Χαρμάνι Βιβλίων ν. 10 – Mashup Edition

Νέο έτος, νέο ξεκίνημα, νέα bookish resolutions, νέα βιβλία -I’m so excited and I just can’t hide it. Μέσα στους αναγνωστικούς στόχους για το ’20 είναι η απόπειρα -γιατί ποιον κοροϊδεύω, σιγά μην καταφέρω να το τηρήσω- να διαβάζω πάνω κάτω ένα βιβλίο ανά βδομάδα. Βέβαια, ένας ακόμα στόχος είναι να αποβάλλω την αντιπάθεια -ή έστω καταφανή απάρνηση- που αισθάνομαι για τα ογκώδη βιβλία, αυτά με τις 500βάλε σελίδες που δεν χωράνε στην τσάντα και απαιτούν και τα δυο χέρια για να τα διαβάσεις. Τώρα πώς θα συνδυάσω τους δυο παραπάνω στόχους μεταξύ τους, για να είμαι ειλικρινής, δεν γνωρίζω καθόλου, θα δούμε στην πορεία τι μέλλει γενέσθαι. Τέλος, ετοιμάζω και μια λίστα με τα must have – must read για φέτος, εμπλουτισμένη με μπόλικα κλασικά μυθιστορήματα από αυτά που πάντα λέμε ότι ναι, πρέπει να διαβάσουμε, και τελικά ξεχνιόμαστε και πιάνουμε την νέα κυκλοφορία του τάδε εκδοτικού οίκου ή το best seller του δείνα συγγραφέα. Για να δούμε, λοιπόν, τι θα φέρει η νέα δεκαετία.

Μπορώ να πω ότι προς το παρόν έχω καταφέρει να συμβαδίσω με την πρόκληση 1 βιβλίου ανά βδομάδα, με αποτέλεσμα να έχω ολοκληρώσει ήδη τα πρώτα μου δύο αναγνώσματα, στα οποία θα αναφερθώ παρακάτω. Παράλληλα, τους τελευταίους μήνες του ’19 διάβασα και μερικά βιβλία που οπωσδήποτε θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχουν στα βιβλιοφαγικά ράφια που σέβονται τον εαυτό τους, και κατά συνέπεια οφείλω να εντάξω στην παρούσα ανάρτηση. Ας ξεκινήσουμε.

Λίγους πριν φύγει το ’19 διάβασα την Λάμψη (The Shining) του μοναδικού Stephen King, η πρώτη έκδοση του οποίου χρονολογείται το 1977. Τι να πρωτοπώ -πρωτογράψω για αυτό το έργο. Καταρχάς, κατάλαβα απόλυτα τον Joey από τα Φιλαράκια, ο οποίος για να το διαβάσει πρώτα βεβαιώνεται ότι υπάρχει χώρος στην κατάψυξη, και μόλις το πράγμα ζορίσει το τοποθετεί μέσα. Δεν μπορούσα να το διαβάσω με τίποτα αφότου νύχτωνε, οπότε έπρεπε να αρκεστώ στην ανάγνωση κατά τις πρωινές-μεσημεριανές-απογευματινές ώρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για joey shining freezer

Στην Λάμψη ουσιαστικά ακολουθούμε την οικογένεια Τόρανς, δηλαδή τον πατέρα Τζακ, την μητέρα Γουέντι και τον μικρό τους γιο Ντάνυ, καθώς, αφού ο Τζακ έπιασε δουλειά ως επιστάτης, μετακομίζουν στο ξενοδοχείο Θέα όπου σκοπεύουν να περάσουν τους χειμερινούς μήνες. Για τον Τζακ αυτή η διαμονή είναι και μια ευκαιρία να εργαστεί παράλληλα και πάνω στο έργο του, αφού είναι και συγγραφέας, ενώ προηγουμένως δούλευε ως δάσκαλος. Η Γουέντι από την πλευρά της προσπαθεί να κρατήσει δεμένη την οικογένειά της και να μην επιτρέψει την απομόνωσή τους από τον υπόλοιπο κόσμο να απομακρύνει και τους ίδιους μεταξύ τους, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο Ντάνυ, ο οποίος κατέχει ένα χάρισμα που ονομάζεται λάμψη. Αυτό ακριβώς το χάρισμα είναι που του επιτρέπει να δει το πραγματικό πρόσωπο του ξενοδοχείου, τον τρόμο και την παράνοια πίσω από την πολυτελή εμφάνισή του.

Το βιβλίο αυτό προκαλεί πολλά συναισθήματα και χτίζει σταδιακά

20200114_013820

Stephen King, Η Λάμψη, Εκδόσεις Λιβάνης, 1992

ένα διαρκές αίσθημα τρόμου, ότι δεν είσαι μόνος στο δωμάτιο, ότι κάποιος σε κοιτάει, ότι τελικά ίσως βρίσκεσαι και εσύ σε αυτό το αλλόκοτο και αφιλόξενο ξενοδοχείο, αποκλεισμένος σε μια χιονισμένη πλαγιά, χιλιόμετρα μακριά από το πρώτο κατοικημένο σπίτι. Αφότου το διάβασα αποφάσισα να δω και την διάσημη ταινία του σκηνοθέτη Κιούμπρικ. Αν και η ταινία είναι εξαιρετική, δεν μπορούσα να σταματήσω τις συγκρίσεις ανάμεσα σε βιβλίο-ταινία, όχι τόσο από διάφορες παραλήψεις σκηνών (καταλαβαίνω ότι ένα βιβλίο προσαρμόζεται προκειμένου να γίνει ταινία, για να χωρέσει ολόκληρο θα χρειαζόταν ατελείωτες ώρες), όσο από τον τρόπο που αποδίδεται στην ταινία ο χαρακτήρας της Γουέντι (στο βιβλίο σκιαγραφείται ως περισσότερο δυναμική και αποφασιστική) και από το τέλος της ταινίας, το οποίο διαφέρει από εκείνο του βιβλίου. Όπως και να ‘χει όμως, και το βιβλίο και η ταινία, κάθε ένα στο είδος του, είναι μοναδικά. 

 

Εν συνεχεία, διάβασα το βιβλίο «Τα ραντεβού με τη Σιμόνη» της πολυαγαπημένης Μάρως Βαμβουνάκη. Η Βαμβουνάκη είναι από τις αγαπημένες μου Ελληνίδες γυναίκες συγγραφείς από όταν έπιασα στα χέρια μου το «Ο κύκνος και αυτός», που έβλεπα καιρό στη βιβλιοθήκη αλλά πάντα τελευταία στιγμή άφηνα, επιλέγοντας ένα άλλο ανάγνωσμα. Η γραφή της αγγίζει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο τον αναγνώστη, είναι σαν το κείμενο που έχει μπροστά του να έχει γραφεί ώστε να φτάσει ειδικά στα δικά του

20200114_013841.jpg

Μάρω Βαμβουνάκη, Τα ραντεβού με τη Σιμόνη, Εκδόσεις Φιλιππότης, 2003

χέρια. Ο λόγος της είναι απλός αλλά λυρικός, με περιγραφές συναισθηματικά φορτισμένες από την αλήθεια που κρύβουν, ενώ η συγγραφέας καταφέρνει να ψυχογραφεί με μαεστρία τους χαρακτήρες που πλάθει. Στο βιβλίο της «Τα ραντεβού με τη Σιμόνη» παρακολουθούμε τις επισκέψεις μιας καταξιωμένης ηθοποιού του θεάτρου στην ψυχαναλύτριά της, κατά τις οποίες προσπαθεί να επιστρέψει στο -όχι και τόσο λησμονημένο- παρελθόν της και στις παιδικές της αναμνήσεις. Η αφήγηση εστιάζει στη σχέση ανάμεσα στην πρωταγωνίστρια και την μητέρα της, καθώς και στον μετέπειτα αντίκτυπο της σχέσης αυτής. Ένα πολύ καλό βιβλίο, που παρόλο που διάβασα με ευχαρίστηση δεν κατάφερε να φτάσει την αγάπη που έχω για ορισμένα από τα άλλα έργα της.

 

Συνεχίζοντας, τον Νοέμβριο του ’19 κατάφερα -επιτέλους- να διαβάσω ένα βιβλίο που ήθελα να αποκτήσω για πολύ πολύ καιρό. Αναφέρομαι στην πολυδιαβασμένη και πολυαγαπημένη «Μικρά Αγγλία» της Ιωάννας Καρυστιάνη, που έχει μεταφερθεί και σαν ταινία στη μεγάλη οθόνη. Είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο που μεταφέρει τον αναγνώστη στην Άνδρο κατά την εικοσαετία 1930-1950, σκιαγραφώντας με μαεστρία το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής.

20200114_013914.jpg

Ιωάννα Καρυστιάνη, Μικρά Αγγλία, Εκδόσεις Καστανιώτη (Συλλεκτική Έκδοση), 2018

Στο επίκεντρο της ιστορίας η Όρσα Σαλταφέρου και ο έρωτάς της για τον ναυτικό Σπύρο Μαλταμπέ, ο οποίος παραμένει άσβεστος παρά το πέρας των χρόνων, και τον οποίο η πρωταγωνίστρια παλεύει να διατηρήσει στην αφάνεια.

