στην σύγχρονη ζωή που ζούμε, και κατά συνέπεια την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην λογοτεχνία και την πραγματικότητα.

Η αλλαγή της γραμματοσειράς ανάλογα με την κάθε μια από τις δυο ιστορίες μου κίνησε το ενδιαφέρον, αφού δεν κατάφεραν μόνο οι περιγραφές και η αφήγηση να με ταξιδέψουν, αλλά και η ίδια η μορφή των γραμμάτων και των λέξεων. Επίσης, μου άρεσε πολύ η επιλογή των ονομάτων των ηρώων, η οποία όχι μόνο συμβαδίζει με το αρχικό έμμετρο αναγεννησιακό ποίημα, στην περίπτωση της πρώτης ιστορίας, αλλά και αναδεικνύει βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων στην περίπτωση της δεύτερης ιστορίας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Αγγελικώ και την Φροσύνη. Μου άρεσε, επίσης, η βραχύτητα του κάθε κεφαλαίου, το οποίο δεν απλωνόταν σε δεκάδες σελίδες, βοηθώντας την ροή του έργου να κυλήσει γρήγορα, και εντείνοντας την δραματικότητά του.

Βέβαια, δεν γίνεται να μην αναφερθώ στην Κρήτη, τη γενέτειρα της συγγραφέα, η οποία αποτέλεσε τον χώρο στον οποίο εκτυλίσσονται και οι δυο ιστορίες, αν και σε διαφορετικό μεταξύ τους χρόνο. Το σκηνικό της ορεινής Κρήτης συμβάλει στην μυστηριακή παρουσίαση της ιστορίας, δίχως να προσδιορίζει εκείνο το χωριό το οποίο επισκέπτεται η πρωταγωνίστρια δασκάλα, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ούτε η ίδια μπορεί να θέσει με σιγουριά. Αυτή η ασάφεια ως προς την γεωγραφική του θέση επιτρέπει στον αναγνώστη να το φανταστεί όπως θέλει, δίχως να τον περιορίζει, αφού πολλά στοιχεία που αποδίδονται στο συγκεκριμένο χωριό θα μπορούσαν να συναντηθούν και σε άλλα κρητικά χωριά. Βέβαια, οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα βοηθούν περαιτέρω στην μεταφορά του αναγνώστη στην Κρήτη, αποτυπώνοντας φωνολογικά το κρητικό ιδίωμα, όπως έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει και σε ηθογραφικά διηγήματα, καθώς επίσης και η αναφορά στα ήθη και στα έθιμα του τόπου.

Η Ρέα Γαλανάκη καταφέρνει με αυτό το βιβλίο να ταξιδέψει τον αναγνώστη τόσο στο χώρο όσο και στον χρόνο, μέσα από μια αφήγηση που κυλάει φυσικά και αβίαστα, και με παραστατικές περιγραφές γραμμένες με δεξιοτεχνία, που μας παίρνουν από το χέρι και μας συντροφεύουν στην πανέμορφη Κρήτη.

 

«Ο μύθος δεν αγκιστρώνεται μόνο στα καταγεγραμμένα γεγονότα, ή σ’ αυτό που ονομάζεται ιστορία, μα έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στο κλειστό κουτί του χρόνου, να δανείζει ή να δανείζεται από άλλους μύθους, ακόμη και από απομακρυσμένα γεγονότα αλλάζοντας σαν δέντρο ανά εποχή.»

-Ρέα Γαλανάκη, Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα

 

thumbnail_20190205_144325-01-04

 

