Χαρμάνι Βιβλίων ν.9 – Fahrenheit 451, Ray Bradbury

Το έργο Fahrenheit 451 του Ray Bradbury είναι δίχως αμφιβολία από τα πιο δυνατά, τα πιο αφυπνιστικά βιβλία που έχω διαβάσει. Μου θύμισε και ορισμένες σειρές που έχω παρακολουθήσει, γεγονός που μου επέτρεψε να κάνω νοητές συνδέσεις μεταξύ τους και να βρω ορισμένες πιθανές -κατ’ εμέ- τομές στον ρου της ιστορίας τους.

Για να ρίξουμε όμως πρώτα μια πιο κοντινή ματιά στο ίδιο το βιβλίο. Το έργο χωρίζεται σε 3 μέρη και ο αφηγητής από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ο Montag, μέσα από τα μάτια του οποίου βλέπουμε τον κόσμο γύρω του και μέσα από τις σκέψεις του ακολουθούμε την προσωπική του ανάπτυξη ανά τις σελίδες. Ο Montag, λοιπόν, είναι ένας «fireman» σύμφωνα με την αγγλική έκδοση του βιβλίου -την οποία και προτίμησα-. Στα ελληνικά δεν θα τον λέγαμε πάντως «πυροσβέστη», και αυτό διότι στον κόσμο του βιβλίου οι πυροσβέστες δεν σβήνουν τις φωτιές, αλλά αντιθέτως τις ανάβουν. Η ελληνική λέξη, όμως, ετυμολογικά περιέχει το ρήμα «σβήνω» (πυροσβέστης < πυρ + -σβέστης (< αρχαία ελληνική σβέννυμι = σβήνω, εξαλείφω)), σε αντίθεση με το αγγλικό «fireman» που θα μπορούσε να αποδοθεί και ως «άνθρωπος της φωτιάς» (τουλάχιστον σε δική μου ελεύθερη μετάφραση), γεγονός που τονίζει την αμφίσημη σημασία της λέξης στην αγγλική γλώσσα και δημιουργεί ένα κάποιο λογοπαίγνιο. Και φυσικά οι firemen του έργου καίνε -τι άλλο- βιβλία. Ό,τι έχει σελίδες και λέξεις, ό,τι περιέχει μέσα χαρακτήρες πλαστούς και ανύπαρκτους που, όπως υποστηρίζουν οι firemen, μπορεί να οδηγήσει ένα σώο άνθρωπο στην παράνοια και στην πλάνη αφότου το διαβάσει, και άρα οφείλει να καταστραφεί ολοσχερώς ώστε να μην τεθεί η γενική ευημερία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου σε κίνδυνο. Όλα στο βωμό της χαράς, με τα άτομα αυτής της κοινωνίας να προτιμούν να ζουν επιφανειακά, δίχως βαθιά συναισθήματα, δίχως βαθύτερες σκέψεις, αποφεύγοντας οτιδήποτε ενδέχεται να τους βγάλει από αυτή την πλαστή φούσκα ευτυχίας, και να τους κάνει έστω και για λίγο δυστυχισμένους.

Μια ενδεχόμενη μελλοντική δυστοπία, αυτό είναι ουσιαστικά ο κόσμος του Fahrenheit 451, ένας κόσμος που το φαίνεσθαι υπερτερεί του είναι, που το πρόσκαιρο -έστω και αβέβαιο, έστω και κίβδηλο, κυβερνάει. Οι άνθρωποι είναι τελείως παθητικοί, άβουλα όντα που δεν αναλογίζονται τίποτε, που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε πέραν της καθημερινής σειράς που παρακολουθούν. Ένας εφιάλτης δίχως τέλος αποτυπώνεται τελικά στις σελίδες του έργου. Αυτό που βλέπουμε/ακούμε/διαβάζουμε και ψιθυρίζουμε «μακρυά από εμάς». Αρκεί να σκεφτούμε λίγο παραπάνω όσα γράφουν οι σελίδες για να καταλάβουμε ότι τελικά δεν είναι και τόσο μακρυά από εμάς. Τελικά είναι τόσο δίπλα μας που κοντεύουμε να τ΄αγγίξουμε.

Τι κρίμα.

Τι γίνεται, όμως, όταν ένας άνθρωπος διαφοροποιείται; Όταν αρχίζει να κατανοεί το λάθος, να το αναγνωρίζει και να φλέγεται μέσα του από οργή και απόγνωση; Πόσο μακρυά μπορεί να φτάσει μια φωνή;

Στο σημείο αυτό θέλω να σταθώ και σε δυο χαρακτηριστικά του έργου που μου κίνησαν το ενδιαφέρον:

Α) Τι υπέροχος, γρήγορος, μελωδικός, μοναδικός ο ρυθμός του έργου. Οι λέξεις μιλούσαν και συνάμα τραγουδούσαν. Πολύ ξεχωριστός ο τρόπος γραφής, ακριβής και καθόλου φλύαρος, μάλλον λακωνικός. Δεν υπήρχαν πομπώδεις λέξεις, βαρυσήμαντες εκφράσεις και εξαντλητικές περιγραφές. Μόνο μια ωμή πραγματικότητα γεμάτη φρίκη, που και μόνο η αποτύπωσή της αρκεί να κρατήσει κάθε αναγνώστη καθηλωμένο στην θέση του, ανίκανο να αφήσει κάτω το βιβλίο. Πολύ πολύ ιδιαίτερο και πολύ πολύ ωραίο.

