Χαρμάνι Βιβλίων ν.9 – Fahrenheit 451, Ray Bradbury

Το έργο Fahrenheit 451 του Ray Bradbury είναι δίχως αμφιβολία από τα πιο δυνατά, τα πιο αφυπνιστικά βιβλία που έχω διαβάσει. Μου θύμισε και ορισμένες σειρές που έχω παρακολουθήσει, γεγονός που μου επέτρεψε να κάνω νοητές συνδέσεις μεταξύ τους και να βρω ορισμένες πιθανές -κατ’ εμέ- τομές στον ρου της ιστορίας τους.

Για να ρίξουμε όμως πρώτα μια πιο κοντινή ματιά στο ίδιο το βιβλίο. Το έργο χωρίζεται σε 3 μέρη και ο αφηγητής από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ο Montag, μέσα από τα μάτια του οποίου βλέπουμε τον κόσμο γύρω του και μέσα από τις σκέψεις του ακολουθούμε την προσωπική του ανάπτυξη ανά τις σελίδες. Ο Montag, λοιπόν, είναι ένας «fireman» σύμφωνα με την αγγλική έκδοση του βιβλίου -την οποία και προτίμησα-. Στα ελληνικά δεν θα τον λέγαμε πάντως «πυροσβέστη», και αυτό διότι στον κόσμο του βιβλίου οι πυροσβέστες δεν σβήνουν τις φωτιές, αλλά αντιθέτως τις ανάβουν. Η ελληνική λέξη, όμως, ετυμολογικά περιέχει το ρήμα «σβήνω» (πυροσβέστης < πυρ + -σβέστης (< αρχαία ελληνική σβέννυμι = σβήνω, εξαλείφω)), σε αντίθεση με το αγγλικό «fireman» που θα μπορούσε να αποδοθεί και ως «άνθρωπος της φωτιάς» (τουλάχιστον σε δική μου ελεύθερη μετάφραση), γεγονός που τονίζει την αμφίσημη σημασία της λέξης στην αγγλική γλώσσα και δημιουργεί ένα κάποιο λογοπαίγνιο. Και φυσικά οι firemen του έργου καίνε -τι άλλο- βιβλία. Ό,τι έχει σελίδες και λέξεις, ό,τι περιέχει μέσα χαρακτήρες πλαστούς και ανύπαρκτους που, όπως υποστηρίζουν οι firemen, μπορεί να οδηγήσει ένα σώο άνθρωπο στην παράνοια και στην πλάνη αφότου το διαβάσει, και άρα οφείλει να καταστραφεί ολοσχερώς ώστε να μην τεθεί η γενική ευημερία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου σε κίνδυνο. Όλα στο βωμό της χαράς, με τα άτομα αυτής της κοινωνίας να προτιμούν να ζουν επιφανειακά, δίχως βαθιά συναισθήματα, δίχως βαθύτερες σκέψεις, αποφεύγοντας οτιδήποτε ενδέχεται να τους βγάλει από αυτή την πλαστή φούσκα ευτυχίας, και να τους κάνει έστω και για λίγο δυστυχισμένους.

Μια ενδεχόμενη μελλοντική δυστοπία, αυτό είναι ουσιαστικά ο κόσμος του Fahrenheit 451, ένας κόσμος που το φαίνεσθαι υπερτερεί του είναι, που το πρόσκαιρο -έστω και αβέβαιο, έστω και κίβδηλο, κυβερνάει. Οι άνθρωποι είναι τελείως παθητικοί, άβουλα όντα που δεν αναλογίζονται τίποτε, που δεν ενδιαφέρονται για τίποτε πέραν της καθημερινής σειράς που παρακολουθούν. Ένας εφιάλτης δίχως τέλος αποτυπώνεται τελικά στις σελίδες του έργου. Αυτό που βλέπουμε/ακούμε/διαβάζουμε και ψιθυρίζουμε «μακρυά από εμάς». Αρκεί να σκεφτούμε λίγο παραπάνω όσα γράφουν οι σελίδες για να καταλάβουμε ότι τελικά δεν είναι και τόσο μακρυά από εμάς. Τελικά είναι τόσο δίπλα μας που κοντεύουμε να τ΄αγγίξουμε.

Τι κρίμα.

Τι γίνεται, όμως, όταν ένας άνθρωπος διαφοροποιείται; Όταν αρχίζει να κατανοεί το λάθος, να το αναγνωρίζει και να φλέγεται μέσα του από οργή και απόγνωση; Πόσο μακρυά μπορεί να φτάσει μια φωνή;

Στο σημείο αυτό θέλω να σταθώ και σε δυο χαρακτηριστικά του έργου που μου κίνησαν το ενδιαφέρον:

Α) Τι υπέροχος, γρήγορος, μελωδικός, μοναδικός ο ρυθμός του έργου. Οι λέξεις μιλούσαν και συνάμα τραγουδούσαν. Πολύ ξεχωριστός ο τρόπος γραφής, ακριβής και καθόλου φλύαρος, μάλλον λακωνικός. Δεν υπήρχαν πομπώδεις λέξεις, βαρυσήμαντες εκφράσεις και εξαντλητικές περιγραφές. Μόνο μια ωμή πραγματικότητα γεμάτη φρίκη, που και μόνο η αποτύπωσή της αρκεί να κρατήσει κάθε αναγνώστη καθηλωμένο στην θέση του, ανίκανο να αφήσει κάτω το βιβλίο. Πολύ πολύ ιδιαίτερο και πολύ πολύ ωραίο.

