Απρίλης

Οι μέρες περνούσαν τόσο γρήγορα που συχνά μπερδευόταν και έλεγε τις Δευτέρες για Σάββατα, και τις Τρίτες για Παρασκευές. Ούτε που μπορούσε να ξεχωρίσει πότε τέλειωνε η μια και πότε ξεκινούσε η επόμενη. Του ήταν αδιάφορες κάτι τέτοιες λεπτομέρειες.

Ο καιρός είχε ξεκινήσει να ζεσταίνει απότομα στο νησί. Από τις έντονες βροχοπτώσεις και τον παγερό αέρα, η ζέστη έφτασε μέσα σε λίγο μόλις καιρό να κολλάει πάνω στο δέρμα του απαιτητικά, και η ατμόσφαιρα του ‘μοιάζε καυτή και αποπνικτική. Ασφυκτιούσε σε αυτό το μικρό καμίνι που είχε για σπίτι. Ήθελε να βγει έξω, να πάρει το πρώτο καράβι που θα έβρισκε και να ταξίδευε σ’ έναν προορισμό άγνωστο και ανεξερεύνητο. Ήθελε να μείνει μόνος του, με μοναδική παρέα τις σκέψεις του. Ήθελε να φύγει, να φύγει, να φύγει.

Σηκώθηκε από τον καναπέ αφήνοντας πίσω του ένα μικρό βαθούλωμα στο σημείο που πριν λίγο ήταν το κορμί του. Ορίστε μια απόδειξη ότι όντως υφίσταμαι, σκέφτηκε και γέλασε χαμηλά με τους λογισμούς του. Θυμήθηκε το γέλιο της τότε, τον τρόπο που ανασηκωνόταν οι άκρες των χειλιών της με κάθε του πρόταση. Αν εκείνη ήταν εδώ, θα χαμογέλαγε μαζί του. Θα του πετούσε τα μικρά μαξιλαράκια της πολυθρόνας παιχνιδιάρικα και θα έτρεχε να κρυφτεί στο υπνοδωμάτιο, πίσω από τις κουρτίνες. Αν εκείνη ήταν εδώ.

Το μόνο έπιπλο σε ολόκληρο το σαλόνι είναι το πιάνο που είχε από μικρός. Ούτε που θυμάται καλά-καλά πόσο καιρό είχε ν’ αγγίξει τα πλήκτρα του. Θυμάται τα πρώτα μαθήματα που έκανε μικρός, την ξαφνική του αποφασιστικότητα να μάθει τα μικρά σημαδάκια πάνω στο πεντάγραμμο, να τ’ αποκρυπτογραφήσει και μετά να τα ελευθερώσει μέσα από την μελωδία που θα έπαιζε. Ένιωθε όλο και πιο ανάλαφρος μετά από κάθε κομμάτι, και μια φορά αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να ελαφρύνει τόσο που τελικά να πετάξει μακρυά, πολύ μακρυά, ή απλά να εξαϋλωθεί και να χαθεί σ’ ένα πέπλο μυστηρίου. Άγγιξε διστακτικά τα πλήκτρα, με τον τρόπο που πλησιάζουμε έναν παλιό φίλο που αγαπήσαμε πολύ αλλά χρειάστηκε να χωριστούν οι δρόμοι μας και τελικά χάσαμε.

Με κάθε απαλό ήχο η γνώριμη ζεστασιά μεγάλωνε μέσα του διαγράφοντας ό,τι άλλο γυρνούσε στο μυαλό του. Ξαφνικά οι σκέψεις του γέμιζαν με παρτιτούρες του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Ντεμπισί. Πολυάριθμα συμμετρικά πεντάγραμμα τον κατέκλυζαν, και έκρυβαν σε μια μακρινή γωνιά του νου το βλέμμα της, το χαμόγελό της, το δέρμα της. Η φωνή της, τραγουδιστή και γλυκιά, ησύχαζε σταδιακά, μέχρι που έπαψε να ακούγεται.

Αυτό είναι, λοιπόν, το γιατρικό; Τα δάχτυλά του άρχισαν να διαμαρτύρονται από τον καιρό που είχε περάσει δίχως να εξασκηθούν, και ζήταγαν απελπισμένα λίγα λεπτά χαλάρωσης. Το σονέτο έκλεισε απαλά, με τις νότες να αντηχούν στους άδειους τοίχους του σπιτιού μελαγχολικά και παραπονεμένα.

Και τότε εκείνη ξανάρθε. Πιο έντονα απ’ τις προηγούμενες φορές. Το αγαπημένο της φόρεμα που αγόρασαν στην υπαίθρια αγορά, τα βιβλία που διάβαζαν παρέα, οι φορές που ανταγωνίζονταν ποιος θα φτάσει πρώτος στην εξώπορτα, οι αμέτρητες ταινίες που παρακολούθησαν αγκαλιά, τα ταξίδια που έκαναν σε τόπους μακρινούς και ξένους, τα μπλεγμένα δάχτυλα, οι μπερδεμένες υποσχέσεις, το επερχόμενο κενό.

Έκλεισε τα μάτια και άγγιξε τα πλήκτρα. Πρώτα τα χάιδεψε απαλά, και έπειτα έφτασε να τα πιέζει με περίσσεια δύναμη, σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να θρυμματίσει κάθε πονεμένη ερώτηση προτού να ξεφύγει από τα χείλη του.

Θα σταμάταγε μόνο αφότου είχαν όλες γκρεμιστεί,
και πίσω δεν είχαν αφήσει παρά τελείες και απαντήσεις.

Και αν εκείνες συνέχιζαν να εμφανίζονται,
τότε θα ξεκίναγε και πάλι απ’ την αρχή.

Ατέρμονα, ατελείωτα.

Παντοτινά.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για black and white gifs piano