Β) Μου άρεσαν πολύ οι αναφορές σε άλλα έργα. Οι αναφορές στα βιβλία που καίγονταν ή στα βιβλία που κρύβονταν. Πιστεύω ότι κάθε βιβλιοφάγος που θα το διαβάσει θα έχει τις ίδιες αντιδράσεις με εμένα όταν διαβάζει για τα βιβλία του Κάφκα, για τον Μόμπι Ντικ, για τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ. Ένα βιβλίο που μιλάει για βιβλία, τι καλύτερο.

Α! Και όσον αφορά τις σειρές που έχω παρακολουθήσει και που μου θύμισε, αναφέρομαι στο «The Handmaid’s Tale», στην οποία απαγορεύεται ρητά στις γυναίκες η ανάγνωση βιβλίων, αλλά και η συγγραφή, και στο «The Black Mirror», με επεισόδια που επίσης αναφέρονται σε πιθανές μελλοντικές δυστοπίες, με την τεχνολογία σε πλείστες περιπτώσεις, μέσα από την εσφαλμένη της χρήση, να οδηγεί σε εφιαλτικές καταστάσεις.

Δεν θέλω να πω τίποτα περισσότερο φοβούμενη μην μου ξεφύγουν spoilers, καθώς είναι ένα βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε και να σχηματίσετε την δική σας άποψη, ανεπηρέαστοι.

Προσωπικά, κατάφερε να αποτελέσει ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Και αν αυτό δεν ακούγεται πολύ ξεχωριστό, θέλω να προσθέσω ότι είναι ένα από τα βιβλία που θα διάβαζα ξανά και ξανά και ξανά. Και σε καμία περίπτωση δεν συνηθίζω να ξαναδιαβάζω βιβλία.

Εξαιρετικό, απλά.

Αφήνω εδώ και μερικά από τα αποσπάσματα που ξεχώρισα, για να πάρετε μια γεύση:

 

“We need not to be let alone. We need to be really bothered once in a while. How long is it since you were really bothered? About something important, about something real?”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“Why is it,» he said, one time, at the subway entrance, «I feel I’ve known you so many years?»
«Because I like you,» she said, «and I don’t want anything from you.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“Stuff your eyes with wonder, he said, live as if you’d drop dead in ten seconds. See the world. It’s more fantastic than any dream made or paid for in factories.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“It doesn’t matter what you do…so long as you change something from the way it was before you touched it into something that’s like you after you take your hands away.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

20190517_123151-01

Εκείνοι

Πόσο με τρομάζουν, αλήθεια,
οι εκείνοι.
Δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν,
λες κι όλα τα επίθετα του κόσμου
τους πέφτουν είτε πολύ μεγάλα,
είτε εξαιρετικά μικρά.
Μένουν στο σχεδόν,
αγκαλιάζουν το περίπου.
Εκείνοι.
Οι σχεδόν αληθινοί,
οι σχεδόν ειλικρινείς,
οι σχεδόν άνθρωποι.
Τους βλέπω και κρύβομαι,
μην τύχει και συναντηθούν
ούτε οι ματιές μας.
Μην κατορθώσουν ν’ ακούσουν
το απόλυτο, το ειλικρινές,
και γίνουν τέρατα –
και γίνουν θεριά ανήμερα.
Φτύνουν λέξεις,
εκείνοι,
και τις φωνάζουν για χρυσό.
Ποθούν την σκουριά,
και την οσμή του σάπιου,
κι ας μιλάνε γι’ αλλαγή,
κι ας τάζουνε τ’ αλλιώτικο.
Είναι πονηροί και δόλιοι,
εκείνοι,
κι ας θυμίζουν τ’ όνειρο.
Πώς αλλιώς;
Αφού ‘ναι τυλιγμένοι
με το κίβδηλο κι το ψευδές –
άντε όμως να το καταλάβεις εσύ.
Τα χέρια τους γιομάτα είναι με άσσους,
μην τύχει και χάσουν.
Τι κι αν το παιχνίδι είναι στημένο;
Τη νίκη την χαίρονται εξίσου.
Εκείνοι.
Τι κι αν θυμάσαι εσύ;
Μονάχα ξεχνάνε,
εκείνοι.