Μου άρεσε ιδιαιτέρως το ύφος του κειμένου, το οποίο διαπνέεται από δραματικές εντάσεις, αλλά και ο λόγος της συγγραφέως, ο οποίος συνταιριάζει αργεντίνικες φράσεις με την τοπική διάλεκτο της Άνδρου, οδηγώντας σε ένα λυρικό αποτέλεσμα. Είναι διαφορετικό, σπαραχτικό, υπέροχο. Επίσης η ταινία κατάφερε να αποτυπώσει ακριβώς τα συναισθήματα των ηρώων του βιβλίου, ενώ μερικές προσθήκες που παρατήρησα την έκαναν ακόμα καλύτερη.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα το νέο έτος είναι το «Frankenstein» της Mary Shalley. Το έργο Frankestein -ή αλλιώς «Σύγχρονος Προμηθέας»- είναι μια γοτθική-ρομαντική νουβέλα που εκδόθηκε το 1818 πρώτη φορά, γραμμένο από την μόλις 20 ετών τότε συγγραφέα. Στην αρχή οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν κατάφερε να με κερδίσει όπως πίστευα, όμως όσο προχωρούσε η πλοκή δεν μπορούσα να το αφήσω κάτω. Νομίζω ότι ακόμα πιο ιδιαίτερο το κάνει η χρονική στιγμή κατά την οποία γράφτηκε, μια χρονική στιγμή κατά την οποία δεν υπήρχε τίποτε άλλο που να του μοιάζει -ήταν μια πρωτοτυπία.

20200107_205854-01_resized.jpeg

Η πλοκή αφορά την ζωή του νεαρού φοιτητή ανατομίας και χειρουργικής Βίκτορ Φρανκενστάιν, ο οποίος καταφέρνει να ανακαλύψει μέσω της μελέτης της αλχημείας πώς να δώσει ζωή σε άψυχη ύλη, δημιουργώντας ένα πλάσμα δίχως όνομα, ένα δημιούργημα που δεν μοιάζει εξωτερικά με τον υπόλοιπο ανθρώπινο πληθυσμό, όμως έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το τι συμβαίνει αναφορικά με τον εσωτερικό του κόσμο: τι νιώθει, τι πιστεύει, τι ποθεί, τι φοβάται; Η συζήτηση που μπορεί να γίνει γύρω από την θεματολογία του μυθιστορήματος είναι τεράστια, δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ανάλογα και με τον εκάστοτε αναγνώστη, το έργο επιδέχεται πολυάριθμες αναγνώσεις. Ένα κλασικό αριστούργημα, ειλικρινά.

Τέλος, το τελευταίο έργο που έχω διαβάσει μέχρι στιγμής είναι το «Normal People» της Sally Rooney. Το συγκεκριμένο βιβλίο το έβλεπα όλη τη χρονιά στις λίστες με τα must-read και μου είχε κινήσει την περιέργεια. Η συγγραφέας είναι νεαρή και ο λόγος της κυλάει φυσικός, απλός, λιτός, ρεαλιστικός. Το βιβλίο της το διάβασα στα αγγλικά, καθώς -αν δεν κάνω λάθος- δεν έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά ακόμα. Για να είμαι ειλικρινής, μου άρεσε τόσο πολύ το ύφος της που δεν ξέρω αν θα καταφέρει να αποδοθεί με τον ίδιο τόνο σε κάποια άλλη γλώσσα.

Το έργο αυτό ακολουθεί την περίπλοκη σχέση δυο νέων, του Connell και της Marianne, από τα τελευταία σχολικά τους χρόνια έως και τα φοιτητικά τους χρόνια, κατά τα οποία βρίσκονται στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Στην αρχή του βιβλίου ο χαρακτήρας του Connell είναι ο κοινωνικός και αγαπητός στο σχολείο, ενώ η Marianne μένει στην αφάνεια και θεωρείται διαφορετική και περίεργη, με αποτέλεσμα ο Connell να ντρέπεται να μιλήσει για τη σχέση τους στους φίλους του και να την κρατάει κρυφή. Τα πράγματα στο Πανεπιστήμιο αλλάζουν, αφού ο Connell πλέον είναι αυτός που δυσκολεύεται να κοινωνικοποιηθεί, την ίδια στιγμή που η Marianne έχει δημιουργήσει πολλές νέες φιλίες, και έχει γίνει κοινωνική. Καθώς περνούν τα χρόνια η σχέση τους περνάει από διάφορες δυσκολίες και στάδια, όμως ο δεσμός που τους ενώνει μοιάζει άρρηκτος σε κάθε εξωτερική μεταβολή, ενώ τους δίνει δύναμη προκειμένου να αντιμετωπίζουν τις ανασφάλειες που έχουν και τα τραύματα που κουβαλούν. Η απλότητα με την οποία δίνονται βαθιά συναισθήματα με κέρδισε και με έκανε να θέλω άμεσα να διαβάσω και άλλα έργα της Sally Rooney. Το συγκεκριμένο, πάντως, με ενθουσίασε.

 

20200108_111750-01_resized.jpeg

Sally Rooney, Normal People, Faber & Faber, 2018

Χαρμάνι Βιβλίων ν.9 – Fahrenheit 451, Ray Bradbury

Το έργο Fahrenheit 451 του Ray Bradbury είναι δίχως αμφιβολία από τα πιο δυνατά, τα πιο αφυπνιστικά βιβλία που έχω διαβάσει. Μου θύμισε και ορισμένες σειρές που έχω παρακολουθήσει, γεγονός που μου επέτρεψε να κάνω νοητές συνδέσεις μεταξύ τους και να βρω ορισμένες πιθανές -κατ’ εμέ- τομές στον ρου της ιστορίας τους.

Για να ρίξουμε όμως πρώτα μια πιο κοντινή ματιά στο ίδιο το βιβλίο. Το έργο χωρίζεται σε 3 μέρη και ο αφηγητής από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ο Montag, μέσα από τα μάτια του οποίου βλέπουμε τον κόσμο γύρω του και μέσα από τις σκέψεις του ακολουθούμε την προσωπική του ανάπτυξη ανά τις σελίδες. Ο Montag, λοιπόν, είναι ένας «fireman» σύμφωνα με την αγγλική έκδοση του βιβλίου -την οποία και προτίμησα-. Στα ελληνικά δεν θα τον λέγαμε πάντως «πυροσβέστη», και αυτό διότι στον κόσμο του βιβλίου οι πυροσβέστες δεν σβήνουν τις φωτιές, αλλά αντιθέτως τις ανάβουν. Η ελληνική λέξη, όμως, ετυμολογικά περιέχει το ρήμα «σβήνω» (πυροσβέστης < πυρ + -σβέστης (< αρχαία ελληνική σβέννυμι = σβήνω, εξαλείφω)), σε αντίθεση με το αγγλικό «fireman» που θα μπορούσε να αποδοθεί και ως «άνθρωπος της φωτιάς» (τουλάχιστον σε δική μου ελεύθερη μετάφραση), γεγονός που τονίζει την αμφίσημη σημασία της λέξης στην αγγλική γλώσσα και δημιουργεί ένα κάποιο λογοπαίγνιο. Και φυσικά οι firemen του έργου καίνε -τι άλλο- βιβλία. Ό,τι έχει σελίδες και λέξεις, ό,τι περιέχει μέσα χαρακτήρες πλαστούς και ανύπαρκτους που, όπως υποστηρίζουν οι firemen, μπορεί να οδηγήσει ένα σώο άνθρωπο στην παράνοια και στην πλάνη αφότου το διαβάσει, και άρα οφείλει να καταστραφεί ολοσχερώς ώστε να μην τεθεί η γενική ευημερία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου σε κίνδυνο. Όλα στο βωμό της χαράς, με τα άτομα αυτής της κοινωνίας να προτιμούν να ζουν επιφανειακά, δίχως βαθιά συναισθήματα, δίχως βαθύτερες σκέψεις, αποφεύγοντας οτιδήποτε ενδέχεται να τους βγάλει από αυτή την πλαστή φούσκα ευτυχίας, και να τους κάνει έστω και για λίγο δυστυχισμένους.

Μια ενδεχόμενη μελλοντική δυστοπία, αυτό είναι ουσιαστικά ο κόσμος του Fahrenheit 451, ένας κόσμος που το φαίνεσθαι υπερτερεί του είναι, που το πρόσκαιρο -έστω και αβέβαιο, έστω και κίβδηλο, κυβερνάει. Οι άνθρωποι είναι τελείως παθητικοί, άβουλα όντα που δεν αναλογίζονται τίποτε, που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε πέραν της καθημερινής σειράς που παρακολουθούν. Ένας εφιάλτης δίχως τέλος αποτυπώνεται τελικά στις σελίδες του έργου. Αυτό που βλέπουμε/ακούμε/διαβάζουμε και ψιθυρίζουμε «μακρυά από εμάς». Αρκεί να σκεφτούμε λίγο παραπάνω όσα γράφουν οι σελίδες για να καταλάβουμε ότι τελικά δεν είναι και τόσο μακρυά από εμάς. Τελικά είναι τόσο δίπλα μας που κοντεύουμε να τ΄αγγίξουμε.

Τι κρίμα.