Παραχάραξη

Εκείνο το μακρινό και ξένο
που ποθήσαμε ν’ αγγίξουμε,
να κρατήσουμε απ’ το χέρι.
Το κρυμμένο, τ’ αλλιώτικο,
που τρέμαμε να συζητήσουμε μήπως μαγαριστεί.
Άσπιλο το φωνάζαμε
και ιδανικό.
Θυμάσαι;
Εκείνο το όνειρο, το ιδεατό
του τότε.
Που ξέραμε πως είναι άυλο,
μα το ‘χαμε για υπαρκτό.
Που δεν το είδαμε τελικά ποτέ,
κι όμως,
μαζί το κρατούσαμε στις παλάμες μας σφιχτά,
μην φύγει, μη χαθεί.
Τότε, λέγαμε, θα χανόμασταν κι εμείς.
Το εξαίσιο, το μοναδικό.
Το αξεπέραστο κι απροσπέλαστο.
Τ’ αγγίξαμε ,θαρρώ, στο τέλος,
μα δεν το πιάσαμε απ’ το χέρι,
μα δεν του γελάσαμε απαλά.
Κάναμε πως δεν υπήρξε,
πως αληθινό δεν το ‘πε ποτέ κανείς.
Εμείς το μαγαρίσαμε.
Αλλάξαμε το σχήμα του
με τρόπο ανάρμοστο κι ακραίο.
Εσύ κι εγώ.
Εγώ κι εσύ.
Κι αφού τ’ αφήσαμε έτσι ώρα πολλή,
φύγαμε μακρυά του
θορυβωδώς κι αναίσχυντα.
Σαν ήρωες κι νικητές,
κι όχι σαν τσαρλατάνοι.
Δες το τώρα, έτσι που το πατήσαμε χάμω.
Έτσι που τ’ ακρωτηριάσαμε,
έτσι που το καταχραστήκαμε.
Κοίτα το
και πες μου:
Αλήθεια, τώρα, δεν σου μοιάζει ευτελές;

Η αυθύπαρκτη ελλειπτική ποίηση των «Στιγμών» του Κώστα Μόντη

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Μόντης η καρδιά μαςΔυστυχώς, ήρθα σε επαφή με τον ποιητή Κώστα Μόντη και τα ποιήματά του μόλις φέτος τον χειμώνα – τι μεγάλο κρίμα να μην έχω διαβάσει το λογοτεχνικό του έργο και πρωτύτερα! Μια ποίηση αφοπλιστική στην απλότητά και λακωνικότητά της, με λίγες λέξεις ή δυο – τρεις φράσεις να κρύβουν μέσα τους ολόκληρα νοήματα, συναισθήματα και ιδέες, να περικλείουν έναν ολάκερο κόσμο.

Ο Κώστας Μόντης (1914-2004) γεννήθηκε στην Αμμόχωστο της Κύπρου και υπήρξε, αδιαμφισβήτητα, εξέχουσα μορφή ανάμεσα στους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς. Όντας πολυγραφότατος, δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, αλλά και θεατρικά έργα, ενώ το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ, και όμως δεν έχει την ευρεία αναγνώριση που -καταφανώς- αξίζει ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό της εποχής μας, τόσο ο ίδιος, όσο και το έργο του.

Την ποιητική συλλογή «Στιγμές» -στην οποία θα αναφερθώ στο παρόν άρθρο- εξέδωσε το 1958. Η συλλογή περιελάμβανε ολιγόστιχα ποιήματα, σηματοδοτώντας την καινούρια του ποιητική πορεία (έχουν προηγηθεί ανάλαφρα ερωτικά τραγούδια, ποιήματα με απηχήσεις από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, καθώς και πειραματισμοί του Μόντη σχετικά με την σύγχρονη τεχνοτροπία), και αποτελώντας έναν σταθμό του ποιητικού του έργου. 

Αυτό που κάνει τις «Στιγμές» να ξεχωρίζουν ανάμεσα σε άλλες ποιητικές συλλογές είναι η μορφή τους. Μιλάμε, δηλαδή, για μια μορφή ελλειπτικής ποίησης, με ποιητικές μονάδες που, σύμφωνα με τον Παστελλά, δεν αποτελούν αποσπάσματα, ούτε είναι ανολοκλήρωτες, αλλά αντιθέτως είναι αυτοδύναμες και αυτοτελείς. Είναι αποτυπώσεις του φευγαλέου, το οποίο μπορεί να είναι ένα γεγονός, μια σκέψη, ένα συναίσθημα, με την ύπαρξη ποικίλων θεμάτων στον πυρήνα τους, από πολιτική, χιούμορ και ειρωνεία, μέχρι σχόλια για τον ίδιο του τον εαυτό και ψυχικές μεταπτώσεις, με μια μορφή που θυμίζει γνωμικά.