Σχετική εικόνα

Χαρμάνι Βιβλίων ν.6 – Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα, Ρέα Γαλανάκη

Πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα», το οποίο μου προκάλεσε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων και με ταξίδεψε στο χωροχρόνο. Αποτέλεσμα εικόνας για ρέα γαλανάκη

Το έργο χωρίζεται σε δύο κύριους άξονες, οι οποίοι εναλλάσσονται ανά τα κεφάλαια, δυο ιστορίες διαφορετικές με μια πρώτη ματιά, που τελικά ίσως και να μοιράζονται περισσότερα κοινά από όσο δείχνουν. Η γραφή της Ρέας Γαλανάκη ταξιδεύει τον αναγνώστη από την ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης το 2000, μέχρι και ένα μακρινό παρελθόν, όμοιο με εκείνο των μύθων, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο ποίημα «Παλαιά και Νέα Διαθήκη» της Κρητικής Αναγέννησης, ανάμεσα στα τέλη του 15ου αιώνα και στις αρχές του 16ου. Η συγγραφέας υφαίνει με μαεστρία το δίπολο του παρόντος και του παρελθόντος, του τώρα και του τότε, του εδώ και του εκεί, θέλοντας να αναδείξει την άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον μύθο που έχουμε ακούσει ή διαβάσει και στην σύγχρονη ζωή που ζούμε, και κατά συνέπεια την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην λογοτεχνία και την πραγματικότητα.

Η αλλαγή της γραμματοσειράς ανάλογα με την κάθε μια από τις δυο ιστορίες μου κίνησε το ενδιαφέρον, αφού δεν κατάφεραν μόνο οι περιγραφές και η αφήγηση να με ταξιδέψουν, αλλά και η ίδια η μορφή των γραμμάτων και των λέξεων. Επίσης, μου άρεσε πολύ η επιλογή των ονομάτων των ηρώων, η οποία όχι μόνο συμβαδίζει με το αρχικό έμμετρο αναγεννησιακό ποίημα, στην περίπτωση της πρώτης ιστορίας, αλλά και αναδεικνύει βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων στην περίπτωση της δεύτερης ιστορίας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Αγγελικώ και την Φροσύνη. Μου άρεσε, επίσης, η βραχύτητα του κάθε κεφαλαίου, το οποίο δεν απλωνόταν σε δεκάδες σελίδες, βοηθώντας την ροή του έργου να κυλήσει γρήγορα, και εντείνοντας την δραματικότητά του.

Βέβαια, δεν γίνεται να μην αναφερθώ στην Κρήτη, τη γενέτειρα της συγγραφέα, η οποία αποτέλεσε τον χώρο στον οποίο εκτυλίσσονται και οι δυο ιστορίες, αν και σε διαφορετικό μεταξύ τους χρόνο. Το σκηνικό της ορεινής Κρήτης συμβάλει στην μυστηριακή παρουσίαση της ιστορίας, δίχως να προσδιορίζει εκείνο το χωριό το οποίο επισκέπτεται η πρωταγωνίστρια δασκάλα, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ούτε η ίδια μπορεί να θέσει με σιγουριά. Αυτή η ασάφεια ως προς την γεωγραφική του θέση επιτρέπει στον αναγνώστη να το φανταστεί όπως θέλει, δίχως να τον περιορίζει, αφού πολλά στοιχεία που αποδίδονται στο συγκεκριμένο χωριό θα μπορούσαν να συναντηθούν και σε άλλα κρητικά χωριά. Βέβαια, οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα βοηθούν περαιτέρω στην μεταφορά του αναγνώστη στην Κρήτη, αποτυπώνοντας φωνολογικά το κρητικό ιδίωμα, όπως έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει και σε ηθογραφικά διηγήματα, καθώς επίσης και η αναφορά στα ήθη και στα έθιμα του τόπου.

Η Ρέα Γαλανάκη καταφέρνει με αυτό το βιβλίο να ταξιδέψει τον αναγνώστη τόσο στο χώρο όσο και στον χρόνο, μέσα από μια αφήγηση που κυλάει φυσικά και αβίαστα, και με παραστατικές περιγραφές γραμμένες με δεξιοτεχνία, που μας παίρνουν από το χέρι και μας συντροφεύουν στην πανέμορφη Κρήτη.

 

«Ο μύθος δεν αγκιστρώνεται μόνο στα καταγεγραμμένα γεγονότα, ή σ’ αυτό που ονομάζεται ιστορία, μα έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στο κλειστό κουτί του χρόνου, να δανείζει ή να δανείζεται από άλλους μύθους, ακόμη και από απομακρυσμένα γεγονότα αλλάζοντας σαν δέντρο ανά εποχή.»