Β) Μου άρεσαν πολύ οι αναφορές σε άλλα έργα. Οι αναφορές στα βιβλία που καίγονταν ή στα βιβλία που κρύβονταν. Πιστεύω ότι κάθε βιβλιοφάγος που θα το διαβάσει θα έχει τις ίδιες αντιδράσεις με εμένα όταν διαβάζει για τα βιβλία του Κάφκα, για τον Μόμπι Ντικ, για τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ. Ένα βιβλίο που μιλάει για βιβλία, τι καλύτερο.

Α! Και όσον αφορά τις σειρές που έχω παρακολουθήσει και που μου θύμισε, αναφέρομαι στο «The Handmaid’s Tale», στην οποία απαγορεύεται ρητά στις γυναίκες η ανάγνωση βιβλίων, αλλά και η συγγραφή, και στο «The Black Mirror», με επεισόδια που επίσης αναφέρονται σε πιθανές μελλοντικές δυστοπίες, με την τεχνολογία σε πλείστες περιπτώσεις, μέσα από την εσφαλμένη της χρήση, να οδηγεί σε εφιαλτικές καταστάσεις.

Δεν θέλω να πω τίποτα περισσότερο φοβούμενη μην μου ξεφύγουν spoilers, καθώς είναι ένα βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε και να σχηματίσετε την δική σας άποψη, ανεπηρέαστοι.

Προσωπικά, κατάφερε να αποτελέσει ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Και αν αυτό δεν ακούγεται πολύ ξεχωριστό, θέλω να προσθέσω ότι είναι ένα από τα βιβλία που θα διάβαζα ξανά και ξανά και ξανά. Και σε καμία περίπτωση δεν συνηθίζω να ξαναδιαβάζω βιβλία.

Εξαιρετικό, απλά.

Αφήνω εδώ και μερικά από τα αποσπάσματα που ξεχώρισα, για να πάρετε μια γεύση:

 

“We need not to be let alone. We need to be really bothered once in a while. How long is it since you were really bothered? About something important, about something real?”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“Why is it,» he said, one time, at the subway entrance, «I feel I’ve known you so many years?»
«Because I like you,» she said, «and I don’t want anything from you.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“Stuff your eyes with wonder, he said, live as if you’d drop dead in ten seconds. See the world. It’s more fantastic than any dream made or paid for in factories.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

“It doesn’t matter what you do…so long as you change something from the way it was before you touched it into something that’s like you after you take your hands away.”
― Ray Bradbury, Fahrenheit 451

 

20190517_123151-01

Dies et Verba: Κοσμάς Πολίτης

Σαν σήμερα, στις 23 Φεβρουαρίου του 1974 έφυγε από την ζωή ο Κοσμάς Πολίτης, ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της γενιάς του ’30 ειδικότερα, και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα.  Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμας πολιτης

Κοσμάς Πολίτης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που επέλεξε ο Παρασκευάς Ταβελούδης για να τον συντροφεύει στο συγγραφικό του ταξίδι. Γόνος του έμπορου Λεωνίδα από την Μυτιλήνη και της Καλλιόπης από το Αϊβαλί, δεν έζησε το ίδιο ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια με άλλους συνομήλικους του,  τόσο εξαιτίας του αυταρχισμού που χαρακτήριζε τον πατέρα του, όσο και της φιλάσθενης μητέρας του, η οποία πέθανε όταν εκείνος ήταν 12 ετών. Έκτοτε, την ανατροφή του ανέλαβαν από κοινού μια Γαλλίδα δασκάλα και η κατά 18 χρόνια μεγαλύτερη αδερφή του, Μαρία. Φοίτησε στη Ευαγγελική Σχολή, καθώς και στο Αμερικανικό Κολέγιο Σμύρνης, εγκαταλείποντας όμως τις σπουδές του. Στα 17 του ξεκίνησε να εργάζεται στην Τράπεζα Ανατολής και έπειτα στη Βίνερ Μπανκ της Σμύρνης.

Σταθμός στη ζωή του αποτέλεσε η γνωριμία του με την αριστοκράτισσα αυστροουγγρικής καταγωγής Κλάρα Κρέσπι, η οποία οδήγησε σε έναν αμοιβαίο και κεραυνοβόλο έρωτα, και εν τέλει σε γάμο. Μαζί απέκτησαν και μια κόρη, την Φοίβη.  Μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, έφυγαν αρχικά για το Παρίσι, έπειτα για το Λονδίνο, και το 1924 έφτασαν στην Αθήνα, όπου ο Κοσμάς Πολίτης έγινε υποδιευθυντής Τράπεζας.