Τι γίνεται, όμως, όταν ένας άνθρωπος διαφοροποιείται; Όταν αρχίζει να κατανοεί το λάθος, να το αναγνωρίζει και να φλέγεται μέσα του από οργή και απόγνωση; Πόσο μακρυά μπορεί να φτάσει μια φωνή;

Στο σημείο αυτό θέλω να σταθώ και σε δυο χαρακτηριστικά του έργου που μου κίνησαν το ενδιαφέρον:

Α) Τι υπέροχος, γρήγορος, μελωδικός, μοναδικός ο ρυθμός του έργου. Οι λέξεις μιλούσαν και συνάμα τραγουδούσαν. Πολύ ξεχωριστός ο τρόπος γραφής, ακριβής και καθόλου φλύαρος, μάλλον λακωνικός. Δεν υπήρχαν πομπώδεις λέξεις, βαρυσήμαντες εκφράσεις και εξαντλητικές περιγραφές. Μόνο μια ωμή πραγματικότητα γεμάτη φρίκη, που και μόνο η αποτύπωσή της αρκεί να κρατήσει κάθε αναγνώστη καθηλωμένο στην θέση του, ανίκανο να αφήσει κάτω το βιβλίο. Πολύ πολύ ιδιαίτερο και πολύ πολύ ωραίο.

Β) Μου άρεσαν πολύ οι αναφορές σε άλλα έργα. Οι αναφορές στα βιβλία που καίγονταν ή στα βιβλία που κρύβονταν. Πιστεύω ότι κάθε βιβλιοφάγος που θα το διαβάσει θα έχει τις ίδιες αντιδράσεις με εμένα όταν διαβάζει για τα βιβλία του Κάφκα, για τον Μόμπι Ντικ, για τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ. Ένα βιβλίο που μιλάει για βιβλία, τι καλύτερο.

Α! Και όσον αφορά τις σειρές που έχω παρακολουθήσει και που μου θύμισε, αναφέρομαι στο «The Handmaid’s Tale», στην οποία απαγορεύεται ρητά στις γυναίκες η ανάγνωση βιβλίων, αλλά και η συγγραφή, και στο «The Black Mirror», με επεισόδια που επίσης αναφέρονται σε πιθανές μελλοντικές δυστοπίες, με την τεχνολογία σε πλείστες περιπτώσεις, μέσα από την εσφαλμένη της χρήση, να οδηγεί σε εφιαλτικές καταστάσεις.

Δεν θέλω να πω τίποτα περισσότερο φοβούμενη μην μου ξεφύγουν spoilers, καθώς είναι ένα βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε και να σχηματίσετε την δική σας άποψη, ανεπηρέαστοι.

Προσωπικά, κατάφερε να αποτελέσει ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Και αν αυτό δεν ακούγεται πολύ ξεχωριστό, θέλω να προσθέσω ότι είναι ένα από τα βιβλία που θα διάβαζα ξανά και ξανά και ξανά. Και σε καμία περίπτωση δεν συνηθίζω να ξαναδιαβάζω βιβλία.

Εξαιρετικό, απλά.

Αφήνω εδώ και μερικά από τα αποσπάσματα που ξεχώρισα, για να πάρετε μια γεύση:

 

“We need not to be let alone. We need to be really bothered once in a while. How long is it since you were really bothered? About something important, about something real?”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“Why is it,» he said, one time, at the subway entrance, «I feel I’ve known you so many years?»
«Because I like you,» she said, «and I don’t want anything from you.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“Stuff your eyes with wonder, he said, live as if you’d drop dead in ten seconds. See the world. It’s more fantastic than any dream made or paid for in factories.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“It doesn’t matter what you do…so long as you change something from the way it was before you touched it into something that’s like you after you take your hands away.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

20190517_123151-01

Χαρμάνι Βιβλίων ν.8 – Λεμονοδάσος, Κοσμάς Πολίτης

Αχ και βαχ.

Μόλις πριν λίγα λεπτά γύρισα και την τελευταία σελίδα, και νιώθω ένας βάρος στο στέρνο μου. Τι υπέροχο βιβλίο ήταν αυτό. Τι λιτό, ειλικρινές, διαφορετικό βιβλίο ήταν αυτό. Παρ’ όλο που έχω ασχοληθεί ανά καιρούς με τον Κοσμά Πολίτη, την βιογραφία και το συγγραφικό του έργο -τόσο στα πλαίσια της σχολής, όσο και από προσωπική επιθυμία (βλ. και αυτό εδώ το άρθρο μου)-, πρώτη φορά διάβασα δικό του βιβλίο. Προτίμησα, μάλιστα, η πρώτη μου επαφή με το έργο του να είναι με το πρώτο βιβλίο που έγραψε και ο ίδιος -δεν φταίω εγώ, έπρεπε να γίνει έτσι, η οργανωτική μανία μου το επέβαλε.

Δεν ήξερα τι να περιμένω ακριβώς, άλλωστε από σκόρπια αποσπάσματα κειμένων πώς θα μπορούσα να σχηματίσω κάποια ολοκληρωμένη άποψη, αλλά μπορώ να πω ότι το Λεμονοδάσος ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου, χωρίς καμία υπερβολή.

Πάμε λίγο όμως στα του βιβλίου, για περισσότερες λεπτομέρειες:

Υπάρχουν διάφοροι ήρωες στο βιβλίο, με δυο πρωταγωνιστές που ξεχωρίζουν: η Βίργκω και ο Παύλος. Όλη η ιστορία -πλην των τελευταίων 4 σελίδων- μας δίνεται από την οπτική του αφηγητή μας Παύλου Αποστόλου, μέσα από την χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, γεγονός που μας βοηθάει να εστιάσουμε στον ψυχισμό του, έχοντας πρόσβαση σ’ όλες τις σκέψεις του, ακόμα και τις πιο βαθιές. Ο δραματικός ενεστώτας του έργου εντείνει την αίσθηση αυτή, ότι και εμείς οι ίδιοι ζούμε ό, τι και ο πρωταγωνιστής, καθώς μας εμπλέκει συναισθηματικά στα δρώμενα που εξιστορούνται.

DSC_2176-01

Οι περιγραφές ήταν πολύ παραστατικές, με πληθώρα οπτικών και οσφρητικών εικόνων, με την δεύτερη κατηγορία να με εκπλήσσει περισσότερο για την ακρίβειά της. Μπορείς να μυρίσεις τις ανθισμένες λεμονιές, την αλμύρα της θάλασσας, τις φθινοπωρινές νύχτες στην Αθήνα.

Αυτό που μου έμεινε από το βιβλίο κατά κύριο λόγο είναι -τι άλλο- ο έρωτας ανάμεσα στους δυο κεντρικούς ήρωες. Ένας έρωτας τόσο διαφορετικός από αυτόν που συνήθως συναντάει κανείς στις μέρες μας. Ένας έρωτας αλλιώτικος, που αποπνέει άλλη εποχή, άλλες συνήθειες, άλλες προσεγγίσεις. Ο πληθυντικός ευγενείας, τα ελαφριά αγγίγματα που κάνουν το κορμί να αναριγεί, τα πρώτα σκιρτήματα της καρδιάς και η αδυναμία να ελέγξει κανείς τις σκέψεις του. Η απόλυτη παράδοση του νου σε έναν άλλο, που τρυπώνει μέχρι και στα όνειρά σου, δίχως να έχεις την δύναμη να τον διώξεις. Και, έτσι απλά, μένει εκεί. Βλέπουμε τον πόθο, τον πόνο που νιώθει ένα σώμα όταν μένει μακρυά από ένα άλλο -καλύτερα, από εκείνο το συγκεκριμένο άλλο-, την ζήλια, την ανυπομονησία, τις αμφιβολίες, τον φόβο για το μετά -για το μέλλον με εκείνον τον άλλο, αλλά και για το μέλλον χωρίς εκείνον-, τις αποφάσεις.

Το σκηνικό της όλης ιστορίας μοιράζεται ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πόρο, μεταφέροντας τον αναγνώστη από την μεγαλούπολη στην επαρχία, από την φασαρία στην γαλήνη. Και το Λεμονοδάσος, όπως αναφέρεται στον τίτλο, είναι ένα δάσος που βρίσκεται απέναντι από τον Πόρο, μυρωδάτο και εξωτικό. Ένα πρόσφατο ταξίδι που πραγματοποίησα στον Πόρο μόλις πέρυσι σίγουρα συνέβαλε στην εντύπωση που μου δημιούργησε το βιβλίο, καθώς ακολουθούσα νοερά την διαδρομή από τον Γαλατά προς τον Πόρο με το καραβάκι, και εν συνεχεία τις βόλτες στο πανέμορφο νησί.

Να και ένα ωραίο ταίριασμα, λοιπόν: μια εξόρμηση στον Πόρο παρέα με το Λεμονοδάσος του Πολίτη, Και μετά μια βόλτα στο ίδιο το Λεμονοδάσος. Τι καλύτερο! DSC_2195-01

Φυσικά δεν γίνεται να μην αναφέρω και την συνύπαρξη δυο διαφορετικών κόσμων στα κεφάλαια του έργου: το παρόν του συγγραφέα και του αφηγητή στην Αθήνα, και το παρελθόν της αρχαίας Ελλάδας, με όλη της την αίγλη. Πολυάριθμες οι αναφορές σε τόπους αρχαιολογικής σημασίας, και ακόμη περισσότερες οι αναφορές στους θεούς της αρχαίας Ελλάδας, την λατρεία τους και τους μύθους που γνωρίζουμε σχετικά.