-Ρέα Γαλανάκη, Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα

 

thumbnail_20190205_144325-01-04

 

Παραχάραξη

Εκείνο το μακρινό και ξένο
που ποθήσαμε ν’ αγγίξουμε,
να κρατήσουμε απ’ το χέρι.
Το κρυμμένο, τ’ αλλιώτικο,
που τρέμαμε να συζητήσουμε μήπως μαγαριστεί.
Άσπιλο το φωνάζαμε
και ιδανικό.
Θυμάσαι;
Εκείνο το όνειρο, το ιδεατό
του τότε.
Που ξέραμε πως είναι άυλο,
μα το ‘χαμε για υπαρκτό.
Που δεν το είδαμε τελικά ποτέ,
κι όμως,
μαζί το κρατούσαμε στις παλάμες μας σφιχτά,
μην φύγει, μη χαθεί.
Τότε, λέγαμε, θα χανόμασταν κι εμείς.
Το εξαίσιο, το μοναδικό.
Το αξεπέραστο κι απροσπέλαστο.
Τ’ αγγίξαμε ,θαρρώ, στο τέλος,
μα δεν το πιάσαμε απ’ το χέρι,
μα δεν του γελάσαμε απαλά.
Κάναμε πως δεν υπήρξε,
πως αληθινό δεν το ‘πε ποτέ κανείς.
Εμείς το μαγαρίσαμε.
Αλλάξαμε το σχήμα του
με τρόπο ανάρμοστο κι ακραίο.
Εσύ κι εγώ.
Εγώ κι εσύ.
Κι αφού τ’ αφήσαμε έτσι ώρα πολλή,
φύγαμε μακρυά του
θορυβωδώς κι αναίσχυντα.
Σαν ήρωες κι νικητές,
κι όχι σαν τσαρλατάνοι.
Δες το τώρα, έτσι που το πατήσαμε χάμω.
Έτσι που τ’ ακρωτηριάσαμε,
έτσι που το καταχραστήκαμε.
Κοίτα το
και πες μου:
Αλήθεια, τώρα, δεν σου μοιάζει ευτελές;

Η αυθύπαρκτη ελλειπτική ποίηση των «Στιγμών» του Κώστα Μόντη

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Μόντης η καρδιά μαςΔυστυχώς, ήρθα σε επαφή με τον ποιητή Κώστα Μόντη και τα ποιήματά του μόλις φέτος τον χειμώνα – τι μεγάλο κρίμα να μην έχω διαβάσει το λογοτεχνικό του έργο και πρωτύτερα! Μια ποίηση αφοπλιστική στην απλότητά και λακωνικότητά της, με λίγες λέξεις ή δυο – τρεις φράσεις να κρύβουν μέσα τους ολόκληρα νοήματα, συναισθήματα και ιδέες, να περικλείουν έναν ολάκερο κόσμο.

Ο Κώστας Μόντης (1914-2004) γεννήθηκε στην Αμμόχωστο της Κύπρου και υπήρξε, αδιαμφισβήτητα, εξέχουσα μορφή ανάμεσα στους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς. Όντας πολυγραφότατος, δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, αλλά και θεατρικά έργα, ενώ το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ, και όμως δεν έχει την ευρεία αναγνώριση που -καταφανώς- αξίζει ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό της εποχής μας, τόσο ο ίδιος, όσο και το έργο του.

Την ποιητική συλλογή «Στιγμές» -στην οποία θα αναφερθώ στο παρόν άρθρο- εξέδωσε το 1958. Η συλλογή περιελάμβανε ολιγόστιχα ποιήματα, σηματοδοτώντας την καινούρια του ποιητική πορεία (έχουν προηγηθεί ανάλαφρα ερωτικά τραγούδια, ποιήματα με απηχήσεις από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, καθώς και πειραματισμοί του Μόντη σχετικά με την σύγχρονη τεχνοτροπία), και αποτελώντας έναν σταθμό του ποιητικού του έργου. 

Αυτό που κάνει τις «Στιγμές» να ξεχωρίζουν ανάμεσα σε άλλες ποιητικές συλλογές είναι η μορφή τους. Μιλάμε, δηλαδή, για μια μορφή ελλειπτικής ποίησης, με ποιητικές μονάδες που, σύμφωνα με τον Παστελλά, δεν αποτελούν αποσπάσματα, ούτε είναι ανολοκλήρωτες, αλλά αντιθέτως είναι αυτοδύναμες και αυτοτελείς. Είναι αποτυπώσεις του φευγαλέου, το οποίο μπορεί να είναι ένα γεγονός, μια σκέψη, ένα συναίσθημα, με την ύπαρξη ποικίλων θεμάτων στον πυρήνα τους, από πολιτική, χιούμορ και ειρωνεία, μέχρι σχόλια για τον ίδιο του τον εαυτό και ψυχικές μεταπτώσεις, με μια μορφή που θυμίζει γνωμικά.

