Divenire

Ο ήλιος καίει αλλιώτικα
μ’ ηλιαχτίδες
π’ ακουμπούν το σταρένιο δέρμα
κι εκείνο ανατριχιάζει.

Ο αέρας τούτος έχει μια γεύση ξένη
και τα δέντρα ακόμα δεν μ’ έχουν μάθει.

Κυνηγώ  τα φώτα κάποια βράδια
των σπιτιών απέναντι
και σαν τα πιάσω τα πετώ ψηλά
να γίνουν άστρα μ’ αναμνήσεις.

Να μπορώ να τα φωνάζω
με το μικρό τους όνομα
και να πίνουμε κάπου-κάπου
παγωμένο κρασί
καθισμένοι στην άμμο της παραλίας.

Οι απάνεμοι κόλποι είναι τυχεροί
γιατί ποτέ δεν έμαθαν
μεγάλες τρικυμίες,
και τα κοχύλια που μάζεψα
είναι ήρεμα και πράα
γιατί ποτέ δεν γνώρισαν
ωκεανούς με βάθη.

Μένει να περπατήσω
ξυπόλυτη
εκεί που σκάει το κύμα,
να μάθει κι αυτή η θάλασσα
τα πιο κρυφά μου θέλω.

 

Sea GIFs - Get the best GIF on GIPHY

Σκιές

Τα κλαριά των δέντρων απέναντι χορεύουν αδιάκοπα,
και εγώ τους βάζω τις φωνές.
Δεν είναι πράγματα αυτά,
έτσι αναίσχυντα να με περιπαίζουν,
να με μπερδεύουν
να μ’ αφήνουν να πιστεύω ότι οι σκιές τους είσαι εσύ.
Μα εκείνα συνεχίζουν να λικνίζονται
τραγουδώντας για τόπους μακρινούς και ξένους,
λες και επί τούτω παλεύουν να τονίσουν
την απουσία σου από δω.
Αγνοούν, βλέπεις, ότι μες στο σπίτι
όλοι οι τοίχοι φορούν το όνομά σου,
απ’ όταν αποφάσισα να το γράφω
και από μια φορά
κάθε που θα μου λείπεις.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για gif night clouds

 

 

Veritas

Έλα να μιλήσουμε για αλήθεια.
Καθαρή, αυτούσια, απόλυτη.
Διαφορετική από την δική σου,
που κείτεται συγκαλυμμένη
στους άβατους βάλτους της νωθρής σου σκέψης.
Έλα αγκαλιά με προφάσεις και δικαιολογίες,
σαν πρόσχημα της μιασμένης σου συνείδησης.
Παρέα με χιλιοπροβαρισμένους μονολόγους,
που διόρθωνες ξανά και ξανά,
καθώς στεκόσουν ακίνητος
με το βλέμμα στυλωμένο
στον σπασμένο σου καθρέπτη.
Το είδωλο που αντικατοπτρίζεται, όμως,
μην το εμπιστεύεσαι.
Είναι κίβδηλο.
Στέκεται εκεί και χαμογελάει δόλια,
με σκοτεινά και φλεγόμενα μάτια.
Σαν περήφανος παραχαράκτης
ευφραίνεται να γεμίζει τις μπαλωμένες ξένες τσέπες
με νομίσματα άνευ αξίας.
Άραγε ποια κατηγορία δύναται κανείς να του προσάψει;
Ποιο επίθετο αρμόζει να τοποθετήσουμε πλάι στα αρχικά του;
Τι πραγματικά είναι, τελικά;
Δόλιος, ή δειλός;
Αποτέλεσμα εικόνας για gif  ink

Le Temps

Χθες έφυγα απ’ τα ρηχά,
κολυμπώντας μέχρι εκεί
που η θάλασσα σκουραίνει
και άλλο δεν πατώνω.

Φοβήθηκα πως θα πνιγώ,
πως θα χαθώ ανάμεσα
σε αφρισμένα κύματα
από ιώδιο κι αλάτι.

Σήμερα έφτασα μεσοπέλαγα
σ’ ένα μικρό νησί,
που άλλα πέλματα δεν έχουνε αγγίξει
πέρα απ’ τα δικά μου.

Κι ένιωσα πως δεν μου φτάνουνε
όλοι οι ωκεανοί ενωμένοι,
κι απόρησα που ως τώρα έτρεμα
τα πιο μικρά ρυάκια.