Όσον αφορά το τέλος του βιβλίου, θέλω να το μοιραστώ τόσο πολύ που κοντεύω να σκάσω, αλλά δεν πρέπει. Εγώ έμεινα να κοιτάω το ταβάνι προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μου προκάλεσε, και νομίζω πως είναι καλύτερα να κλείσω αυτό το άρθρο δίχως να αποκαλύψω κάτι περαιτέρω. Μην χαθεί και η μαγεία του, στην τελική.

-Πόσο πολύ μου άρεσε. Αλήθεια.-

 

Ορίστε και ορισμένα αποσπάσματα που ξεχώρισα διαβάζοντάς το:

<<- Και αν τύχει ν’ ανταμώσει κανένας τη γυναίκα που του προορίστηκε;
– Πέρασε από κοντά της δίχως να σταθείς, κάνε τον καραγκιόζη. Παράτα τ’ όνειρό σου πριν καταντήσει εφιάλτης.>>

<<Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να γράφω κάθε τι που νιώθω μέσα στην ψυχή. Τι άλλο απομένει πια να γράψω; Ας γεμίσω τα φύλλα του χαρτιού, λοιπόν, με τ’ όνομά σου: Βίργκω, Βίργκω, Βίργκω, Βίργκω…>>

<<Είν’ αλήθεια όμως; Θα προτιμούσα να γίνω βασιλιάς; Δισεκατομμυριούχος; Δοξασμένος, ξακουστός σ’ όλο τον κόσμο; 
Ναι, ίσως. Κι έπειτα; Έπειτα θ’ ανέβαινα σε ένα ψηλό βουνό να διαλαλήσω: «Ναι, όλ’ αυτά καλά, μα δεν ξέρετε όλη μου την ευτυχία: η Βίργκω είναι δική μου.»>>

<<Τώρα πια είν’ αργά. Τέλειωσαν όλα. Να φύγω… να φύγω… να φύγω…>>

Διαβάστε το, οπωσδήποτε! 

 

20190414_191056-01

Χαρμάνι Βιβλίων ν.7 – Ο Αόρατος Άνθρωπος, H.G. Wells

Κοίταζα τα παλαιότερα άρθρα της στήλης «Χαρμάνι Βιβλίων» και παρατήρησα ότι σπάνια διαβάζω ένα βιβλίο που δεν μου αρέσει. Ίσως φταίει που τις περισσότερες φορές επιλέγω αρκετά προσεκτικά το επόμενό μου ανάγνωσμα, έχοντας μια προτίμηση σε κλασικά και καταξιωμένα έργα που δύσκολα θα απογοήτευαν τον οποιοδήποτε αναγνώστη. Μερικές, όμως, φορές, απλά μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο και διαλέγω ένα βιβλίο στην τύχη, κατά κάποιο τρόπο. Τις φορές αυτές με τραβάνε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του. Με άλλα λόγια στέκομαι στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο, με τις όποιες εντυπώσεις μου προξενήσουν και τις όποιες πληροφορίες μου δώσουν σχετικά με το περιεχόμενο. Χωρίς φυσικά να θεωρώ ότι το εξώφυλλο πρέπει να είναι καθοριστικός παράγοντας για την αγορά ενός βιβλίου -τουναντίον.

Θυμάμαι, μάλιστα, μια ιδέα που είχα βρει εξαιρετική κάπου στο διαδίκτυο. Έλεγε «Blind Date with a Book», και είχε βιβλία μέσα σε περιτύλιγμα, με λίγες λέξεις που τα περιέγραφαν γραμμένες πάνω στο χαρτί, ώστε να μην είναι το εξώφυλλο αυτό που θα τραβήξει τον αναγνώστη, αλλά το ίδιο το εσωτερικό του βιβλίου. Το λάτρεψα. Πολύ θα ήθελα και εγώ να βρεθώ δίπλα σε μια στοίβα αντίστοιχων βιβλίων, και να βρω το perfect match μου.

Το τελευταίο βιβλίο που επέλεξα με βάση το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο ονομάζεται «Ο Αόρατος Άνθρωπος» του H.G. Wells, το οποίο μάλιστα βρήκα και σε πολύ καλή τιμή. Ήθελα κάτι καινούριο, μου τράβηξε την προσοχή, είχε ωραίο εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, ενδιαφέροντα τίτλο -ε, και το αγόρασα.

Πάμε τώρα λίγο στο ίδιο το βιβλίο και τις εντυπώσεις που μου άφησε:

Αρχικά, όσον αφορά την ιστορία του έργου, ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Γκρίφιν, και είναι ένας εξαιρετικά ευφυής φοιτητής Χημείας, ο οποίος καταλήγει να ανακαλύψει την μυστική φόρμουλα που κάνει αντικείμενα και άτομα αόρατα, και τελικά κάνει αόρατο τον ίδιο του τον εαυτό. Οι συνέπειες όμως αυτής της απόφασης είναι ποικίλες, και ο ίδιος ο ήρωας γίνεται όλο και πιο νευρώδης, όλο και πιο βίαιος, καθώς αδυνατεί να συνυπάρξει με τους υπόλοιπους -ορατούς- ανθρώπους γύρω του. Το αποκορύφωμα έρχεται προς το τέλος του βιβλίου, όπου πλέον ο Γκρίφιν έχει καταλάβει την δύναμη που του δίνει το γεγονός ότι είναι αόρατος, και ψάχνει τρόπους να την αξιοποιήσει όπως μπορεί, με γνώμονα το δικό του προσωπικό όφελος, αποκλειστικά.

Προφανώς και μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα η σκέψη μιας ιδιοφυΐας που κατόρθωσε να βρει την μυστική συνταγή που κάνει τον κόσμο αόρατο. Προφανώς και με κέντρισε ένας ήρωας που τελικά έγινε ο ίδιος αόρατος, και μας παίρνει μαζί του σε όσα βιώνει, σε όσα εκείνος μπορεί και βλέπει, την ίδια στιγμή που εκείνον δεν τον κοιτά κανείς. Προφανώς, επομένως, και είχα πολύ -μα πολύ όμως- υψηλές προσδοκίες για το μυθιστόρημα αυτό.

Δεν θα πω ότι δεν μου άρεσε, γιατί αυτό θα ήταν ανειλικρινές. Θα πω ότι μου άρεσε λιγότερο από άλλα βιβλία. Ούτως ή άλλως πιστεύω ότι κάθε λογοτεχνικό έργο έχει κάτι να μας δώσει, ένα μικρό κομμάτι του το κρατάμε και το ενσωματώνουμε στην προσωπικότητά μας, στις ιδέες, τις σκέψεις και τις απόψεις μας. Όμως ήθελα να πάει «λίγο παραπέρα» το όλο μυθιστόρημα. Νιώθω ότι μια τόσο έξυπνη και διαφορετική ιστορία είχε τεράστιες προοπτικές, και τελικά περιορίστηκε σε μια πιο επιφανειακή εξιστόρηση και σκιαγράφηση του κεντρικού ήρωα. Δεν δίνονται πολλές λεπτομέρειες ούτε για τον ίδιο, ούτε και για οποιονδήποτε άλλο ήρωα, ενώ οι περιγραφές είναι κάπως λιτές, με την αφήγηση να κυλάει αρκετά γρήγορα, κρατώντας τον αναγνώστη σε εγρήγορση για το τι μπορεί να συμβεί μετά. Ήθελα λίγο περισσότερο βάθος, με λίγα λόγια. Δίχως, φυσικά, αυτό να αναιρεί τα θετικά στοιχεία του βιβλίου.

Αυτό που γυρνάει στο μυαλό του αναγνώστη είναι «τι θα έκανα εγώ αν ήμουν αόρατος, αν πέρναγα δίπλα από άτομα χωρίς να με βλέπουν, αν έμενα μέσα στα σπίτια τους, αν άκουγα τις προσωπικές τους συζητήσεις, αν, αν αν.» Στην περίπτωση του Γκρίφιν, προτίμησε να κλέβει χρήματα όποτε ήθελε, να βιαιοπραγεί εναντίον όποιου τον εκνεύριζε, να δοκιμάζει τον εμπρησμό,  και να φτάνει -τελικά- ακόμα και στον φόνο. Δεν θα λέγαμε, τέλος πάντων, ότι είναι ένας φιλειρηνικός ήρωας, με αλτρουιστικά συναισθήματα, ο οποίος σκέφτεται να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του για το γενικό καλό. Αυτό, όμως, είναι  που τελικά με έβαλε σε σκέψεις αφότου γύρισα και την τελευταία σελίδα. Οι επιλογές που έκανε και οι βλέψεις που είχε.

Επομένως, αν στόχος του έργου είναι να προβληματίσει, τότε σίγουρα τα καταφέρνει. Και παρά τις ενστάσεις μου σε ορισμένα σημεία, παραμένει ένα μυθιστόρημα με ένα πολύ ιδιαίτερο και διαφορετικό θεματικό κέντρο, που σίγουρα μας τραβάει όλους να το εξερευνήσουμε.