Πάντα υποστήριζα την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων και ποιημάτων που διαφέρουν μεταξύ τους ειδολογικά, θεματικά, μορφικά, την επαφή με λογοτεχνίες από κάθε πλευρά του κόσμου, και όχι μόνο τη δυτική, καθώς και την επαφή με συγγραφείς και ποιητές που ξεχωρίζουν από το σύνολο. Μόνο έτσι θα μπορέσει κανείς να αποκτήσει μια ολιστική εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής, βρίσκοντας κάτι καινούριο που τελικά του αρέσει, κατανοώντας καλύτερα τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και τον κόσμο γύρω του.

Άλλωστε, η μαγεία της λογοτεχνίας συνίσταται στην παρότρυνσή της να σταθούμε απέναντι από τον ίδιο μας τον εαυτό, με όλα τα λάθη και τα σωστά του, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, και να τον κοιτάξουμε κατάματα.

Έτσι ακριβώς και οι «Στιγμές» του Μόντη με εξέπληξαν χάρη στην απλότητα με την οποία διατύπωναν ζητήματα σύνθετα, σκέψεις δυσνόητες και αισθήματα που δύσκολα εκφράζονται με λέξεις, πόσο μάλλον λακωνικές. Ποιήματα με τέτοια ένταση, που μοιάζει λες και κάποιος γύρισε τον δείκτη του κατευθείαν προς το πρόσωπό σου, λες και οι σελίδες που κρατάς στις παλάμες σου δεν έχουν πια το χρώμα της σέπιας, αλλά αστράφτουν προκλητικά αντικατοπτρίζοντας το είδωλό σου, σκεπτικό και απορημένο, όπως ακριβώς ένας καθρέπτης.

Ορίστε μια μικρή γεύση από τις «Στιγμές» του Κώστα Μόντη:

Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8.

Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 12.

Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 24.

Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 37.

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;

«Προς ποιητήν». Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 28.

Κι ένα μνημείο στον Ακούσιο Στρατιώτη, κύριοι,
ένα μνημείο στο στρατιώτη που ακούσια πολέμησε,
που ακούσια σκότωσε,
που ακούσια σκοτώθηκε.

«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 500.

(πηγή ποιημάτων: http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=219)

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για κώστας μόντης ποιήματα

 

 

 

Αγαπητέ Μπαλζάκ,

Η αλήθεια είναι πως παρά την αγάπη μου στα κλασικά έργα, δεν είχε τύχει να διαβάσω στο παρελθόν κάποιο έργο του πασίγνωστου Γάλλου συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 20 Μαΐου του 1799, στην πόλη Τουρ (Tours). Αφορμή να μυηθώ και εγώ στον κόσμο των βιβλίων του στάθηκε ένα σεμινάριο της Λογοτεχνίας σχετικά με τις Θεωρίες της Αφήγησης, κατά το οποίο κάθε φοιτητής/-τρια καταπιανόταν με ένα βιβλίο, το οποίο στο τέλος του εξαμήνου παρουσίαζε και ανέλυε στους υπόλοιπους. Μας δόθηκε μια λίστα με διάφορα έργα από ποικίλους συγγραφείς, από την οποία μπορούσαμε να επιλέξουμε όποιο θα μας έκανε το «κλικ» -εμένα αυτό το «κλικ» μου το έκανε ο συγγραφέας, και μόλις είδα το όνομα Μπαλζάκ ένα αίσθημα ενθουσιασμού ανακατεύτηκε μαζί με μια δόση ενοχής, για την έως τότε πλήρη άγνοιά μου.

Το έργο που διάβασα και παρουσίασα ήταν το «ο Μπάρμπα- Γκοριό» (Le Père Goriot στα γαλλικά), το οποίο είναι μόλις ένα μικρό κομμάτι του μνημειώδους παζλ που δημιούργησε ο Μπαλζάκ, την Ανθρώπινη Κωμωδία.Αποτέλεσμα εικόνας για μπαρμπα γκοριο

Η Ανθρώπινη Κωμωδία αποτελείται από πλήθος ολοκληρωμένων αλλά και ημιτελών έργων, με την οποία αποσκοπεί να δώσει μια σφαιρική εικόνα της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Προκειμένου να καταλάβουμε τον όγκο του λογοτεχνικού έργου του Μπαλζάκ, αρκεί να δώσουμε έναν αριθμό που αντιπροσωπεύει τους ήρωες που δημιούργησε στα βιβλία του: 2.504. Όσον αφορά τον Μπάρμπα- Γκοριό, μπορώ να πω ότι ο ρεαλιστικός λόγος του συγγραφέα βοηθάει εξαιρετικά στην εύκολη και στρωτή ανάγνωσή του, ενώ οι λεπτομερείς περιγραφές σκιαγραφούν το κάθε τι κατά τη διάρκεια της πλοκής, στήνοντας ένα ολοκληρωμένο από κάθε άποψη σκηνικό. Το περιεχόμενο του βιβλίου το αναφέρει ο ίδιος ο Μπαλζάκ στις σημειώσεις που κρατούσε σχετικά με τα έργα που επρόκειτο να γράψει:

«Ένας καλός ανθρωπάκος-πανσιόν για μεσαία εισοδήματα-εξακόσια φράγκα εισόδημα-που ξόδεψε όλες τους τις οικονομίες για τις κόρες του, που και οι δυο μαζί έχουν εισόδημα πενήντα χιλιάδες φράγκα- και που πεθαίνει σαν σκυλί».