 

photo-1528306683872-3cb84d7a82c0 (1).jpeg

Τώρα

Είναι που οι τοίχοι άρχισαν ολοένα να μικραίνουν, να στενεύουν, να αλλάζουν, λες και θέλουν να με κλείσουν ανάμεσά τους μέχρις ότου γίνω ένα με αυτούς. Το στυλό βαραίνει στο χέρι μου και τα γράμματα βγαίνουν λίγο λοξά, του τελειώνει και το μελάνι, μου τελειώνουν και οι σκέψεις, πρέπει να το αδειάσω θαρρώ λίγο το μυαλό από τους πολλούς συλλογισμούς, να το αφήσω τελείως κενό- μόνο τις νότες και κανένα κλειδί του σολ θα αφήσω, να ‘χω να ξεκλειδώσω την πόρτα άμα θελήσω να τρέξω στον κεντρικό δρόμο -εκείνον με τις τρεις λωρίδες που ‘ναι όλο βαβούρα και φωνές- και να αρχίσω να του φωνάζω και ‘γω, να του πω ότι με πνίγει και με αγχώνει και με τρομάζει και με απωθεί, πως αγαπώ τα κόκκινα φανάρια του, που δίνουν μερικά λεπτά ανάσας σε τούτη την πόλη. Αμάν πια αυτοί οι τοίχοι, δεν λένε να σταματήσουν να κλείνουνε- αλήθεια, πού άφησα το σπίρτο εκείνο που θα άναβε μια φοβερή φωτιά και θα τους έκανε από φόβο ν’ανοίξουν τόσο, που να χωράνε μέσα τους ολάκερο τον κόσμο; Κάπου εδώ γύρω θα το ‘χω αφήσει.

Κάπου,
ίσως εδώ,
όχι δεν είναι,
ίσως πάνω στην βιβλιοθήκη, μέσα στο βιβλίο που αγόρασα τότε και ακόμα να διαβάσω,
όχι όχι, ούτε εκεί,
α! ξέρω,
ίσως να ‘ναι στο συρτάρι με όλα κείνα που μια τα χάνω και μια τα βρίσκω
-τα λαστιχάκια για τα μαλλιά, τα γυαλιά μου, την έμπνευση, την όρεξη, τα όνειρα-
να δεις που εκεί θα ‘ναι.
Θέλω να πάρω τα χρώματα από τον πίνακα που ‘χω στο σαλόνι και να βάψω τον απέναντι δρόμο, τον πλαϊνό τοίχο, τον γείτονα και τον σκύλο του, ίσως και μένα την ίδια, να προλάβω να διαλύσω εγώ το γκρι, προτού με καταπιεί εκείνο.
Πάω να κλείσω το παράθυρο γιατί μπαίνει ψύχρα και ρουτίνα μέσα. Αύριο θα απλώσω τις φρεσκοπλυμένες μου προσδοκίες, και θα τις φορέσω έτσι καθαρές και μυρωδάτες, ξεκινώντας ξανά απ’ την αρχή.
Πού θα μου πάει- θα κόψω λίγο τις κόρνες και την βροχή, θα ράψω και μερικά χαμόγελα, από τα αληθινά και τα μοιραία,
και θα το φέρω το τώρα στα μέτρα μου.

Εκείνοι

Πόσο με τρομάζουν, αλήθεια,
οι εκείνοι.
Δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν,
λες κι όλα τα επίθετα του κόσμου
τους πέφτουν είτε πολύ μεγάλα,
είτε εξαιρετικά μικρά.
Μένουν στο σχεδόν,
αγκαλιάζουν το περίπου.
Εκείνοι.
Οι σχεδόν αληθινοί,
οι σχεδόν ειλικρινείς,
οι σχεδόν άνθρωποι.
Τους βλέπω και κρύβομαι,
μην τύχει και συναντηθούν
ούτε οι ματιές μας.
Μην κατορθώσουν ν’ ακούσουν
το απόλυτο, το ειλικρινές,
και γίνουν τέρατα –
και γίνουν θεριά ανήμερα.
Φτύνουν λέξεις,
εκείνοι,
και τις φωνάζουν για χρυσό.
Ποθούν την σκουριά,
και την οσμή του σάπιου,
κι ας μιλάνε γι’ αλλαγή,
κι ας τάζουνε τ’ αλλιώτικο.
Είναι πονηροί και δόλιοι,
εκείνοι,
κι ας θυμίζουν τ’ όνειρο.
Πώς αλλιώς;
Αφού ‘ναι τυλιγμένοι
με το κίβδηλο κι το ψευδές –
άντε όμως να το καταλάβεις εσύ.
Τα χέρια τους γιομάτα είναι με άσσους,
μην τύχει και χάσουν.
Τι κι αν το παιχνίδι είναι στημένο;
Τη νίκη την χαίρονται εξίσου.
Εκείνοι.
Τι κι αν θυμάσαι εσύ;
Μονάχα ξεχνάνε,
εκείνοι.