«Oh! – disillusionment again. I thought my troubles were over. Practically I thought I had impunity to do whatever I chose, everything – save to give away my secret. So I thought. Whatever I did, whatever the consequences might be, was nothing to me. I had merely to fling aside my garments and vanish. No person could hold me.» – H.G. Wells, The Invisible Man

 

IMG_20190309_115908_496.jpg

Χαρμάνι Βιβλίων ν.6 – Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα, Ρέα Γαλανάκη

Πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα», το οποίο μου προκάλεσε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων και με ταξίδεψε στο χωροχρόνο. Αποτέλεσμα εικόνας για ρέα γαλανάκη

Το έργο χωρίζεται σε δύο κύριους άξονες, οι οποίοι εναλλάσσονται ανά τα κεφάλαια, δυο ιστορίες διαφορετικές με μια πρώτη ματιά, που τελικά ίσως και να μοιράζονται περισσότερα κοινά από όσο δείχνουν. Η γραφή της Ρέας Γαλανάκη ταξιδεύει τον αναγνώστη από την ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης το 2000, μέχρι και ένα μακρινό παρελθόν, όμοιο με εκείνο των μύθων, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο ποίημα «Παλαιά και Νέα Διαθήκη» της Κρητικής Αναγέννησης, ανάμεσα στα τέλη του 15ου αιώνα και στις αρχές του 16ου. Η συγγραφέας υφαίνει με μαεστρία το δίπολο του παρόντος και του παρελθόντος, του τώρα και του τότε, του εδώ και του εκεί, θέλοντας να αναδείξει την άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον μύθο που έχουμε ακούσει ή διαβάσει και στην σύγχρονη ζωή που ζούμε, και κατά συνέπεια την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην λογοτεχνία και την πραγματικότητα.

Η αλλαγή της γραμματοσειράς ανάλογα με την κάθε μια από τις δυο ιστορίες μου κίνησε το ενδιαφέρον, αφού δεν κατάφεραν μόνο οι περιγραφές και η αφήγηση να με ταξιδέψουν, αλλά και η ίδια η μορφή των γραμμάτων και των λέξεων. Επίσης, μου άρεσε πολύ η επιλογή των ονομάτων των ηρώων, η οποία όχι μόνο συμβαδίζει με το αρχικό έμμετρο αναγεννησιακό ποίημα, στην περίπτωση της πρώτης ιστορίας, αλλά και αναδεικνύει βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων στην περίπτωση της δεύτερης ιστορίας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Αγγελικώ και την Φροσύνη. Μου άρεσε, επίσης, η βραχύτητα του κάθε κεφαλαίου, το οποίο δεν απλωνόταν σε δεκάδες σελίδες, βοηθώντας την ροή του έργου να κυλήσει γρήγορα, και εντείνοντας την δραματικότητά του.

Βέβαια, δεν γίνεται να μην αναφερθώ στην Κρήτη, τη γενέτειρα της συγγραφέα, η οποία αποτέλεσε τον χώρο στον οποίο εκτυλίσσονται και οι δυο ιστορίες, αν και σε διαφορετικό μεταξύ τους χρόνο. Το σκηνικό της ορεινής Κρήτης συμβάλει στην μυστηριακή παρουσίαση της ιστορίας, δίχως να προσδιορίζει εκείνο το χωριό το οποίο επισκέπτεται η πρωταγωνίστρια δασκάλα, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ούτε η ίδια μπορεί να θέσει με σιγουριά. Αυτή η ασάφεια ως προς την γεωγραφική του θέση επιτρέπει στον αναγνώστη να το φανταστεί όπως θέλει, δίχως να τον περιορίζει, αφού πολλά στοιχεία που αποδίδονται στο συγκεκριμένο χωριό θα μπορούσαν να συναντηθούν και σε άλλα κρητικά χωριά. Βέβαια, οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα βοηθούν περαιτέρω στην μεταφορά του αναγνώστη στην Κρήτη, αποτυπώνοντας φωνολογικά το κρητικό ιδίωμα, όπως έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει και σε ηθογραφικά διηγήματα, καθώς επίσης και η αναφορά στα ήθη και στα έθιμα του τόπου.

Η Ρέα Γαλανάκη καταφέρνει με αυτό το βιβλίο να ταξιδέψει τον αναγνώστη τόσο στο χώρο όσο και στον χρόνο, μέσα από μια αφήγηση που κυλάει φυσικά και αβίαστα, και με παραστατικές περιγραφές γραμμένες με δεξιοτεχνία, που μας παίρνουν από το χέρι και μας συντροφεύουν στην πανέμορφη Κρήτη.

 

«Ο μύθος δεν αγκιστρώνεται μόνο στα καταγεγραμμένα γεγονότα, ή σ’ αυτό που ονομάζεται ιστορία, μα έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στο κλειστό κουτί του χρόνου, να δανείζει ή να δανείζεται από άλλους μύθους, ακόμη και από απομακρυσμένα γεγονότα αλλάζοντας σαν δέντρο ανά εποχή.»

-Ρέα Γαλανάκη, Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα

 

thumbnail_20190205_144325-01-04

 

Χαρμάνι Βιβλίων ν.5 – Αχνή Θέα των Λόφων, Kazuo Ishiguro

Υπάρχουν ορισμένα βιβλία που σαν διαβάσεις την τελευταία πρόταση μένεις για λίγο να κοιτάς τη σελίδα, χωρίς στην πραγματικότητα να την βλέπεις, απλά και μόνο γιατί φοβάσαι πως αν τη γυρίσεις, πως αν κλείσεις το βιβλίο, θα χαθεί κάτι από αυτό που σε έκανε να αισθανθείς, ό, τι και να είναι.

Το έργο «Η Αχνή Θέα των Λόφων» του Kazuo Ishiguro ανήκει σε αυτή ακριβώς την κατηγορία βιβλίων. Εκείνα που κυριολεκτικά τα καταβροχθίζεις, ή καλύτερα εκείνα που καταβροχθίζουν εσένα. Που σε μεταφέρουν σε ένα διαφορετικό μέρος, σε μιαν άλλη εποχή, αλλά το κάνουν τόσο εξαιρετικά που σαν χτυπήσει το τηλέφωνο αναρωτιέσαι από που να βγαίνει τούτος ο αταίριαστος ήχος. Το βιβλίο αυτό κινείται σε δυο ουσιαστικά επίπεδα, τόσο χρονικά όσο και τοπικά. Όσον αφορά τον χρόνο, έχουμε το «τώρα» της πρωταγωνίστριας, τον τρόπο με τον οποίο βιώνει το παρόν, καθώς επίσης και το «τότε» της, την ζωή της πριν από αρκετά χρόνια, όταν ακόμη ήταν νέα. Όσον αφορά τον τόπο, έχουμε από την μια πλευρά την Ανατολική Ασία, και πιο συγκεκριμένα την Ιαπωνία, και από την άλλη πλευρά τη βροχερή Αγγλία με τα γκρι σύννεφα και την πρωινή υγρασία που αφήνει σκόρπιες στάλες πάνω στα τζάμια. IMG-d8be2c54602617135830ef1ce6712c88-V-01

Στην ιστορία μας εισάγει η πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια του έργου, η Ετσούκο, μέσα από τα μάτια και τις αναμνήσεις της οποίας ερχόμαστε σε επαφή με έναν πολιτισμό μακρινό και ξένο, αλλά και με την πιο σύγχρονη και γνώριμη πραγματικότητα του σήμερα. Μέσα από αναδρομικές αφηγήσεις των νεανικών της χρόνων γνωρίζουμε την φίλη της Σατσίκο, και την κόρη της Μαρίκο, δυο περίεργες προσωπικότητες που προκαλούν στον αναγνώστη ανάμεικτα συναισθήματα απορίας, έγνοιας και σε αρκετά σημεία συμπάθειας. Επίσης γνωρίζουμε τον πεθερό της Ογκάτα-Σαν και τον άντρα της, ο οποίος αποπνέει μια αποξένωση, και προτιμάει να διαβάσει την εφημερίδα του από το να συνεχίσει την παρτίδα σκάκι που ξεκίνησε το προηγούμενο βράδυ με τον πατέρα του, παρά τις παρακλήσεις και τις προτροπές του.

«Δε θυμάσαι τι σου έλεγα πάντα; Στο σκάκι χρειάζεται να διατηρείς μια συμπαγή στρατηγική. Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις την προσπάθεια όταν ο αντίπαλος καταστρέφει το ένα σου σχέδιο, αλλά αμέσως να επιστρατεύεις το επόμενο», του λέει χαρακτηριστικά.

Οι αναμνήσεις του παρελθόντος λαμβάνουν χώρα στο Ναγκασάκι, γενέτειρα του Ισιγκούρο, το οποίο βρίσκεται υπό ανοικοδόμηση, και το οποίο αποπνέει μια αύρα αλλαγής. Μεταφερόμαστε σε ένα μακρινό σκηνικό, αλλιώτικο, όπου το να ψηφίζει η γυναίκα το ίδιο με τον άντρα της και το να περπατάνε τα ζευγάρια χέρι-χέρι στο δρόμο αποτελεί νεόφερτη συνήθεια, πολύ διαφορετική από τα παλιά ήθη και έθιμα του τόπου.