Πάντα υποστήριζα την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων και ποιημάτων που διαφέρουν μεταξύ τους ειδολογικά, θεματικά, μορφικά, την επαφή με λογοτεχνίες από κάθε πλευρά του κόσμου, και όχι μόνο τη δυτική, καθώς και την επαφή με συγγραφείς και ποιητές που ξεχωρίζουν από το σύνολο. Μόνο έτσι θα μπορέσει κανείς να αποκτήσει μια ολιστική εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής, βρίσκοντας κάτι καινούριο που τελικά του αρέσει, κατανοώντας καλύτερα τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και τον κόσμο γύρω του.

Άλλωστε, η μαγεία της λογοτεχνίας συνίσταται στην παρότρυνσή της να σταθούμε απέναντι από τον ίδιο μας τον εαυτό, με όλα τα λάθη και τα σωστά του, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, και να τον κοιτάξουμε κατάματα.

Έτσι ακριβώς και οι «Στιγμές» του Μόντη με εξέπληξαν χάρη στην απλότητα με την οποία διατύπωναν ζητήματα σύνθετα, σκέψεις δυσνόητες και αισθήματα που δύσκολα εκφράζονται με λέξεις, πόσο μάλλον λακωνικές. Ποιήματα με τέτοια ένταση, που μοιάζει λες και κάποιος γύρισε τον δείκτη του κατευθείαν προς το πρόσωπό σου, λες και οι σελίδες που κρατάς στις παλάμες σου δεν έχουν πια το χρώμα της σέπιας, αλλά αστράφτουν προκλητικά αντικατοπτρίζοντας το είδωλό σου, σκεπτικό και απορημένο, όπως ακριβώς ένας καθρέπτης.

Ορίστε μια μικρή γεύση από τις «Στιγμές» του Κώστα Μόντη:

Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8.

Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 12.

Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 24.

Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 37.

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;

«Προς ποιητήν». Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 28.

Κι ένα μνημείο στον Ακούσιο Στρατιώτη, κύριοι,
ένα μνημείο στο στρατιώτη που ακούσια πολέμησε,
που ακούσια σκότωσε,
που ακούσια σκοτώθηκε.

«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 500.

(πηγή ποιημάτων: http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=219)

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για κώστας μόντης ποιήματα

 

 

 

Dies et Verba: Μια Ημέρα, Δύο Μεγάλοι Ποιητές, 30/10

Σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου, έλαβαν χώρα δυο γεγονότα άμεσα συνυφασμένα με τον κόσμο της λογοτεχνίας, καθώς σχετίζονται με δυο κορυφαίους Έλληνες ποιητές: το 1896 γεννήθηκε ο Κώστας Καρυωτάκης και το 1988 έφυγε από τη ζωή ο Τάσος Λειβαδίτης.

Δυο άνθρωποι που μπόρεσαν να μιλήσουν στις καρδιές των αναγνωστών τους όσο λίγοι, δυο τεράστιοι ποιητές με σπουδαίο έργο, τόσο όμοιοι στην αγάπη του κόσμου για τα έργα τους, και συνάμα τόσο διαφορετικοί μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για καρυωτάκης

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896 στην Τρίπολη Αρκαδίας. Το 1914 ξεκίνησε να φοιτά στη Νομική Σχολή Αθηνών, και το 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1922 γνώρισε την Μαρία Πολυδούρη, ενώ και οι δυο εργάζονταν στη Νομαρχία Αττικής, με την οποία μοιράστηκε έναν έρωτα, που όμως δεν διήρκεσε πολύ. Ο Καρυωτάκης, όπως υποστηρίζουν πολλοί μελετητές του, έπασχε από σύφιλη, ανίατη ασθένεια και συνάμα κοινωνικό στίγμα, γεγονός που τον οδήγησε να απομακρυνθεί από την αγαπημένη του, και όταν εκείνη του έκανε πρόταση γάμου, να την απορρίψει.

Στις 21 Ιουλίου του 1928 ο Κώστας Καρυωτάκης αυτοκτόνησε με ένα πιστόλι στην καρδιά, ενώ μια επιστολή βρέθηκε στη τσέπη του σακακιού του, η οποία έγραφε:

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περισσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική. Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι. Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές (!!!), εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέση τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὡρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης).

