Ancora

Ο άνεμος έξω λυσσομανά και ενώ κάθεται τον ακούει που σφυρίζει, όπως ακριβώς τα τρένα στους σταθμούς την στιγμή που φεύγουν με προορισμό το άγνωστο, εκείνο το αλλιώτικο «κάπου», που τους αρκεί και μόνο ότι θα διαφέρει από το «εδώ», ακόμα και αν τελικά αποδειχθεί ότι ήταν ένα πλαστό όνειρο, ένα «πουθενά» στον χάρτη των θεωριών τους. Κοιτάει δυο δέντρα στο απέναντι στενό να λικνίζονται τόσο βίαια σε τούτο τον παράλογο ρυθμό, που μοιάζουν λες και θα βγάλουν τις ρίζες τους από το χώμα και θα μεταφερθούν σ’ ένα πιο απάνεμο μέρος, να μπορούν πια ήσυχα ν’ αγναντεύουν την νύχτα, χαϊδεύοντας τ’ άστρα απαλά με τις κορυφές τους.

Αυτό το βράδυ είναι τόσο πηχτό, που σκέφτεται ότι αν πιάσει ένα μπαλάκι και το πετάξει στον ουρανό θα ακούσει τον γδούπο που θα κάνει σαν χτυπήσει τα στέρεα σύννεφα. Μέχρι και η σελήνη φοβήθηκε την αγριάδα τούτης της βραδιάς και κρύφτηκε πίσω από καμιά ντουζίνα στρώσεις βαμβάκι, ίσα να φωτίζει την πόλη για εκείνους που γυρίζουν στον δρόμο ψάχνοντας νόημα και αλήθεια, την ίδια ώρα που οι υπόλοιποι κοιμούνται και αγγίζουν όλα εκείνα που ποθούν, προτού να τα πάρουν μαζί τους οι πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες καθώς τρυπώνουν από τις χαραμάδες στα πατζούρια. Άραγε, αναρωτιέται πολλές φορές, αν ένα όνειρο δεν το αγγίξει ποτέ ο πρωινός ήλιος, θα καταφέρει να το κρατήσει σιμά του για όσο επιθυμεί; Και ας είναι να μένει σε ένα δωμάτιο κλειστό και απόμερο, αυτός και τα όνειρά του.

Τα φύλλα των δέντρων παλεύουν να κρατηθούνε στα κλαριά. Εκείνος παλεύει να κρατηθεί στο παρόν. Τα πάντα γύρω μας κάπως συνδέονται, τελικά. Μισανοίγει την μπαλκονόπορτα για να ακούει καλύτερα το νανούρισμα του χειμώνα, και φοράει την χοντρή μάλλινη ζακέτα του, αυτή που δεν αποχωρίζεται αν δεν καλοκαιριάσει. Την κουμπώνει μέχρι το πηγούνι και νιώθει να πνίγεται.

Δεν μπορεί άλλο,
φτάνει,
ως εδώ.

Γιατί κρατάμε μέσα μας τόσες πολλές λέξεις, πνίγοντας τ’ αυθόρμητο στους βούρκους του κάθε «πρέπει»;

Γιατί κλαδεύουμε τα «θέλω» μας κάθε που ανθίζουν και κοντεύουν να ξεπεράσουν τα «μπορώ» του γύρω κόσμου;

Γιατί μπολιάζουμε τα όνειρά μας με τις προσδοκίες όλων των άλλων, και δεν τα αφήνουμε άσπιλα και αυτοτελή να βρουν τον ουρανό τους;

Πήρε ένα κουτάκι μπύρας που του είχε ξεμείνει στο ψυγείο εδώ και κάτι μέρες και το άνοιξε με τον αντίχειρά του. Άρχισε να σπρώχνει δεξιά-αριστερά το αλουμινένιο κομμάτι που προεξέχει σιγοτραγουδώντας την άλφα βήτα όπως κάναμε μικρά. Έφτασε στο ωμέγα και χρειάστηκε να ξεκινήσει ξανά τόσες φορές που έχασε το μέτρημα. Στο τέλος τα παράτησε και ήπιε την πρώτη ρουφηξιά.

Καλύτερα. Θα έφτιαχνε μόνος του την μοίρα.

