J’y suis jamais allé

Είναι και εκείνες οι φορές, που θα ‘θελε να μπορέσει να πάρει μια κόλλα χαρτί και να γράψει όλα όσα γυρνάνε στο μυαλό του και δεν τον αφήνουν στιγμή σε ησυχία, μα θαρρεί πως σαν πιάσει το μολύβι, όλα μέσα του σβήνουνε μεμιάς, και μένει εκεί, ακίνητος, να ανασαίνει ρυθμικά και να μετράει μια- μια τις γραμμές του τετραδίου του. Γραμμές, σειρές, ευθείες. Ράγες. Κάθε φορά που μπαίνει στον ηλεκτρικό νιώθει ένα σφίξιμο στο στομάχι του. Κάθεται όσο πιο μόνος γίνεται, και αν δει πως τα βαγόνια είναι γεμάτα, περιμένει να ‘ρθει το επόμενο. Μια φορά περίμενε δυο ώρες στην αποβάθρα, μέχρι να βρει ένα πιο άδειο και να μπει. Συνήθως ακούει μουσική εκεί μέσα ή διαβάζει κάποιο βιβλίο, κατά προτίμηση κλασσικό και ολιγοσέλιδο. Μια μέρα εκεί που κοίταζε τις ράγες αποφάσισε πως του αρέσουν τελικά. Του θύμιζαν μικρά πεντάγραμμα δίχως τις παιχνιδιάρες νότες. Τις έβλεπε να περνάνε, να αλλάζουν, με σταθερή απόσταση ανάμεσά τους, και έβαζε πάνω τους νοητά παύσεις και διέσεις. Μια μέρα κατάφερε να συνθέσει μια ολόκληρη μελωδία -δεν πήγαν άδικα τελικά τόσα μαθήματα αρμονίας και σολφέζ. Την ονόμασε «ο ήχος της Τετάρτης» και αποφάσισε κάποτε να την γράψει και σε κασέτα, που ‘ναι και ρομαντική. Μερικά βράδια ξενυχτάει κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του δωματίου του ολόκληρη την γειτονιά. Βάζει κλασική μουσική και πίνει τσάι με γάλα -πρόσφατα δοκίμασε τον συνδυασμό των δυο και σκέφτηκε πως εντάξει, δεν είναι και τόσο κακό, ίσως να του αρέσει και λίγο. Είναι μόνος του. Η γάτα του γείτονα πάλι βγήκε για βόλτα στο φεγγαρόφωτο, προχθές πέρασε όλο το βράδυ ανεβοκατεβαίνοντας τα μπροστινά σκαλιά του σπιτιού, να δεις που και ‘κεινη ζητά συντροφιά. Μετράει κάπου- κάπου και τα αναμμένα φώτα στ’ ανοιχτά παράθυρα- πόσοι ακόμα να ‘ναι ξύπνιοι όπως αυτός; Μακάρι να μπορούσε να τους πετάξει ένα μικρό χαρτάκι στα κρυφά, που να γράφει την «καληνύχτα» που θέλουνε ν’ ακούσουν. Αυτόν δεν τον νοιάζει και τόσο να την ακούσει. Έμαθε μόνος του. Η τηλεόραση δεν του αρέσει, γιατί του φαίνεται πώς όσο την κοιτάει, τόσο τον νανουρίζει, μα εκείνος δεν θέλει να κοιμηθεί. Δεν θέλει να φεύγουν έτσι οι ώρες οι βραδινές, τις προτιμάει απείρως από τις υπόλοιπες. Έχει κάτι μαγικό η νύχτα, κάτι σαγηνευτικό. Νιώθει πως βλέπει τα πάντα, ενώ δεν τον βλέπει κανείς. Πως ακούει τους ήχους αυτούς που οι υπόλοιποι δεν μπορούνε να ακούσουν. Πως έχει μετρήσει περισσότερα αστέρια από όλους του τους γείτονες μαζί. Αυτό είναι που δεν του αρέσει τόσο στην πόλη, τα φώτα της, τόσο δυνατά ρυθμισμένα που κρύβουν σχεδόν όλο τον έναστρο ουρανό. Μια φορά είχε ονοματίσει δυο αστέρια που του φάνηκαν ερωτευμένα, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να τα ξαναβρεί για να τα χαιρετήσει. Ίσως να χάθηκαν ανάμεσα σε τόσα πανομοιότυπα άλλα. Δύσκολο να ‘σαι αστέρι, σκέφτηκε, να θυμίζεις τόσο τα υπόλοιπα σ’ όσους σε κοιτούν από μακρυά. Του άρεσε πολλές φορές να πίνει καφέ το πρωί διαβάζοντας άρθρα για κρυφά μέρη που ξέρουν μόνο οι πιο πολυταξιδεμένοι ταξιδιώτες, για πίνακες με κρυφά μηνύματα και για κυνήγι θησαυρών σε ναυάγια βυθισμένα στον πάτο της θάλασσας. Τον τρόμαζε μερικές φορές η θάλασσα. Όχι, δεν τον τρόμαζε ακριβώς. Τον εξίταρε. Όχι όμως μόνο. Η καλύτερη περιγραφή είναι πως τον έκανε να ανατριχιάζει όταν προσπαθούσε να κατανοήσει την απεραντοσύνη της. Μια φορά, θυμάται, βούτηξε βαθιά για να πιάσει ένα γυαλιστερό κοχύλι, και παραλίγο να μην του φτάσει ο αέρας για ν’ ανέβει πάλι πάνω. Μόλις έφτασε στην επιφάνεια σκέφτηκε «τι ωραίο που είναι ν’ ανασαίνεις». Τον τρόμαζαν πολλά πράγματα, όχι όμως με τον τρόπο που θα καταλάβουν οι περισσότεροι. Ήταν απλά σαν να τον καλούσαν να τα εξερευνήσει, να γίνει ένα μ’ αυτά, να τα μελετήσει και να τ’ αγαπήσει όπως τα βιβλία του. Μια μέρα ζωγράφισε έναν άτεχνο πίνακα, του πήρε όλη την μέρα αλλά σε ‘κεινον έμοιαζε σαν δυο-τρεις ώρες. Ο πίνακας ήταν δεκάδες ευθείες κάθετες γραμμές, κάθε μια και άλλο χρώμα, με μόνη ομοιότητα, τελικά, την διαφορετικότητά τους. Τον ονόμασε «το χρώμα των περαστικών» και έκρυψε ένα μικρό σημείωμα στο πίσω μέρος του, με όλες και όλες πέντε έξι σειρές με λέξεις.