Καθώς ακολουθούμε το παρόν που βιώνει η Ετσούκο μαθαίνουμε για την αυτοκτονία της μεγαλύτερης κόρης της, Κέικο, στο διαμέρισμα που διέμενε, η οποία δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν παρά μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Είναι φανερή μέσα από το βιβλίο η δυσκολία της Κέικο να προσαρμοστεί στη νέα ζωή της στην Αγγλία, η απομάκρυνσή της από τους δικούς της, και τελικά το κλείσιμο στον εαυτό της.

Το έργο μας αφήνει ένα μετέωρο συναίσθημα αβεβαιότητας καθώς μέσα από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της Ετσούκο την ακολουθούμε στην προσπάθειά της να ασκήσει αυτοκριτική και να φτάσει στην αυτογνωσία. Μας μεταδίδει νότες από την Ιαπωνία, από τις συνήθειες των κατοίκων της και από τις αξίες που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά, μέσα σε ένα όμορφο μπλέξιμο με την γνώριμη Αγγλία και την δυτική κουλτούρα που υφίσταται. Ένα ταξίδι μαγικό στο μακρινό και πονεμένο Ναγκασάκι, που προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του και να αρχίσει ξανά από την αρχή, και για το οποίο η Ετσούκο, καθώς το κοιτάει από ένα ύψωμα, αναφέρει:

«Είναι τόσο ωραία εδώ που ήρθαμε. Σήμερα αποφάσισα πως θα είμαι αισιόδοξη. Είμαι αποφασισμένη να έχω ένα ευτυχισμένο μέλλον. Η κυρία Φουτζιβάρα πάντοτε μου λέει πόσο σημαντικό είναι να κοιτάζουμε μπροστά. Και έχει δίκιο. Αν οι άνθρωποι δεν το έκαναν αυτό, τότε όλα αυτά» – έδειξα ξανά τη θέα -, «όλα αυτά θα είχαν παραμείνει ερείπια».  

 

Χαρμάνι Βιβλίων ν.4 – Μικρή Ιστορία του Κόσμου, E.H. Gombrich

Σβήνω-γράφω, σβήνω-γράφω τις πρώτες αυτές αράδες τόσο πολύ, που θαρρείς το χαρτί θα σκιστεί από το πολύ μελάνι και θα αφήσει πίσω του ένα παραπονεμένο μπάλωμα, να με κοιτάει επικριτικά για την αδυναμία μου να συνθέσω ένα συνεκτικό κείμενο. Και οι λέξεις νομίζω θα βγουν από το χαρτί και θα αρχίσουν να μου τραβάν το χέρι με ακανόνιστες κινήσεις, ώστε να αφήνει πίσω γράμματα και φράσεις, έως ότου να γραφεί κείνο που ποθούν αυτές.

Σήμερα είναι 9 Σεπτεμβρίου, και ο καιρός έχει αρχίσει να θυμίζει φθινόπωρο. Η μουσική επιλογή της ημέρας είναι ο μοναδικός Luciano Pavarotti, ο Ιταλός τενόρος που σημάδεψε τον 20ο αιώνα με την παρουσία του, και συγκεκριμένα η όπερα Madama Butterfly, για την οποία συνεργάστηκε με τον Giacomo Puccini.

«Vogliatemi bene, un ben piccolino» παρακαλάνε μελαγχολικά οι νότες.

Τον τελευταίο καιρό αναζητούσα να διαβάσω κάτι λίγο διαφορετικό από ότι συνηθίζω. Είχα στο νου μου ένα βιβλίο που να συνδυάζει την ιστορία του παρελθόντος με το παρόν, το τότε με το τώρα, ώστε να με βοηθήσει να αποκτήσω μια εποπτεία, μια πιο μακρινή ματιά ας πούμε, στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στον κόσμο ανά τα χρόνια, ή καλύτερα ανά τους αιώνες. Έτσι, έφτασε στα χέρια μου το «Μικρή Ιστορία του Κόσμου», του E.H. Gombrich, ένα βιβλίο πολυαγαπημένο και χιλιοδιαβασμένο από πλήθος αναγνωστών. Αυτό που με εξίταρε σχετικά με το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι το γεγονός ότι πιάνει την άκρη του μίτου της ιστορίας από την εποχή των δεινοσαύρων και των ανθρώπων των σπηλαίων, και φτάνει έως και την εποχή της πυρηνικής ενέργειας, περικλείοντας μέσα σε μόλις 349 σελίδες γεγονότα που δεν χωράνε ούτε σε μια ντουζίνα τόμους.

Κατά την ανάγνωσή του μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η απλότητα και η φυσικότητα με την οποία εναλλάσσονται οι εποχές, οι κουλτούρες και τα ιστορικά συμβάντα, λες και όλα συνδέονται μεταξύ τους με μια τεράστια αόρατη κλωστή, λες και όλα συνέβησαν στα πλαίσια ενός στενού γεωγραφικού διαμερίσματος και όχι ολάκερου του κόσμου. Ο τρόπος, μάλιστα, που έχουν γραφεί θυμίζει παραμύθι που λέμε σε μικρά παιδιά, είναι στρωτός και κατανοητός, δίχως ακαδημαϊκές λέξεις που προορίζονται μονάχα για τους λίγους, αλλά με μια διάθεση να αναγνωστεί από οποιονδήποτε, οπουδήποτε, επιθυμεί να φωτίσει πτυχές του –μακρινότερου ή και κοντινότερου- παρελθόντος.

Όλα τα παραπάνω συμβάλουν στον οικουμενικό χαρακτήρα του βιβλίου, ενός βιβλίου που αφηγείται μια ιστορία η οποία δεν χωρίζει, αλλά αντίθετα ενώνει όλους τους λαούς και όλες τις ιστορίες μέσα σε μερικά φύλλα, ανακλώντας εκείνα που ενώνουν και όχι εκείνα που χωρίζουν, αντικατοπτρίζοντας ένα παρελθόν που βιώθηκε από κοινού από μυριάδες άτομα, ανεξάρτητα των πεποιθήσεων, της θρησκείας ή της καταγωγής τους.

Στον Πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε χαρακτηριστικά ένα απόσπασμα από μια παλαιότερη τούρκικη έκδοση, στο οποίο ο Gombrich γράφει:

«Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε ποτέ, πρόθεση το βιβλίο αυτό να αντικαταστήσει το σχολικό βιβλίο ιστορίας, το οποίο εξυπηρετεί έναν πολύ διαφορετικό στόχο. Θέλω οι αναγνώστες να χαλαρώσουν και να παρακολουθήσουν την ιστορία χωρίς να χρειάζεται να κρατάνε σημειώσεις ή να απομνημονεύουν ονόματα και χρονολογίες. Υπόσχομαι μάλιστα ότι δεν θα τους εξετάσω σ’ αυτά που έχουν διαβάσει».

 

IMG_20180827_115015_226

Χαρμάνι Βιβλίων ν.3 – Άκου Ανθρωπάκο!, Βίλχελμ Ράιχ

Ένα από τα βιβλία που είχα ακούσει πολύ και είχα βάλει στη λίστα με τα «to read» λογοτεχνικά έργα, ήταν το «Άκου Ανθρωπάκο!» του Βίλχελμ Ράιχ. Μάλιστα, το είχα συναντήσει και σε πολλές λίστες, από αυτές που προτείνουν βιβλία που οφείλεις να διαβάσεις μέχρι την τάδε ή δείνα χρονική στιγμή και ηλικία, με δεκάδες άτομα να το προτείνουν σε σχόλια που ακολουθούσαν την προτεινόμενη λίστα, σε περίπτωση που δεν ήταν συμπεριλαμβανόμενο. Τους τελευταίους μήνες το έβρισκα και συνεχώς μπροστά μου, σε όποιο βιβλιοπωλείο και αν πήγαινα, σε όποιο πάγκο και αν χάζευα, ήταν πάντα εκεί, πάνω πάνω, σε μια από τις κεντρικές στοίβες.

Όταν το είδα μέχρι και στο βιβλιοπωλείο του σταθμού Κηφισού αποφάσισα να βάλω στη άκρη ό, τι είχα ξεκινήσει να διαβάζω, και να αρχίσω αυτό. Τελικά, μέσα σε λίγες ώρες το είχα τελειώσει και χάζευα ξανά την εικονογράφησή του.