 

Dies et Verba: Κοσμάς Πολίτης

Σαν σήμερα, στις 23 Φεβρουαρίου του 1974 έφυγε από την ζωή ο Κοσμάς Πολίτης, ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της γενιάς του ’30 ειδικότερα, και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα.  Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμας πολιτης

Κοσμάς Πολίτης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που επέλεξε ο Παρασκευάς Ταβελούδης για να τον συντροφεύει στο συγγραφικό του ταξίδι. Γόνος του έμπορου Λεωνίδα από την Μυτιλήνη και της Καλλιόπης από το Αϊβαλί, δεν έζησε το ίδιο ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια με άλλους συνομήλικους του,  τόσο εξαιτίας του αυταρχισμού που χαρακτήριζε τον πατέρα του, όσο και της φιλάσθενης μητέρας του, η οποία πέθανε όταν εκείνος ήταν 12 ετών. Έκτοτε, την ανατροφή του ανέλαβαν από κοινού μια Γαλλίδα δασκάλα και η κατά 18 χρόνια μεγαλύτερη αδερφή του, Μαρία. Φοίτησε στη Ευαγγελική Σχολή, καθώς και στο Αμερικανικό Κολέγιο Σμύρνης, εγκαταλείποντας όμως τις σπουδές του. Στα 17 του ξεκίνησε να εργάζεται στην Τράπεζα Ανατολής και έπειτα στη Βίνερ Μπανκ της Σμύρνης.

Σταθμός στη ζωή του αποτέλεσε η γνωριμία του με την αριστοκράτισσα αυστροουγγρικής καταγωγής Κλάρα Κρέσπι, η οποία οδήγησε σε έναν αμοιβαίο και κεραυνοβόλο έρωτα, και εν τέλει σε γάμο. Μαζί απέκτησαν και μια κόρη, την Φοίβη.  Μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, έφυγαν αρχικά για το Παρίσι, έπειτα για το Λονδίνο, και το 1924 έφτασαν στην Αθήνα, όπου ο Κοσμάς Πολίτης έγινε υποδιευθυντής Τράπεζας.

Το 1930 εμφανίζεται το Λεμονοδάσος, το πρώτο βιβλίο του Κοσμά Πολίτη. Το Λεμονοδάσος εντυπωσιάζει και γοητεύει την λογοτεχνική κοινότητα, τόσο λόγω της παρουσίας εντός του μιας Ελλάδας λαμπερής και μαγευτικής, που σφύζει από ζωή, όσο και λόγω της επιλογής του συγγραφέα να μην διαφημίσει το έργο του ούτε πριν, ούτε μετά την έκδοσή του, κερδίζοντας με την αξία του και μόνο μια σημαντική θέση ανάμεσα στους σύγχρονους συγγραφείς της χώρας. Ορισμένα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός έρωτα δύσκολου, και μάλιστα σε οριστική ενεστώτα, γεγονός που συμβάλει στην συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη, ενώ στον θεματικό του άξονα βρίσκεται και η υπαρξιακή δυσφορία.

Λίγο αργότερα, το 1933, ο Κοσμάς Πολίτης κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, την Εκάτη, το οποίο πέρα από θετικές, έλαβε και αρνητικές κριτικές. Στο έργο αυτό η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και ο αναγνώστης παρακολουθεί τα δρώμενα μέσα από την ματιά του ήρωα, ο οποίος αποτελεί τον αποκλειστικό φορέα πληροφόρησης, και ο οποίος με έναυσμα το ερωτικό πάθος που αισθάνεται, καταλήγει να αναζητήσει την αυθεντικότητά του.

Σχετική εικόναΤο 1934 η εμφάνιση μιας γυναίκας στη ζωή του τον οδήγησε να εγκαταλείψει την σύζυγο και την κόρη του, από τις οποίες απομακρύνθηκε για πολλά χρόνια, και να μετατεθεί στην Πάτρα, όπου και έγραψε την Eroica (1938).  Στο έργο αυτό, ένας ώριμος αφηγητής εξιστορεί τα κατορθώματα μιας παρέας εφήβων μέσα υπό το πρίσμα του νεότερου εαυτού του, και τον τρόπο που αυτοί βιώνουν τον έρωτα αλλά και τον θάνατο, αφήνοντας στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εφηβείας, εκείνης της χρονικής στιγμής ανάμεσα στον κόσμο των μικρών, και στον κόσμο των μεγάλων.