Η Μαρία Πολυδούρη έπασχε ήδη από φυματίωση, και η είδηση για το χαμό του αγαπημένου της έπαιξε ρόλο στην επιδείνωση της ασθένειάς της. Έφυγε από τη ζωή στις 29 Απριλίου του 1930, σε μικρή ηλικία, όπως και ο Καρυωτάκης.Αποτέλεσμα εικόνας για χειρόγραφα καρυωτάκης

Τόσο ο Καρυωτάκης, όσο και η Πολυδούρη ανήκουν στη γενιά του ’20, στους ποιητές του Μεσοπολέμου, στους οποίους φαίνεται μια επίδραση από το γαλλικό συμβολισμό, με τη μελαγχολία και την ονειροπόληση να αποτελούν χαρακτηριστικά του έργου τους.

Ένα ποίημα του Καρυωτάκη:

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ, Ελεγεία και Σάτιρες (1927)

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.
Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.
Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.
Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

Και ένα ποίημα της Πολυδούρη:

ΕΝΑ ΒΡΑΔΙ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ, Ανέκδοτα Ποιήματα

Τί θλιβερὸ πράμμα ὁ Σταθμός,
ποὺ μόλις νἄχῃ φύγει τὸ τραῖνο.
Οὔτε στιγμή, μόλις ποὺ ἐδῶ
στὶς ράγιες του βαριὰ σταματημένο
καὶ πηγαινόρχονταν γοργά,
ἀνίδεα γελώντας ταξειδιῶτες.
Κι᾿ ὅσοι ποὺ μείνανε κι᾿ αὐτοὶ
δὲν ἔχουνε τὴν ὄψη τους σὰν τότες.
Ἡ ἄδεια θέση κι᾿ ἡ σιωπὴ
μέσ᾿ στὸ Σταθμὸ ποὺ τοὔφυγε τὸ τραῖνο.
Κι᾿ αὐτοὶ ποὺ μείνανε σκορποῦν
κ᾿ ἔχουν τὸ βῆμα τὸ ἀποφασισμένο
ὅσων τὴ μοίρα ἀκολουθοῦν.
Κάθε φορὰ τοὺς φεύγει κι᾿ ἀπὸ κάτι
καὶ κεῖνοι μένουν στὸ Σταθμὸ
λυγίζοντας τὸ θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στὰ ἴδια θαρρετοὶ
δῆθεν κ᾿ ἡ πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
-Καταραμένε χωρισμὲ
ὅμως κι σένα ἀπόψε θ᾿ ἀγαπήσω.
Γιατί τὸ «χαῖρε» ἦταν γλυκὸ
καθὼς τὸ χέρι σειόταν στὸν ἀέρα
ἀπ᾿ τὸ μαντήλι πιὸ λευκὸ
κι᾿ ἀπ᾿ τὸν ἀνθό, σὰ φῶς ποὺ ἔφευγε πέρα,
ποὺ δὲν τὸ εἶχα ἰδῆ ποτὲ
τόσο γαλήνια ὡραῖο τ᾿ ὅραμά σου,
Καταραμένε χωρισμέ.
Μοῦ τρέμουνε τὰ χείλη στὄνομά σου.

Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1922 στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως τελικά επέλεξε να ακολουθήσει το πραγματικό του πάθος, την ποίηση. Επαναστάτης και αγωνιστής, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ενώ τα γραπτά του μεταφέρουν ένα ονειρικό συναίσθημα, ένα κράμα αισιοδοξίας, ρομαντισμού, αλλά και σύγχρονης πραγματικότητας, με στοιχεία που αντικατοπτρίζουν την πολιτική δραστηριότητα που ανέπτυξε στο χώρο της αριστεράς, καθώς και προσωπικά του βιώματα.

Σχετική εικόνα

Θυμάμαι ακόμα τη χαρά που ένιωσα όταν κράτησα για πρώτη φορά στα χέρια μου βιβλίο του Λειβαδίτη, το «Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια«, το οποίο έγραψε το 1958. Ένα βιβλίο που δεν αφήνεις από τα χέρια σου, εάν δεν φτάσεις πρώτα στην τελευταία του σελίδα.

Απόσπασμα από το έργο του:

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

Kι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα.

…ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα.

Kαι πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη,

κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο

στάδιο

όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση.

Kι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία

υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,

απ’ το τραγούδι.

«Aύριο», λες,

και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο

το πελώριο ποτέ.