Το 1930 εμφανίζεται το Λεμονοδάσος, το πρώτο βιβλίο του Κοσμά Πολίτη. Το Λεμονοδάσος εντυπωσιάζει και γοητεύει την λογοτεχνική κοινότητα, τόσο λόγω της παρουσίας εντός του μιας Ελλάδας λαμπερής και μαγευτικής, που σφύζει από ζωή, όσο και λόγω της επιλογής του συγγραφέα να μην διαφημίσει το έργο του ούτε πριν, ούτε μετά την έκδοσή του, κερδίζοντας με την αξία του και μόνο μια σημαντική θέση ανάμεσα στους σύγχρονους συγγραφείς της χώρας. Ορισμένα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός έρωτα δύσκολου, και μάλιστα σε οριστική ενεστώτα, γεγονός που συμβάλει στην συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη, ενώ στον θεματικό του άξονα βρίσκεται και η υπαρξιακή δυσφορία.

Λίγο αργότερα, το 1933, ο Κοσμάς Πολίτης κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, την Εκάτη, το οποίο πέρα από θετικές, έλαβε και αρνητικές κριτικές. Στο έργο αυτό η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και ο αναγνώστης παρακολουθεί τα δρώμενα μέσα από την ματιά του ήρωα, ο οποίος αποτελεί τον αποκλειστικό φορέα πληροφόρησης, και ο οποίος με έναυσμα το ερωτικό πάθος που αισθάνεται, καταλήγει να αναζητήσει την αυθεντικότητά του.

Σχετική εικόναΤο 1934 η εμφάνιση μιας γυναίκας στη ζωή του τον οδήγησε να εγκαταλείψει την σύζυγο και την κόρη του, από τις οποίες απομακρύνθηκε για πολλά χρόνια, και να μετατεθεί στην Πάτρα, όπου και έγραψε την Eroica (1938).  Στο έργο αυτό, ένας ώριμος αφηγητής εξιστορεί τα κατορθώματα μιας παρέας εφήβων μέσα υπό το πρίσμα του νεότερου εαυτού του, και τον τρόπο που αυτοί βιώνουν τον έρωτα αλλά και τον θάνατο, αφήνοντας στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εφηβείας, εκείνης της χρονικής στιγμής ανάμεσα στον κόσμο των μικρών, και στον κόσμο των μεγάλων.

Το 1942 έφυγε από την ζωή η κόρη του, γεγονός που τον συντάραξε, καθώς θεωρούσε ότι εάν δεν είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, εκείνη θα ζούσε ακόμα. Επέστρεψε τότε στην γυναίκα του, και ο δεσμός ανάμεσά τους έγινε πολύ στενός. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε και άλλα αξιόλογα έργα, όπως την Τζούλια (1943), Το Γύρι (1945), την Κορομηλιά (1946), το Στου Χατζηφράγκου (1962) κ.α.

Ήταν ένας πολυγραφότατος λογοτέχνης, με έργα που έγιναν δεκτά από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό με πλήθος επαίνων, τα οποία αγαπήθηκαν και τότε, αλλά και τώρα, χαρίζοντας στον συγγραφέα δικαίως μια θέση ανάμεσα στις εξέχουσες προσωπικότητες της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Και, για το κλείσιμο, ένα απόφθεγμα από το Λεμονοδάσος που ξεχώρισα.

Το λογικό κι ο έρωτας ποτέ τους δεν ταιριάξαν. 

Κοσμάς Πολίτης, Λεμονοδάσος 

Και ένα απόσπασμα από την Πάροδο του έργου Στου Χατζηφράγκου.

Kαλώς τονε… Tι; Συγγραφέας; Δηλαδή; A; γράφεις βιβλία. Xάρηκα πολύ. Tους έχω σε μεγάλη υπόληψη αυτούς που γράφουνε βιβλία-μιλάω σοβαρά. Kάτσε, λοιπόν. Nα, σ’ εκείνο το πεζούλι, δεν περισσεύει άλλη καρέγλα… Όμορφα είν’ εδώ; Σαν εξοχή; Δηλαδή το ανοιχτό γκερίζι που τρέχει ανάμεσα στην ξεραΐλα και τραβάει για κάτω; Άκουσε παληκάρι μου, για ν’ αγαπιόμαστε, καλύτερα να παρατήσομε το κογιονάρισμα: και τη δικιά μου υπόληψη για τα βιβλία, και τα δικά σου παινέματα για το ρημάδι μου. Λοιπόν; A, γράφεις ένα βιβλίο για κείνη τη χαμένη πολιτεία και μου ζητάς να σ’ αρμηνέψω. Άκουσε. Πάνε από τότε κάπου σαράντα χρόνια, σωστά σαράντα χρόνια. Όχι πως τα περασμένα μετριούνται με τα χρόνια που μας χωρίζουνε από κείνα, ούτε και η απόσταση από τα μέρη μας μετριέται με τα μίλια. Για τον έναν, είναι και τα δυο τόσο μακρυά, σα να μην υπήρξανε ποτέ. O άλλος, τα ‘χει πάντα μπροστά του ζωντάνα, λες κ’ είναι τούτη η ώρα. Aνάλογα με το αίσθημά μας είναι και τα δυο.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου

 

Αποτέλεσμα εικόνας για forest gif