Το 1942 έφυγε από την ζωή η κόρη του, γεγονός που τον συντάραξε, καθώς θεωρούσε ότι εάν δεν είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, εκείνη θα ζούσε ακόμα. Επέστρεψε τότε στην γυναίκα του, και ο δεσμός ανάμεσά τους έγινε πολύ στενός. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε και άλλα αξιόλογα έργα, όπως την Τζούλια (1943), Το Γύρι (1945), την Κορομηλιά (1946), το Στου Χατζηφράγκου (1962) κ.α.

Ήταν ένας πολυγραφότατος λογοτέχνης, με έργα που έγιναν δεκτά από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό με πλήθος επαίνων, τα οποία αγαπήθηκαν και τότε, αλλά και τώρα, χαρίζοντας στον συγγραφέα δικαίως μια θέση ανάμεσα στις εξέχουσες προσωπικότητες της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Και, για το κλείσιμο, ένα απόφθεγμα από το Λεμονοδάσος που ξεχώρισα.

Το λογικό κι ο έρωτας ποτέ τους δεν ταιριάξαν. 

Κοσμάς Πολίτης, Λεμονοδάσος 

Και ένα απόσπασμα από την Πάροδο του έργου Στου Χατζηφράγκου.

Kαλώς τονε… Tι; Συγγραφέας; Δηλαδή; A; γράφεις βιβλία. Xάρηκα πολύ. Tους έχω σε μεγάλη υπόληψη αυτούς που γράφουνε βιβλία-μιλάω σοβαρά. Kάτσε, λοιπόν. Nα, σ’ εκείνο το πεζούλι, δεν περισσεύει άλλη καρέγλα… Όμορφα είν’ εδώ; Σαν εξοχή; Δηλαδή το ανοιχτό γκερίζι που τρέχει ανάμεσα στην ξεραΐλα και τραβάει για κάτω; Άκουσε παληκάρι μου, για ν’ αγαπιόμαστε, καλύτερα να παρατήσομε το κογιονάρισμα: και τη δικιά μου υπόληψη για τα βιβλία, και τα δικά σου παινέματα για το ρημάδι μου. Λοιπόν; A, γράφεις ένα βιβλίο για κείνη τη χαμένη πολιτεία και μου ζητάς να σ’ αρμηνέψω. Άκουσε. Πάνε από τότε κάπου σαράντα χρόνια, σωστά σαράντα χρόνια. Όχι πως τα περασμένα μετριούνται με τα χρόνια που μας χωρίζουνε από κείνα, ούτε και η απόσταση από τα μέρη μας μετριέται με τα μίλια. Για τον έναν, είναι και τα δυο τόσο μακρυά, σα να μην υπήρξανε ποτέ. O άλλος, τα ‘χει πάντα μπροστά του ζωντάνα, λες κ’ είναι τούτη η ώρα. Aνάλογα με το αίσθημά μας είναι και τα δυο.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου

 

Αποτέλεσμα εικόνας για forest gif

Τώρα

Είναι που οι τοίχοι άρχισαν ολοένα να μικραίνουν, να στενεύουν, να αλλάζουν, λες και θέλουν να με κλείσουν ανάμεσά τους μέχρις ότου γίνω ένα με αυτούς. Το στυλό βαραίνει στο χέρι μου και τα γράμματα βγαίνουν λίγο λοξά, του τελειώνει και το μελάνι, μου τελειώνουν και οι σκέψεις, πρέπει να το αδειάσω θαρρώ λίγο το μυαλό από τους πολλούς συλλογισμούς, να το αφήσω τελείως κενό- μόνο τις νότες και κανένα κλειδί του σολ θα αφήσω, να ‘χω να ξεκλειδώσω την πόρτα άμα θελήσω να τρέξω στον κεντρικό δρόμο -εκείνον με τις τρεις λωρίδες που ‘ναι όλο βαβούρα και φωνές- και να αρχίσω να του φωνάζω και ‘γω, να του πω ότι με πνίγει και με αγχώνει και με τρομάζει και με απωθεί, πως αγαπώ τα κόκκινα φανάρια του, που δίνουν μερικά λεπτά ανάσας σε τούτη την πόλη. Αμάν πια αυτοί οι τοίχοι, δεν λένε να σταματήσουν να κλείνουνε- αλήθεια, πού άφησα το σπίρτο εκείνο που θα άναβε μια φοβερή φωτιά και θα τους έκανε από φόβο ν’ανοίξουν τόσο, που να χωράνε μέσα τους ολάκερο τον κόσμο; Κάπου εδώ γύρω θα το ‘χω αφήσει.