 

Και ένα ακόμα ποίημα, από τα αγαπημένα μου:

«Ποῦ εἶσαι»

Ἔβρεχε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἔβρεχε
ἀνέβηκα τὰ σκαλιὰ κανεὶς στὴν κάμαρα
Ἔβρεχε; ἔτρεμε στ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο ἡ κουρτίνα
Ἔβρεχε…

«Φεύγω μὴ ζητήσεις νὰ μὲ βρεῖς. Ἀγαπῶ ἄλλον!», ἔγραφε
Ἀγαπῶ ἄλλον;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Οἱ δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φῶτα, ἔβρεχε

Ζευγάρια ἀγκαλιασμένα κάτω ἀπ᾿ τὶς ὀμπρέλες τους
σὲ λίγο θὰ ἀνάβουνε τὸ φῶς
Θὰ κοιτάζονται στὰ μάτια καὶ θὰ πετᾶν ἀπὸ πάνω τους ὅλη τὴ μοναξιὰ
Οἱ φωτεινὲς ρεκλάμες ἀνοιγοκλείνουνε τὰ μάτια τους
Ὅλα στὴν ἐποχὴ μᾶς διαφημίζονται γιατί ὄχι καὶ αὐτὸ …
Ἔβρεχε

«Ἀγαπῶ ἄλλον!»
Μὲ κόκκινα πελώρια γράμματα θὰ ᾿τᾶν ὑπέροχη διαφήμιση
γιατί ὄχι καὶ αὐτό: «Ἀγαπῶ ἄλλον!»
«Θὰ ἀγαπῶ ἄλλον»;
Ποῦ εἶσαι;
Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει κρυώνω
Ποῦ εἶσαι;

Αποτέλεσμα εικόνας για λειβαδιτηςΚλείνοντας, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στη γνωριμία του Τάσου Λειβαδίτη με τον Μίκη Θεοδωράκη, από την οποία προέκυψαν εξαιρετικά τραγούδια, όπως το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, και το «Σαββατόβραδο» με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Αγαπημένο τραγούδι είναι, φυσικά, και το «Για να σε συναντήσω«, το οποίο ερμηνεύει ο Μανώλης Λιδάκης, με στίχους του Τάσου Λειβαδίτη και μουσική του Κώστα Λειβαδά.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για λειβαδιτης

Χαρμάνι Βιβλίων ν.5 – Αχνή Θέα των Λόφων, Kazuo Ishiguro

Υπάρχουν ορισμένα βιβλία που σαν διαβάσεις την τελευταία πρόταση μένεις για λίγο να κοιτάς τη σελίδα, χωρίς στην πραγματικότητα να την βλέπεις, απλά και μόνο γιατί φοβάσαι πως αν τη γυρίσεις, πως αν κλείσεις το βιβλίο, θα χαθεί κάτι από αυτό που σε έκανε να αισθανθείς, ό, τι και να είναι.

Το έργο «Η Αχνή Θέα των Λόφων» του Kazuo Ishiguro ανήκει σε αυτή ακριβώς την κατηγορία βιβλίων. Εκείνα που κυριολεκτικά τα καταβροχθίζεις, ή καλύτερα εκείνα που καταβροχθίζουν εσένα. Που σε μεταφέρουν σε ένα διαφορετικό μέρος, σε μιαν άλλη εποχή, αλλά το κάνουν τόσο εξαιρετικά που σαν χτυπήσει το τηλέφωνο αναρωτιέσαι από που να βγαίνει τούτος ο αταίριαστος ήχος. Το βιβλίο αυτό κινείται σε δυο ουσιαστικά επίπεδα, τόσο χρονικά όσο και τοπικά. Όσον αφορά τον χρόνο, έχουμε το «τώρα» της πρωταγωνίστριας, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει το παρόν, καθώς επίσης και το «τότε» της, την ζωή της πριν από αρκετά χρόνια, όταν ακόμη ήταν νέα. Όσον αφορά τον τόπο, έχουμε από την μια πλευρά την Ανατολική Ασία, και πιο συγκεκριμένα την Ιαπωνία, και από την άλλη πλευρά τη βροχερή Αγγλία με τα γκρι σύννεφα και την πρωινή υγρασία που αφήνει σκόρπιες στάλες πάνω στα τζάμια. IMG-d8be2c54602617135830ef1ce6712c88-V-01