Σχετική εικόνα

Παραχάραξη

Εκείνο το μακρινό και ξένο
που ποθήσαμε ν’ αγγίξουμε,
να κρατήσουμε απ’ το χέρι.
Το κρυμμένο, τ’ αλλιώτικο,
που τρέμαμε να συζητήσουμε μήπως μαγαριστεί.
Άσπιλο το φωνάζαμε
και ιδανικό.
Θυμάσαι;
Εκείνο το όνειρο, το ιδεατό
του τότε.
Που ξέραμε πως είναι άυλο,
μα το ‘χαμε για υπαρκτό.
Που δεν το είδαμε τελικά ποτέ,
κι όμως,
μαζί το κρατούσαμε στις παλάμες μας σφιχτά,
μην φύγει, μη χαθεί.
Τότε, λέγαμε, θα χανόμασταν κι εμείς.
Το εξαίσιο, το μοναδικό.
Το αξεπέραστο κι απροσπέλαστο.
Τ’ αγγίξαμε ,θαρρώ, στο τέλος,
μα δεν το πιάσαμε απ’ το χέρι,
μα δεν του γελάσαμε απαλά.
Κάναμε πως δεν υπήρξε,
πως αληθινό δεν το ‘πε ποτέ κανείς.
Εμείς το μαγαρίσαμε.
Αλλάξαμε το σχήμα του
με τρόπο ανάρμοστο κι ακραίο.
Εσύ κι εγώ.
Εγώ κι εσύ.
Κι αφού τ’ αφήσαμε έτσι ώρα πολλή,
φύγαμε μακρυά του
θορυβωδώς κι αναίσχυντα.
Σαν ήρωες κι νικητές,
κι όχι σαν τσαρλατάνοι.
Δες το τώρα, έτσι που το πατήσαμε χάμω.
Έτσι που τ’ ακρωτηριάσαμε,
έτσι που το καταχραστήκαμε.
Κοίτα το
και πες μου:
Αλήθεια, τώρα, δεν σου μοιάζει ευτελές;

Σημεία Στίξης

Μα τ’ ανείπωτα τρέξαν να κρυφτούν
προτού να ξεφύγουν από τα χείλη,
τρομαγμένα κι ανήσυχα
μην τύχει και τα βρούνε.

Μα οι ματιές τους φοβηθήκανε
και γύρισαν μεμιάς την πλάτη,
πικραμένες και ατελείωτες,
σ’ ένδειξη παραπόνου.

Μα και οι ίδιοι σκιάχτηκαν, θαρρώ,
απ’ το δικό τους «ίσως»
που ήτανε πιο δυνατό
από όλα τα «μπορώ» τους.

Και στο τέλος έβαλαν
μια στρογγυλή τελεία,
γιατί ένα κόμμα είναι ικανό
να τ’ ανατρέψει όλα.

Και η σελίδα ντράπηκε
έτσι που απέμεινε λευκή
και τράβηξε το εξώφυλλο
να κλείσει το βιβλίο.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για black n white gif book

Λέξεις και τελείες

Και οι λέξεις, τι γίνεται με τις λέξεις;
Μικρές σφαίρες που πληγώνουν
μ’ έναν πόνο αλλιώτικο·
εσωτερικό, απόλυτο, ανίατο.
Μια πληγή που δεν μπορεί να κλείσει
-πώς αλλιώς; αφού η σφαίρα μένει μονίμως εκεί,
να την κρατά ορθάνοιχτη,
να την ματώνει,
να την γδέρνει
να την κακοφορμίζει-.
Μια βια αλλιώτικη,
με τους μώλωπές της να μένουνε κρυφοί,
αόρατοι για όλους τους γύρω,
τους άλλους·
τους άφθαρτους, τους αλώβητους, τους ακέραιους,
και ορατοί μόνο για σένα·
τον φθαρμένο, τον πληγέντα, τον κατακερματισμένο.
Να γλείφεις κάθε μέρα το σημάδι εκείνο
στο στέρνο σου στ’ αριστερά,
παλεύοντας να μαλακώσεις κάπως
τον παράξενο τούτο πόνο
που φτάνει απ΄το πουθενά
και σ’ακολουθεί αδιάλειπτα,
παίζοντας κρυφτό μαζί σου.

 

words.jpg