Κάπου,
ίσως εδώ,
όχι δεν είναι,
ίσως πάνω στην βιβλιοθήκη, μέσα στο βιβλίο που αγόρασα τότε και ακόμα να διαβάσω,
όχι όχι, ούτε εκεί,
α! ξέρω,
ίσως να ‘ναι στο συρτάρι με όλα κείνα που μια τα χάνω και μια τα βρίσκω
-τα λαστιχάκια για τα μαλλιά, τα γυαλιά μου, την έμπνευση, την όρεξη, τα όνειρα-
να δεις που εκεί θα ‘ναι.
Θέλω να πάρω τα χρώματα από τον πίνακα που ‘χω στο σαλόνι και να βάψω τον απέναντι δρόμο, τον πλαϊνό τοίχο, τον γείτονα και τον σκύλο του, ίσως και μένα την ίδια, να προλάβω να διαλύσω εγώ το γκρι, προτού με καταπιεί εκείνο.
Πάω να κλείσω το παράθυρο γιατί μπαίνει ψύχρα και ρουτίνα μέσα. Αύριο θα απλώσω τις φρεσκοπλυμένες μου προσδοκίες, και θα τις φορέσω έτσι καθαρές και μυρωδάτες, ξεκινώντας ξανά απ’ την αρχή.
Πού θα μου πάει- θα κόψω λίγο τις κόρνες και την βροχή, θα ράψω και μερικά χαμόγελα, από τα αληθινά και τα μοιραία,
και θα το φέρω το τώρα στα μέτρα μου.

Εκείνοι

Πόσο με τρομάζουν, αλήθεια,
οι εκείνοι.
Δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν,
λες κι όλα τα επίθετα του κόσμου
τους πέφτουν είτε πολύ μεγάλα,
είτε εξαιρετικά μικρά.
Μένουν στο σχεδόν,
αγκαλιάζουν το περίπου.
Εκείνοι.
Οι σχεδόν αληθινοί,
οι σχεδόν ειλικρινείς,
οι σχεδόν άνθρωποι.
Τους βλέπω και κρύβομαι,
μην τύχει και συναντηθούν
ούτε οι ματιές μας.
Μην κατορθώσουν ν’ ακούσουν
το απόλυτο, το ειλικρινές,
και γίνουν τέρατα –
και γίνουν θεριά ανήμερα.
Φτύνουν λέξεις,
εκείνοι,
και τις φωνάζουν για χρυσό.
Ποθούν την σκουριά,
και την οσμή του σάπιου,
κι ας μιλάνε γι’ αλλαγή,
κι ας τάζουνε τ’ αλλιώτικο.
Είναι πονηροί και δόλιοι,
εκείνοι,
κι ας θυμίζουν τ’ όνειρο.
Πώς αλλιώς;
Αφού ‘ναι τυλιγμένοι
με το κίβδηλο κι το ψευδές –
άντε όμως να το καταλάβεις εσύ.
Τα χέρια τους γιομάτα είναι με άσσους,
μην τύχει και χάσουν.
Τι κι αν το παιχνίδι είναι στημένο;
Τη νίκη την χαίρονται εξίσου.
Εκείνοι.
Τι κι αν θυμάσαι εσύ;
Μονάχα ξεχνάνε,
εκείνοι.

Σχετική εικόνα

Χαρμάνι Βιβλίων ν.6 – Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα, Ρέα Γαλανάκη

Πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα», το οποίο μου προκάλεσε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων και με ταξίδεψε στο χωροχρόνο. Αποτέλεσμα εικόνας για ρέα γαλανάκη