Περιληπτικά, η δράση του έργου διαδραματίζεται στο Παρίσι, όπου παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια του κυρίου-Γκοριό να βοηθήσει οικονομικά τις δυο κόρες του. Στην προσπάθειά του αυτή ο ίδιος καταλήγει μετά βίας να ζει με τα ελάχιστα εναπομείναντα χρήματά του. Παράλληλα παρακολουθούμε και τις ζωές των υπόλοιπων κατοίκων της πανσιόν Βοκέ. Για παράδειγμα, τον φτωχό αλλά φιλόδοξο νεαρό Ευγένιο ντε Ραστινιάκ να προσπαθεί να μπει στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, τον κυνικό Βοτρέν να αποτελεί μια φωνή αναρχίας και την στενόμυαλη κυρία Βοκέ να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους οικοτρόφους της.

Πολλοί από τους χαρακτήρες που πλάθει ο Μπαλζάκ παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού χρησιμοποιεί την τεχνική των «επανεμφανιζόμενων προσώπων», η οποία συνίσταται, κυρίως, στο να επαναφέρει ορισμένα πρόσωπα που έχει ήδη παρουσιάσει σε προηγούμενα έργα και να επανέρχεται στην αφήγηση των περιπετειών τους, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα είδος συνοχής ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα μυθιστορήματα. Η διαδικασία αυτή βρίσκει συστηματική εφαρμογή πρώτη φορά στο μυθιστόρημα του Μπαρμπά- Γκοριό, γεγονός που αναδεικνύει την πρόθεση του συγγραφέα να δώσει ψυχή και κίνηση σ’ ένα ολόκληρο φανταστικό κόσμο.

Ένα ακόμη αξιοπερίεργο στοιχείο για τον μεγάλο αυτό συγγραφέα η μεγάλη του αγάπη για τον καφέ, η οποία τον οδηγούσε να πίνει το ένα φλυτζάνι μετά το άλλο, καταλήγοντας στην κατανάλωση από 20 μέχρι 40 ή και παραπάνω φλυτζανιών κάθε μέρα. Η μέρα του, μάλιστα, ξεκινούσε στη 1 το βράδυ, οπότε και ξύπναγε, και τελείωνε στις 8 το πρωί, οπότε και έπεφτε για ύπνο, αφού πρώτα στο ενδιάμεσο είχε γεμίσει δεκάδες σελίδες με λέξεις, κηλίδες μελάνι και μουτζούρες. Η λατρεία του για τον καφέ αντικατοπτρίζεται και στο παρακάτω απόσπασμα, στο οποίο αναφέρει ότι οι κόκκοι μετατρέπονται σε:

«… σπινθήρες που φωταγωγούν όλη τη διαδρομή μέχρι τον εγκέφαλο. Από εκείνη τη στιγμή, όλα βρίσκονται σε ταραχώδη κατάσταση. Οι ιδέες επιταχύνονται σαν τάγματα ενός μεγάλου στρατού στο θρυλικό πεδίο μάχης του, και ο πόλεμος μαίνεται. Μνήμες συσσωρεύονται, φωτεινές σημαίες υψώνονται. Το ιππικό της μεταφοράς αναπτύσσει υπέροχους καλπασμούς. Το πυροβολικό της λογικής πλησιάζει βιαστικά με βαγόνια που κροταλίζουν και φυσίγγια. Στη φαντασία, σκοπευτές κοιτούν και πυροβολούν. Ακολουθούν μορφές και σχήματα και χαρακτήρες. Το χαρτί απλώνεται με μελάνι-γιατί η νυχτερινή εργασία ξεκινά και ολοκληρώνεται με το χείμαρρο αυτού του μαύρου νερού, όπως μια μάχη αρχίζει και τελειώνει με μαύρη σκόνη».

Κλείνοντας, αφήνω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάρμπα- Γκοριό που ξεχώρισα, μιας και εδώ ο αφηγητής του έργου γίνεται φανερός, και απευθύνεται σε εμάς τους αναγνώστες:

«Το ίδιο θα κάνετε κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο μες στα άσπιλα χέρια σας, εσείς που βυθισμένοι μέσα στην αναπαυτική πολυθρόνα σας λέτε: «Ίσως και να με διασκεδάσει». Αφού θα έχετε διαβάσει τα μύχια βάσανα του μπάρμπα-Γκοριό, θα δειπνήσετε ορεξάτοι, χρεώνοντας την αναισθησία σας στο συγγραφέα, κατηγορώντας τον για υπερβολή και ποιητική διάθεση. Μάθετέ το, λοιπόν: αυτό το δράμα δεν είναι ούτε αποκύημα της φαντασίας του ούτε μυθοπλασία. All is true, είναι όλα τόσο αληθινά, ώστε ο καθένας μπορεί ν’ αναγνωρίσει σ’ αυτά στοιχεία από τη ζωή του, μέσα στην ίδια του την καρδιά.»