«Όλοι πολύχρωμοι κι ανήσυχοι, κι εμείς, εμείς ασπρόμαυροι. Εσύ είσαι το μαύρο, και απ’ όπου κι αν σταθώ σε βλέπω. Εγώ είμαι τ’ άσπρο, και αν δεν ξέρεις που να με βρεις, με έχασες -έγινα ένα με τον πίνακα. Μονάχα σαν με αγκαλιάσεις μπορώ να γίνω γκρι».

Τον τύλιξε προσεκτικά με λίγο χαρτί περιτυλίγματος που του ‘χε απομείνει από κάτι γιορτές, έγραψε με μεγάλα μαύρα γράμματα την γνώριμη διεύθυνση, και το ‘στειλε μια μέρα του Φλεβάρη, σαν σουρούπωσε. Αν θυμάται καλά, ο μήνας είχε 30.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας

René Magritte, Golconda, 1953

Advertisements

Χαρμάνι Βιβλίων ν. 1

Screenshot_20180406-193837Αυτή την εβδομάδα προτίμησα να μην διαβάσω μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, αλλά να εξερευνήσω κάτι λιγάκι διαφορετικό. Έπεσε λοιπόν στα χέρια μου η Ιστορία της Ομορφιάς, με επιμέλεια του Ουμπέρτο Έκο, ένας τόμος γεμάτος αγάλματα, εικόνες και πίνακες, από την εποχή του Πυθαγόρα έως και τις μέρες μας. Μέσα στο βιβλίο αυτό γίνεται μια προσπάθεια αποτύπωσης των (διαφορετικών σε πλείστες περιπτώσεις) αντιλήψεων περί Ομορφιάς από τους ανθρώπους ανά τους αιώνες, και τίθεται το ζήτημα της ύπαρξης ή μη κάποιων σταθερών χαρακτηριστικών της ιδέας της Ομορφιάς, μέσα από τις πολυάριθμες παρουσιάσεις της.