Ας τα πάρουμε όμως λιγάκι από την αρχή. Ο συγγραφέας του έργου, ο Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich, 24 Μαρτίου 1897 – 3 Νοεμβρίου 1957), ήταν Αυστριακός ψυχαναλυτής,  μαθητής του Φρόιντ, ενώ κατατάσσεται στους πιο ριζοσπάστες και αμφισβητούμενους επιστήμονες της εποχής του. Κατά την προσπάθειά του να αμφισβητήσει και να ασκήσει κριτική στον τρόπο σκέψης που επικρατεί, καθώς και στο εγχείρημά του να ανατρέψει θεμελιώδεις επιστημονικές αντιλήψεις, είχε πλήθος κόσμου στο πλευρό του αλλά και άλλους τόσους απέναντί του. Εκείνος, ωστόσο, συνέχιζε να υποστηρίζει επίμονα τις θέσεις του, γεγονός που του κόστισε έως ένα βαθμό την επιστημονική του υπόληψη, αλλά και τον ανάγκασε να μετακινηθεί αρκετά, αφού επέφερε διώξεις. Από το 1928 έως το 1933 διετέλεσε μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος της Γερμανίας, με το οποίο τελικά ήρθε σε ρήξη λόγω των θεωριών και των απόψεών του. Τελικά, το Κομμουνιστικό Κόμμα τον διέγραψε και κήρυξε τα έργα του «αντεπαναστατικά». Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, το ναζιστικό καθεστώς τον κυνήγησε και τα βιβλία του λογοκρίθηκαν και ρίχτηκαν στην πυρά. Το 1954 ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων χαρακτήρισε τον Ράιχ απατεώνα για τις θεωρίες του και τον κατηγόρησε για τσαρλατανισμό. Εκείνος απάντησε με ένα υπόμνημα προς τον αρμόδιο δικαστή, στο οποίο ανέφερε πως αποφάσισε να μην παραβρεθεί στη δίκη, διότι θεωρούσε ότι τα δικαστήρια δεν ήταν σε θέση να κρίνουν επιστημονικά ζητήματα. Τελικά, κρίθηκε ένοχος το 1956 για περιφρόνηση του δικαστηρίου, και καταδικάστηκε σε δυο χρόνια φυλάκισης, ενώ πολλά έντυπά του καταστράφηκαν ξανά. Το 1957 πέθανε μέσα στο κελί του από καρδιακή προσβολή.

Ας προχωρήσουμε τώρα στο βιβλίο του «Άκου Ανθρωπάκο!»: «Ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός. Ο Ανθρωπάκος δεν γνωρίζει ότι είναι μικρός και φοβάται να το μάθει», διαβάζουμε μέσα στις σελίδες του. Ουσιαστικά όλο το κείμενο είναι μια κριτική, μια προσπάθεια αφύπνισης του μέσου παθητικού ανθρώπου και της μικρότητας που χαρακτηρίζει τις πράξεις και τις αποφάσεις του. Του Ανθρωπάκου που φοβάται να σταθεί στο ύψος του, που σκύβει το κεφάλι πειθήνια σε κάθε διαταγή, δίχως να μπαίνει στον κόπο να φιλτράρει την ορθότητά της, ενώ φοβάται απελπιστικά τις ευθύνες, και τελικά τρέμει μην πιάσει πολλή ελευθερία στα χέρια του, αφού δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς να την διαχειριστεί. Ο Ανθρωπάκος που θα καταχραστεί την όποια εξουσία αποκτήσει, που δεν έχει αναλογιστεί ποτέ τα λάθη και τα σωστά του σε μια προσπάθεια αυτοκριτικής, που δεν κοιτάει πέρα από τον στενό μικρόκοσμό του, που δεν έχει μεγάλα όνειρα, που δεν, που δεν, που δεν. Όλο το κείμενο είναι γραμμένο σε β’ ενικό πρόσωπο, απευθύνεται σε ένα «εσύ» και ξεχειλίζει από την πικρία και την απογοήτευση του συγγραφέα, σε λόγο έντονο, απογοητευμένο, οργισμένο. Ένα συνονθύλευμα στεναχώριας και δυσαρέσκειας του Βίλχελμ Ράιχ από τους Ανθρωπάκους που συναντά και συναναστρέφεται καθημερινά, με μια νότα ελπίδας για την δύναμη που έχουν μέσα τους να βελτιωθούν και να αλλάξουν, συνειδητοποιώντας την μικρότητα της σκέψης τους και αναζητώντας την καλλιέργεια και την παιδεία.

Αξίζει να αναφερθώ και στην εικονογράφηση που συνοδεύει το κείμενο, τουλάχιστον στην έκδοση που το αγόρασα (εκδόσεις Αργοναύτης), η οποία συνάδει με το γενικό πνεύμα του έργου και βοηθάει περαιτέρω στην ανάγνωσή του.

Κλείνοντας, παραθέτω ένα  αποσπάσματα του βιβλίου που αντικατοπτρίζει τις απόψεις του συγγραφέα:

«Σ’ άκουσα να κλαις και να παραπονιέσαι, να μου μιλάς για τις επιθυμίες, τις αγάπες και τις έγνοιες σου. Σε ξέρω, σε νιώθω… Θα σου πω αυτό που είσαι πραγματικά Ανθρωπάκο γιατί πιστεύω στο λαμπρό σου μέλλον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σου ανήκει. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα εξέτασε τον εαυτό σου. Δες τον όπως πραγματικά είναι και άκουσε αυτά που κανείς δεν τολμά να σου πει, ούτε οι ηγέτες σου ούτε οι εκπρόσωποί σου.

[…]

Περιφρονείς τον εαυτό σου Ανθρωπάκο. «Ποιος είμαι εγώ«, λες, «που μπορώ να έχω άποψη και να διεκδικώ τον κόσμο;» Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που έχεις την αξίωση να διαφεντεύεις τη ζωή σου.»

 

 

DSC_2310-01

Χαρμάνι Βιβλίων ν.2 – Ο Κήπος της Εδέμ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ 

Ένας από τους συγγραφείς τους οποίους κάθε βιβλιοφάγος οφείλει να διαβάσει κάποια στιγμή είναι αδιαμφισβήτητα ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Miller Hemingway), ο οποίος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς Αμερικανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, με έργα που διαβάζονται ακόμα από δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες ανά τον κόσμο.

Το βιβλίο που επέλεξα να διαβάσω από τον Χέμινγουεϊ ονομάζεται «Ο Κήπος της Εδέμ», το οποίο ξεκίνησε να γράφει το 1946, και συνέχισε ανά διαστήματα να επεξεργάζεται για τα επόμενα 15 χρόνια, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη συγγραφή των «Ο γέρος και η θάλασσα» και «Μια κινητή εορτή». Τελικά, «Ο Κήπος της Εδέμ» εκδόθηκε εικοσιπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, και αποτελεί ένα έργο ιδιαίτερο και σύγχρονο, με λόγο στιβαρό, κοφτό και ρεαλιστικό, κατακλυσμένο από μια τολμηρή έκφραση της σεξουαλικότητας.

Η αφήγηση και το νόημα του κειμένου πλέκονται γύρω από τρία βασικά θέματα: την σταδιακή επιδείνωση της ψυχικής υγείας της Κάθριν, της γυναίκας του πρωταγωνιστή Ντέιβιντ, την είσοδο της όμορφης Ιταλίδας Μαρίτας στην ζωή του ζευγαριού και τις συνέπειες που ακολούθησαν, καθώς και ένα επεισόδιο από σαφάρι στην Αφρική  από την παιδική ηλικία του πρωταγωνιστή, το οποίο προσπαθεί να γράψει σε διήγημα. Οι κύριοι πρωταγωνιστές είναι το ζευγάρι που διανύει το μήνα του μέλιτός του, ο Ντέιβιντ Μπορν και η Κάθριν Μπορν, καθώς και η Ιταλίδα Μαρίτα, η οποία βρέθηκε τυχαία στο δρόμο τους, παίζοντας καταλυτικό ρόλο στη ζωή τους έκτοτε. Παράλληλα, βλέπουμε και άλλους ήρωες να εμφανίζονται στο προσκήνιο ανά διαστήματα, είτε μέσω της άμεσης διαλογής με τους ήρωες, είτε μέσω της έμμεσης αναφοράς τους στα πλαίσια της αφήγησης. Έτσι ερχόμαστε σε επαφή και με τους ιδιοκτήτες του πανδοχείου στο οποίο έμεναν, με τους οποίους συζητούν ανά διαστήματα, αλλά και με τον πατέρα και τον φίλο του Ντέιβιντ, για τους οποίους γράφει καθώς στο μυαλό του γυρνούν οι σκηνές από την Αφρική των παιδικών του χρόνων.

Προσωπικά θα αναφερθώ σε δυο σημεία σχετικά με τον «Κήπο της Εδέμ», τα οποία μου έκαναν εντύπωση: τα σκόρπια γαλλικά και το επεισόδιο που αφηγείται ο Ντέιβιντ σχετικά με το σαφάρι.

Περνώντας τις σελίδες του βιβλίου (με μετάφραση της Άννας Παπασταύρου), μεταφερόμαστε μέσω των περιγραφών στις ακτές της Γαλλίας, στη Λα Ναπούλ, ενώ ο γαλλικός αέρας που διαπνέει το έργο γίνεται ακόμα πιο έντονος μέσα από τις σκόρπιες γαλλικές φράσεις και λέξεις που βρίσκονται κρυμμένες μέσα στα κεφάλαια, σαν μικρές πινελιές περαιτέρω εγκλιματισμού στην ιστορία που διαδραματίζεται. Για παράδειγμα, προχωρώντας την ανάγνωση, διαβάζουμε:

«Madame et Monsieur ont fait décolorer les cheveux. C’est bien».
«Merci Monsieur. On le fait toujours dans le mois d’août».
«C’est bien. C’est très bien». 