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ονορε μπαλζακ

Χαρμάνι Βιβλίων ν.1 – Ιστορία της Ομορφιάς, Ουμπέρτο Έκο (επιμ.)

Screenshot_20180406-193837Αυτή την εβδομάδα προτίμησα να μην διαβάσω μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, αλλά να εξερευνήσω κάτι λιγάκι διαφορετικό. Έπεσε λοιπόν στα χέρια μου η Ιστορία της Ομορφιάς, με επιμέλεια του Ουμπέρτο Έκο, ένας τόμος γεμάτος αγάλματα, εικόνες και πίνακες, από την εποχή του Πυθαγόρα έως και τις μέρες μας. Μέσα στο βιβλίο αυτό γίνεται μια προσπάθεια αποτύπωσης των (διαφορετικών σε πλείστες περιπτώσεις) αντιλήψεων περί Ομορφιάς από τους ανθρώπους ανά τους αιώνες, και τίθεται το ζήτημα της ύπαρξης ή μη κάποιων σταθερών χαρακτηριστικών της ιδέας της Ομορφιάς, μέσα από τις πολυάριθμες παρουσιάσεις της.

 

Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ασχοληθεί όσο θα ήθελα με την ζωγραφική και την γλυπτική, γεγονός που αντιλήφθηκα όταν στάθηκα με μια αίσθηση δέους μπροστά από τον πίνακα Νυχτερινή Περίπολος του Ρέμπραντ, έχοντας σχεδόν πλήρη άγνοια σχετικά με τον καλλιτέχνη αυτόν, για τον οποίο όλοι οι επισκέπτες γύρω μου ψιθύριζαν ζωηρά. Αυτή η διαπίστωση με οδήγησε να επιλέξω κάποια στιγμή να παρακολουθήσω και το μάθημα Ιστορία της Τέχνης, σε μια προσπάθεια να διευρύνω τις ελάχιστες γνώσεις μου.

Ήταν πολύ γλυκό το συναίσθημα και η έκπληξη που αισθάνθηκα όταν ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ήμουν σε θέση όχι μόνο να αναγνωρίζω, αλλά και να ονοματίζω έργα και καλλιτέχνες. Όποιος αποφασίσει να το διαβάσει, ή έστω να το ξεφυλλίσει, θα βρει μέσα έργα των Σάντρο Μποτιτσέλι, Τζορτζόνε, Τιτσιάνο, Άνιολο Μπροντζίνο, Πίτερ Πωλ Ρούμπενς, Εντουάρ Μανέ, Πάμπλο Πικάσο, Ρεμπράντ, Πιέρο ντι Κόζιμο, Ραφαήλ, και δεκάδων άλλων. Η ποικιλία αυτή είναι που με κράτησε καθηλωμένη για ώρες πάνω από το βιβλίο αυτό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα είδος βοηθήματος για όσους επιθυμούν να έρθουν σε πιο κοντινή επαφή με την τέχνη. Δείχνει «λίγο από όλα» κατά κάποιο τρόπο, με αναφορές σε κορυφαία ονόματα από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Δυο πίνακες που προσωπικά ξεχώρισα μέσα σε όλες αυτές τις σελίδες είναι Η γυναίκα με την ερμίνα, του Λεονάρντο ντα Βίντσι και Το θέρος του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο.

Η γυναίκα με την Ερμίνα

Η γυναίκα με την ερμίνα είναι ένας από τους μόλις τέσσερις γνωστούς πίνακες του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, στους οποίους απεικονίζονται γυναίκες. Το πορτρέτο αυτό ταυτίζεται με την Τσετσίλια Γκαλεράνι. Στο έργο δεν υπάρχει στατικότητα, αλλά αντίθετα κίνηση, ενώ τα βλέμματα τόσο της γυναικείας φιγούρας όσο και της ερμίνας είναι έντονα. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του πίνακα είναι η έμφαση που δίνεται στο χέρι της κοπέλας, αφού τα δάχτυλά της, με τα οποία χαϊδεύει το ζώο, μοιάζουν αφύσικα μακρυά.

Η λεπτομερώς ζωγραφισμένη ερμίνα είναι σύμβολο αγνότητας και τιμιότητας. Η ελληνική ονομασία της είναι γαλή, γεγονός που θα μπορούσε να παραπέμπει και στο επώνυμο της απεικονιζόμενης.