 

Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ασχοληθεί όσο θα ήθελα με την ζωγραφική και την γλυπτική, γεγονός που αντιλήφθηκα όταν στάθηκα με μια αίσθηση δέους μπροστά από τον πίνακα Νυχτερινή Περίπολος του Ρέμπραντ, έχοντας σχεδόν πλήρη άγνοια σχετικά με τον καλλιτέχνη αυτόν, για τον οποίο όλοι οι επισκέπτες γύρω μου ψιθύριζαν ζωηρά. Αυτή η διαπίστωση με οδήγησε να επιλέξω κάποια στιγμή να παρακολουθήσω και το μάθημα Ιστορία της Τέχνης, σε μια προσπάθεια να διευρύνω τις ελάχιστες γνώσεις μου.

Ήταν πολύ γλυκό το συναίσθημα και η έκπληξη που αισθάνθηκα όταν ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ήμουν σε θέση όχι μόνο να αναγνωρίζω, αλλά και να ονοματίζω έργα και καλλιτέχνες. Όποιος αποφασίσει να το διαβάσει, ή έστω να το ξεφυλλίσει, θα βρει μέσα έργα των Σάντρο Μποτιτσέλι, Τζορτζόνε, Τιτσιάνο, Άνιολο Μπροντζίνο, Πίτερ Πωλ Ρούμπενς, Εντουάρ Μανέ, Πάμπλο Πικάσο, Ρεμπράντ, Πιέρο ντι Κόζιμο, Ραφαήλ, και δεκάδων άλλων. Η ποικιλία αυτή είναι που με κράτησε καθηλωμένη για ώρες πάνω από το βιβλίο αυτό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα είδος βοηθήματος για όσους επιθυμούν να έρθουν σε πιο κοντινή επαφή με την τέχνη. Δείχνει «λίγο από όλα» κατά κάποιο τρόπο, με αναφορές σε κορυφαία ονόματα από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Δυο πίνακες που προσωπικά ξεχώρισα μέσα σε όλες αυτές τις σελίδες είναι Η γυναίκα με την ερμίνα, του Λεονάρντο ντα Βίντσι και Το θέρος του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο.

Η γυναίκα με την Ερμίνα

Η γυναίκα με την ερμίνα είναι ένας από τους μόλις τέσσερις γνωστούς πίνακες του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, στους οποίους απεικονίζονται γυναίκες. Το πορτρέτο αυτό ταυτίζεται με την Τσετσίλια Γκαλεράνι. Στο έργο δεν υπάρχει στατικότητα, αλλά αντίθετα κίνηση, ενώ τα βλέμματα τόσο της γυναικείας φιγούρας όσο και της ερμίνας είναι έντονα. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του πίνακα είναι η έμφαση που δίνεται στο χέρι της κοπέλας, αφού τα δάχτυλά της, με τα οποία χαϊδεύει το ζώο, μοιάζουν αφύσικα μακρυά.

Η λεπτομερώς ζωγραφισμένη ερμίνα είναι σύμβολο αγνότητας και τιμιότητας. Η ελληνική ονομασία της είναι γαλή, γεγονός που θα μπορούσε να παραπέμπει και στο επώνυμο της απεικονιζόμενης.

 

Το θέρος ÎµÎ¹Îº.1 Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο, Το Καλοκαίρι, 1573

Ο πίνακας αυτός του Τζουζέπε Αρτσιμπόλντο αποτελεί ένα πορτρέτο μιας γυναίκας, το πρόσωπο της οποίας αποτελείται από ποικίλα πολύχρωμα φρούτα και λαχανικά της εποχής. Η Ομορφιά του Αρτσιμπόλντο διαφέρει πλήρως από την κλασική απεικόνιση, παίρνοντας μια μορφή που προκαλεί έκπληξη και που εξάπτει τη φαντασία.

 

 

 

 

Κλείνοντας, αφήνω αυτά τα αποσπάσματα σχετικά με το θέμα Ομορφιά εδώ:

Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Ουίλιαμ Σαίξπηρ

II, 2, 1594- 1597

ΡΩΜΑΙΟΣ
Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον!

(Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της).

Αγάλια! ‘ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει;
Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος!
Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην.
Ιδέ την απ’ την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει,
διότι συ την ξεπερνάς ‘ς την δόξαν και ‘ς τα κάλλη.
Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη·
πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει,
και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την!
Είν’ η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι.
Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν
αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω.
Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα.
Δύο αστέρια τ’ ουρανού, τα ωραιότερα του,
θέλουν ‘ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν
παρακαλούν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς να λάμπουν.
Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν;
Και τι, εάν κατέβαιναν ς’ την κεφαλήν της τ’ άστρα; —
Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ’ αστέρια,
καθώς θαμπόνει λύχνου φως ‘ς την λάμψιν της ημέρας,
και θα’ χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω
ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα,
που τα πουλιά να κελαδούν ‘σαν να μην ήτο νύκτα!
Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι.
Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω
το μάγουλόν της το γλυκόν!

 

III, 2, 1594-1597

ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Καρδιά φιδιού που μ’ έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου!
Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον!
Ω δαίμον’ αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε,
ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες·
αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη
με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος
απ’ ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ’ ό,τι εθαρρούσα!
Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε!
Ω φύσις, απ’ την κόλασιν τι ήθελες να πάρης
ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης
εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον;
Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον;
Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι;

(μετάφραση Δημήτριος Βικέλας)

Λέξεις και τελείες

Και οι λέξεις, τι γίνεται με τις λέξεις;
Μικρές σφαίρες που πληγώνουν
μ’ έναν πόνο αλλιώτικο·
εσωτερικό, απόλυτο, ανίατο.
Μια πληγή που δεν μπορεί να κλείσει
-πώς αλλιώς; αφού η σφαίρα μένει μονίμως εκεί,
να την κρατά ορθάνοιχτη,
να την ματώνει,
να την γδέρνει
να την κακοφορμίζει-.
Μια βια αλλιώτικη,
με τους μώλωπές της να μένουνε κρυφοί,
αόρατοι για όλους τους γύρω,
τους άλλους·
τους άφθαρτους, τους αλώβητους, τους ακέραιους,
και ορατοί μόνο για σένα·
τον φθαρμένο, τον πληγέντα, τον κατακερματισμένο.
Να γλείφεις κάθε μέρα το σημάδι εκείνο
στο στέρνο σου στ’ αριστερά,
παλεύοντας να μαλακώσεις κάπως
τον παράξενο τούτο πόνο
που φτάνει απ΄το πουθενά
και σ’ακολουθεί αδιάλειπτα,
παίζοντας κρυφτό μαζί σου.

 

words.jpg

Η Αρχή

Ποτέ δεν ήμουν καλή στο να γράφω εισαγωγές. Ακόμα και αυτή την πρόταση, την έχω σβήσει καμιά ντουζίνα φορές, και την έχω γράψει από την αρχή άλλες τόσες. Σκέφτηκα πως θα ήταν ωραίο να είχα ένα μέρος, στο οποίο να γράφω ό, τι και αν μου περνάει από το μυαλό: ποιήματα και πεζά, σκέψεις γύρω από βιβλία και άρθρα, εμπειρίες από μέρη, λογισμοί και παραλογισμοί, συνειρμοί και εικόνες. Θαρρώ πως μοιάζει με ημερολόγιο, σαν εκείνο που κρατάγαμε μικροί, με ένα μικρό λουκετάκι και ένα ζευγάρι κλειδιά καλά κρυμμένα στο βάθος κάποιου συρταριού -μόνο που τούτο εδώ είναι δημόσιο και έχει οθόνη αντί για σελίδες. Για να δούμε, λοιπόν, πώς θα γίνει με τον καιρό.

Τελειώνει το τραγούδι που ακούω, οπότε ας κλείσω και εγώ αυτό το μικρό καλωσόρισμα στο Pluma Verbi. Ελπίζω μετά από λίγο καιρό να μοιάζει όπως ακριβώς το ‘χα φανταστεί.

P.S.: Το τραγούδι είναι το Honey- Moby, και νομίζω πως τις επόμενες μέρες θα το ακούω μέχρι και στον ύπνο μου. Well, it is worth it.

b21053bf9e5f60d63da970c128a65471