(Μετάφραση από Γαλλικά:
Η κυρία και ο κύριος ξέβαψαν τα μαλλιά τους. Είναι ωραία.
Ευχαριστούμε, κύριε. Πάντα το κάνουμε αυτό μέσα στο μήνα Αύγουστο.
Είναι ωραία. Είναι πολύ ωραία.)

Όσον αφορά την αφήγηση για το σαφάρι, μου έκανε εντύπωση η ρεαλιστική περιγραφή του Χέμινγουεϊ σε όλο το επεισόδιο. Στο σημείο αυτό περιγράφεται το κυνήγι ενός μεγάλου ελέφαντα από τον νεαρό Ντέιβιντ, τον πατέρα του και έναν φίλο τους, με σκοπό ,αφού τον σκοτώσουν, να πάρουν τους χαυλιόδοντές του, οι οποίοι είναι εξαιρετικά μεγάλοι, και κατά συνέπεια αξίζουν πολλά χρήματα. Η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο σκότωσαν τον ελέφαντα θα έλεγα πως αγγίζει τον νατουραλισμό, αφού η εικόνα μας δίνεται με εξαιρετική λεπτομέρεια, όχι μόνο στο οπτικό κομμάτι, αλλά και σε αυτό της ακοής και της όσφρησης. Βέβαια, θεωρώ πως αυτή η ωμή καταγραφή και παρουσίαση της δολοφονίας του ελέφαντα, η οποία υποκινείται από καθαρά οικονομικά οφέλη, βοηθάει στην σωστή μετάδοση και ευαισθητοποίηση των αναγνωστών γύρω από ένα ζήτημα που όχι μόνο δεν τείνει να εξαλειφθεί, αλλά αντίθετα βρίσκεται σε διαρκή έξαρση και απειλεί την άγρια ζωή της Αφρικής, την λαθροθηρία. Δεν θα παραθέσω κάποιο απόσπασμα από το σημείο αυτό, διότι θεωρώ πως μόνο εάν η εξιστόρηση του πρωταγωνιστή διαβασθεί στην ολότητά της, και όχι αποσπασματικά, μπορεί να μεταφέρει τα συναισθήματα που επιθυμεί ο συγγραφέας στο σωστό βαθμό και στην πρέπουσα ένταση.

Κλείνοντας, αφήνω εδώ ένα απόσπασμα του βιβλίου που ξεχώρισα:

«Δεν θα τελειώσω όπως θα ήθελα, γιατί θα ακουγόταν κυριολεκτικά εξωφρενικό και απίστευτο, αλλά θα το πω έτσι κι αλλιώς, μιας και πάντα ήμουν άξεστη και υπεροπτική και εξοργιστική τελευταία, όπως και οι δύο γνωρίζουμε. Σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ για πάντα και λυπάμαι. Τι άχρηστη λέξη.»

 

_20180524_151711-01

 

Χαρμάνι Βιβλίων ν.1 – Ιστορία της Ομορφιάς, Ουμπέρτο Έκο (επιμ.)

Screenshot_20180406-193837Αυτή την εβδομάδα προτίμησα να μην διαβάσω μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, αλλά να εξερευνήσω κάτι λιγάκι διαφορετικό. Έπεσε λοιπόν στα χέρια μου η Ιστορία της Ομορφιάς, με επιμέλεια του Ουμπέρτο Έκο, ένας τόμος γεμάτος αγάλματα, εικόνες και πίνακες, από την εποχή του Πυθαγόρα έως και τις μέρες μας. Μέσα στο βιβλίο αυτό γίνεται μια προσπάθεια αποτύπωσης των (διαφορετικών σε πλείστες περιπτώσεις) αντιλήψεων περί Ομορφιάς από τους ανθρώπους ανά τους αιώνες, και τίθεται το ζήτημα της ύπαρξης ή μη κάποιων σταθερών χαρακτηριστικών της ιδέας της Ομορφιάς, μέσα από τις πολυάριθμες παρουσιάσεις της.

 

Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ασχοληθεί όσο θα ήθελα με την ζωγραφική και την γλυπτική, γεγονός που αντιλήφθηκα όταν στάθηκα με μια αίσθηση δέους μπροστά από τον πίνακα Νυχτερινή Περίπολος του Ρέμπραντ, έχοντας σχεδόν πλήρη άγνοια σχετικά με τον καλλιτέχνη αυτόν, για τον οποίο όλοι οι επισκέπτες γύρω μου ψιθύριζαν ζωηρά. Αυτή η διαπίστωση με οδήγησε να επιλέξω κάποια στιγμή να παρακολουθήσω και το μάθημα Ιστορία της Τέχνης, σε μια προσπάθεια να διευρύνω τις ελάχιστες γνώσεις μου.

Ήταν πολύ γλυκό το συναίσθημα και η έκπληξη που αισθάνθηκα όταν ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ήμουν σε θέση όχι μόνο να αναγνωρίζω, αλλά και να ονοματίζω έργα και καλλιτέχνες. Όποιος αποφασίσει να το διαβάσει, ή έστω να το ξεφυλλίσει, θα βρει μέσα έργα των Σάντρο Μποτιτσέλι, Τζορτζόνε, Τιτσιάνο, Άνιολο Μπροντζίνο, Πίτερ Πωλ Ρούμπενς, Εντουάρ Μανέ, Πάμπλο Πικάσο, Ρεμπράντ, Πιέρο ντι Κόζιμο, Ραφαήλ, και δεκάδων άλλων. Η ποικιλία αυτή είναι που με κράτησε καθηλωμένη για ώρες πάνω από το βιβλίο αυτό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα είδος βοηθήματος για όσους επιθυμούν να έρθουν σε πιο κοντινή επαφή με την τέχνη. Δείχνει «λίγο από όλα» κατά κάποιο τρόπο, με αναφορές σε κορυφαία ονόματα από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Δυο πίνακες που προσωπικά ξεχώρισα μέσα σε όλες αυτές τις σελίδες είναι Η γυναίκα με την ερμίνα, του Λεονάρντο ντα Βίντσι και Το θέρος του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο.

Η γυναίκα με την Ερμίνα

Η γυναίκα με την ερμίνα είναι ένας από τους μόλις τέσσερις γνωστούς πίνακες του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, στους οποίους απεικονίζονται γυναίκες. Το πορτρέτο αυτό ταυτίζεται με την Τσετσίλια Γκαλεράνι. Στο έργο δεν υπάρχει στατικότητα, αλλά αντίθετα κίνηση, ενώ τα βλέμματα τόσο της γυναικείας φιγούρας όσο και της ερμίνας είναι έντονα. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του πίνακα είναι η έμφαση που δίνεται στο χέρι της κοπέλας, αφού τα δάχτυλά της, με τα οποία χαϊδεύει το ζώο, μοιάζουν αφύσικα μακρυά.

Η λεπτομερώς ζωγραφισμένη ερμίνα είναι σύμβολο αγνότητας και τιμιότητας. Η ελληνική ονομασία της είναι γαλή, γεγονός που θα μπορούσε να παραπέμπει και στο επώνυμο της απεικονιζόμενης.

 

Το θέρος ÎµÎ¹Îº.1 Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο, Το Καλοκαίρι, 1573

Ο πίνακας αυτός του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο αποτελεί ένα πορτρέτο μιας γυναίκας, το πρόσωπο της οποίας αποτελείται από ποικίλα πολύχρωμα φρούτα και λαχανικά της εποχής. Η Ομορφιά του Αρτσιμπόλντο διαφέρει πλήρως από την κλασική απεικόνιση, παίρνοντας μια μορφή που προκαλεί έκπληξη και που εξάπτει τη φαντασία.

 

 

 

 

Κλείνοντας, αφήνω αυτά τα αποσπάσματα σχετικά με το θέμα Ομορφιά εδώ:

Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Ουίλιαμ Σαίξπηρ

II, 2, 1594- 1597

ΡΩΜΑΙΟΣ
Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον!

(Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της).

Αγάλια! ‘ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει;
Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος!
Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην.
Ιδέ την απ’ την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει,
διότι συ την ξεπερνάς ‘ς την δόξαν και ‘ς τα κάλλη.
Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη·
πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει,
και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την!
Είν’ η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι.
Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν
αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω.
Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα.
Δύο αστέρια τ’ ουρανού, τα ωραιότερα του,
θέλουν ‘ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν
παρακαλούν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς να λάμπουν.
Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν;
Και τι, εάν κατέβαιναν ς’ την κεφαλήν της τ’ άστρα; —
Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ’ αστέρια,
καθώς θαμπόνει λύχνου φως ‘ς την λάμψιν της ημέρας,
και θα’ χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω
ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα,
που τα πουλιά να κελαδούν ‘σαν να μην ήτο νύκτα!
Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι.
Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω
το μάγουλόν της το γλυκόν!

 

III, 2, 1594-1597

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Καρδιά φιδιού που μ’ έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου!
Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον!
Ω δαίμον’ αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε,
ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες·
αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη
με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος
απ’ ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ’ ό,τι εθαρρούσα!
Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε!
Ω φύσις, απ’ την κόλασιν τι ήθελες να πάρης
ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης
εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον;
Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον;
Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι;

(μετάφραση Δημήτριος Βικέλας)