 

Το θέρος ÎµÎ¹Îº.1 Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο, Το Καλοκαίρι, 1573

Ο πίνακας αυτός του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο αποτελεί ένα πορτρέτο μιας γυναίκας, το πρόσωπο της οποίας αποτελείται από ποικίλα πολύχρωμα φρούτα και λαχανικά της εποχής. Η Ομορφιά του Αρτσιμπόλντο διαφέρει πλήρως από την κλασική απεικόνιση, παίρνοντας μια μορφή που προκαλεί έκπληξη και που εξάπτει τη φαντασία.

 

 

 

 

Κλείνοντας, αφήνω αυτά τα αποσπάσματα σχετικά με το θέμα Ομορφιά εδώ:

Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Ουίλιαμ Σαίξπηρ

II, 2, 1594- 1597

ΡΩΜΑΙΟΣ
Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον!

(Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της).

Αγάλια! ‘ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει;
Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος!
Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην.
Ιδέ την απ’ την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει,
διότι συ την ξεπερνάς ‘ς την δόξαν και ‘ς τα κάλλη.
Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη·
πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει,
και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την!
Είν’ η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι.
Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν
αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω.
Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα.
Δύο αστέρια τ’ ουρανού, τα ωραιότερα του,
θέλουν ‘ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν
παρακαλούν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς να λάμπουν.
Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν;
Και τι, εάν κατέβαιναν ς’ την κεφαλήν της τ’ άστρα; —
Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ’ αστέρια,
καθώς θαμπόνει λύχνου φως ‘ς την λάμψιν της ημέρας,
και θα’ χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω
ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα,
που τα πουλιά να κελαδούν ‘σαν να μην ήτο νύκτα!
Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι.
Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω
το μάγουλόν της το γλυκόν!

 

III, 2, 1594-1597

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Καρδιά φιδιού που μ’ έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου!
Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον!
Ω δαίμον’ αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε,
ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες·
αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη
με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος
απ’ ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ’ ό,τι εθαρρούσα!
Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε!
Ω φύσις, απ’ την κόλασιν τι ήθελες να πάρης
ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης
εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον;
Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον;
Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι;

(μετάφραση Δημήτριος Βικέλας)

Λέξεις και τελείες

Και οι λέξεις, τι γίνεται με τις λέξεις;
Μικρές σφαίρες που πληγώνουν
μ’ έναν πόνο αλλιώτικο·
εσωτερικό, απόλυτο, ανίατο.
Μια πληγή που δεν μπορεί να κλείσει
-πώς αλλιώς; αφού η σφαίρα μένει μονίμως εκεί,
να την κρατά ορθάνοιχτη,
να την ματώνει,
να την γδέρνει
να την κακοφορμίζει-.
Μια βια αλλιώτικη,
με τους μώλωπές της να μένουνε κρυφοί,
αόρατοι για όλους τους γύρω,
τους άλλους·
τους άφθαρτους, τους αλώβητους, τους ακέραιους,
και ορατοί μόνο για σένα·
τον φθαρμένο, τον πληγέντα, τον κατακερματισμένο.
Να γλείφεις κάθε μέρα το σημάδι εκείνο
στο στέρνο σου στ’ αριστερά,
παλεύοντας να μαλακώσεις κάπως
τον παράξενο τούτο πόνο
που φτάνει απ΄το πουθενά
και σ’ακολουθεί αδιάλειπτα,
παίζοντας κρυφτό μαζί σου.

 

words.jpg

Η Αρχή

Ποτέ δεν ήμουν καλή στο να γράφω εισαγωγές. Ακόμα και αυτή την πρόταση, την έχω σβήσει καμιά ντουζίνα φορές, και την έχω γράψει από την αρχή άλλες τόσες. Σκέφτηκα πως θα ήταν ωραίο να είχα ένα μέρος, στο οποίο να γράφω ό, τι και αν μου περνάει από το μυαλό: ποιήματα και πεζά, σκέψεις γύρω από βιβλία και άρθρα, εμπειρίες από μέρη, λογισμοί και παραλογισμοί, συνειρμοί και εικόνες. Θαρρώ πως μοιάζει με ημερολόγιο, σαν εκείνο που κρατάγαμε μικροί, με ένα μικρό λουκετάκι και ένα ζευγάρι κλειδιά καλά κρυμμένα στο βάθος κάποιου συρταριού -μόνο που τούτο εδώ είναι δημόσιο και έχει οθόνη αντί για σελίδες. Για να δούμε, λοιπόν, πώς θα γίνει με τον καιρό.

Τελειώνει το τραγούδι που ακούω, οπότε ας κλείσω και εγώ αυτό το μικρό καλωσόρισμα στο Pluma Verbi. Ελπίζω μετά από λίγο καιρό να μοιάζει όπως ακριβώς το ‘χα φανταστεί.

P.S.: Το τραγούδι είναι το Honey- Moby, και νομίζω πως τις επόμενες μέρες θα το ακούω μέχρι και στον ύπνο μου. Well, it is worth it.

b21053bf9e5f60d63da970c128a65471