Το έργο χωρίζεται σε δύο κύριους άξονες, οι οποίοι εναλλάσσονται ανά τα κεφάλαια, δυο ιστορίες διαφορετικές με μια πρώτη ματιά, που τελικά ίσως και να μοιράζονται περισσότερα κοινά από όσο δείχνουν. Η γραφή της Ρέας Γαλανάκη ταξιδεύει τον αναγνώστη από την ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης το 2000, μέχρι και ένα μακρινό παρελθόν, όμοιο με εκείνο των μύθων, όπως αυτό αποτυπώθηκε στο ποίημα «Παλαιά και Νέα Διαθήκη» της Κρητικής Αναγέννησης, ανάμεσα στα τέλη του 15ου αιώνα και στις αρχές του 16ου. Η συγγραφέας υφαίνει με μαεστρία το δίπολο του παρόντος και του παρελθόντος, του τώρα και του τότε, του εδώ και του εκεί, θέλοντας να αναδείξει την άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον μύθο που έχουμε ακούσει ή διαβάσει και στην σύγχρονη ζωή που ζούμε, και κατά συνέπεια την άρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην λογοτεχνία και την πραγματικότητα.

Η αλλαγή της γραμματοσειράς ανάλογα με την κάθε μια από τις δυο ιστορίες μου κίνησε το ενδιαφέρον, αφού δεν κατάφεραν μόνο οι περιγραφές και η αφήγηση να με ταξιδέψουν, αλλά και η ίδια η μορφή των γραμμάτων και των λέξεων. Επίσης, μου άρεσε πολύ η επιλογή των ονομάτων των ηρώων, η οποία όχι μόνο συμβαδίζει με το αρχικό έμμετρο αναγεννησιακό ποίημα, στην περίπτωση της πρώτης ιστορίας, αλλά και αναδεικνύει βασικά χαρακτηριστικά των ηρώων στην περίπτωση της δεύτερης ιστορίας, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Αγγελικώ και την Φροσύνη. Μου άρεσε, επίσης, η βραχύτητα του κάθε κεφαλαίου, το οποίο δεν απλωνόταν σε δεκάδες σελίδες, βοηθώντας την ροή του έργου να κυλήσει γρήγορα, και εντείνοντας την δραματικότητά του.

Βέβαια, δεν γίνεται να μην αναφερθώ στην Κρήτη, τη γενέτειρα της συγγραφέα, η οποία αποτέλεσε τον χώρο στον οποίο εκτυλίσσονται και οι δυο ιστορίες, αν και σε διαφορετικό μεταξύ τους χρόνο. Το σκηνικό της ορεινής Κρήτης συμβάλει στην μυστηριακή παρουσίαση της ιστορίας, δίχως να προσδιορίζει εκείνο το χωριό το οποίο επισκέπτεται η πρωταγωνίστρια δασκάλα, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που ούτε η ίδια μπορεί να θέσει με σιγουριά. Αυτή η ασάφεια ως προς την γεωγραφική του θέση επιτρέπει στον αναγνώστη να το φανταστεί όπως θέλει, δίχως να τον περιορίζει, αφού πολλά στοιχεία που αποδίδονται στο συγκεκριμένο χωριό θα μπορούσαν να συναντηθούν και σε άλλα κρητικά χωριά. Βέβαια, οι διάλογοι που λαμβάνουν χώρα βοηθούν περαιτέρω στην μεταφορά του αναγνώστη στην Κρήτη, αποτυπώνοντας φωνολογικά το κρητικό ιδίωμα, όπως έχουμε παρατηρήσει να συμβαίνει και σε ηθογραφικά διηγήματα, καθώς επίσης και η αναφορά στα ήθη και στα έθιμα του τόπου.

Η Ρέα Γαλανάκη καταφέρνει με αυτό το βιβλίο να ταξιδέψει τον αναγνώστη τόσο στο χώρο όσο και στον χρόνο, μέσα από μια αφήγηση που κυλάει φυσικά και αβίαστα, και με παραστατικές περιγραφές γραμμένες με δεξιοτεχνία, που μας παίρνουν από το χέρι και μας συντροφεύουν στην πανέμορφη Κρήτη.

 

«Ο μύθος δεν αγκιστρώνεται μόνο στα καταγεγραμμένα γεγονότα, ή σ’ αυτό που ονομάζεται ιστορία, μα έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στο κλειστό κουτί του χρόνου, να δανείζει ή να δανείζεται από άλλους μύθους, ακόμη και από απομακρυσμένα γεγονότα αλλάζοντας σαν δέντρο ανά εποχή.»

-Ρέα Γαλανάκη, Φωτιές του Ιούδα, Στάχτες του Οιδίποδα

 

thumbnail_20190205_144325-01-04