Στην ιστορία μας εισάγει η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια του έργου, η Ετσούκο, μέσα από τα μάτια και τις αναμνήσεις της οποίας ερχόμαστε σε επαφή με έναν πολιτισμό μακρινό και ξένο, αλλά και με την πιο σύγχρονη και γνώριμη πραγματικότητα του σήμερα. Μέσα από αναδρομικές αφηγήσεις των νεανικών της χρόνων γνωρίζουμε την φίλη της Σατσίκο, και την κόρη της Μαρίκο, δυο περίεργες προσωπικότητες που προκαλούν στον αναγνώστη ανάμεικτα συναισθήματα απορίας, έγνοιας και σε αρκετά σημεία συμπάθειας. Επίσης γνωρίζουμε τον πεθερό της Ογκάτα-Σαν και τον άντρα της, ο οποίος αποπνέει μια αποξένωση, και προτιμάει να διαβάσει την εφημερίδα του από το να συνεχίσει την παρτίδα σκάκι που ξεκίνησε το προηγούμενο βράδυ με τον πατέρα του, παρά τις παρακλήσεις και τις προτροπές του.

«Δε θυμάσαι τι σου έλεγα πάντα; Στο σκάκι χρειάζεται να διατηρείς μια συμπαγή στρατηγική. Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις την προσπάθεια όταν ο αντίπαλος καταστρέφει το ένα σου σχέδιο, αλλά αμέσως να επιστρατεύεις το επόμενο», του λέει χαρακτηριστικά.

Οι αναμνήσεις του παρελθόντος λαμβάνουν χώρα στο Ναγκασάκι, γενέτειρα του Ισιγκούρο, το οποίο βρίσκεται υπό ανοικοδόμηση, και το οποίο αποπνέει μια αύρα αλλαγής. Μεταφερόμαστε σε ένα μακρινό σκηνικό, αλλιώτικο, όπου το να ψηφίζει η γυναίκα το ίδιο με τον άντρα της και το να περπατάνε τα ζευγάρια χέρι-χέρι στο δρόμο αποτελεί νεόφερτη συνήθεια, πολύ διαφορετική από τα παλιά ήθη και έθιμα του τόπου.

Καθώς ακολουθούμε το παρόν που βιώνει η Ετσούκο μαθαίνουμε για την αυτοκτονία της μεγαλύτερης κόρης της, Κέικο, στο διαμέρισμα που διέμενε, η οποία δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν παρά μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Είναι φανερή μέσα από το βιβλίο η δυσκολία της Κέικο να προσαρμοστεί στη νέα ζωή της στην Αγγλία, η απομάκρυνσή της από τους δικούς της, και τελικά το κλείσιμο στον εαυτό της.

Το έργο μας αφήνει ένα μετέωρο συναίσθημα αβεβαιότητας καθώς μέσα από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της Ετσούκο την ακολουθούμε στην προσπάθειά της να ασκήσει αυτοκριτική και να φτάσει στην αυτογνωσία. Μας μεταδίδει νότες από την Ιαπωνία, από τις συνήθειες των κατοίκων της και από τις αξίες που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά, μέσα σε ένα όμορφο μπλέξιμο με την γνώριμη Αγγλία και την δυτική κουλτούρα που υφίσταται. Ένα ταξίδι μαγικό στο μακρινό και πονεμένο Ναγκασάκι, που προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του και να αρχίσει ξανά από την αρχή, και για το οποίο η Ετσούκο, καθώς το κοιτάει από ένα ύψωμα, αναφέρει:

«Είναι τόσο ωραία εδώ που ήρθαμε. Σήμερα αποφάσισα πως θα είμαι αισιόδοξη. Είμαι αποφασισμένη να έχω ένα ευτυχισμένο μέλλον. Η κυρία Φουτζιβάρα πάντοτε μου λέει πόσο σημαντικό είναι να κοιτάζουμε μπροστά. Και έχει δίκιο. Αν οι άνθρωποι δεν το έκαναν αυτό, τότε όλα αυτά» – έδειξα ξανά τη θέα -, «όλα αυτά θα είχαν παραμείνει ερείπια».