Una noche

Οι μέρες κυλούν όπως το νερό σε ‘κείνο το ρυάκι που ‘χαμε συναντήσει. Αβίαστα κι ασταμάτητα, αφήνοντας πίσω τους μια μικρή βοή να θυμίζει ότι δεν έχουν φτάσει σε τέλμα, όσο κι αν μοιάζουν μετέωρες και κενές. Έχω αρχίσει να μην τις μετρώ όπως παλιά, να μην διαφέρει στο νου μου η μια από την άλλη. Οι Κυριακές μου γίνανε Τετάρτες και οι Πέμπτες Σάββατα -μόνο οι ώρες της μέρας έμειναν να με κρατούν σε μια υποτυπώδη συνείδηση του τώρα.

Η πόλη θυμίζει εγκαταλελειμμένο σώμα. Σαν να την άνοιξαν στη μέση και της ‘κλέψαν την καρδιά, αφήνοντας πίσω ένα κουφάρι θλιμμένο και κενό. Περπατώ κι ακούω τα βήματά μου ν΄αντιχούν σε τοίχους και πόρτες κλειστές. Η ησυχία τούτη με τρομάζει, μου ξενίζει. Την φοβάμαι, την σκιάζομαι, προσπαθώ να την εξοβελίσω μα δεν μπορώ, δεν δύναμαι, κι έτσι μένω να κοιτώ το παγκάκι μας και να αναρωτιέμαι πού ‘να ναι όλοι αυτοί που είχαμε κοντά μας εκείνο τ’ απόγευμα που καθίσαμε εκεί και μιλούσαμε για όλα και για τίποτα. Πού να ‘ναι το σκυλί που πέρναγε μπροστά μας κρατώντας ένα μπουκάλι στο στόμα του, Έκτορα τον φώναζαν θαρρώ σαν τον έβλεπαν πώς φεύγει μακριά τους.

Η νύχτα είναι πηχτή και πέφτει βαριά πάνω στο στέρνο μου, πνίγομαι, πνίγομαι, νιώθω πως δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Θέλω να δώσω μια σ’ αυτά τα μαύρα σύννεφα και να τα διώξω μακρυά, να μην τα εισπνέω, να μην τα κοιτώ, να μην τ΄αφήνω να πλακώνουν τις σκέψεις μου κάθε μέρα πιο πολύ.

Θέλω να περπατήσω στην παραλία μου και να βουτήξω στα βαθιά. Να ψάξω τα γυαλιστερά κοχύλια, όπως έκανα μικρή, και σαν τα βρω να τα κρατήσω ίδια θησαυρό στην παλάμη μου. Να βουτήξω τις αγαπημένες μου καραμέλες στο νερό προτού τις αγγίξω με τα χείλη για να γευτώ την αλμύρα και ν’ αφήσω τ’ αλάτι και τον ήλιο να μου κάψουνε τα μάγουλα. Να γυρίσω σπίτι και οι ώμοι μου να ‘χουν ασπρίσει απ’ τη θάλασσα, κι εγώ να τους κοιτώ και να γελώ, να γελώ και να φτιάχνω σχήματα πάνω τους, να σχεδιάζω γλάρους και καράβια.

Θέλω να πάω στο μαγαζί της πόλης και να καθίσω στο μικρό τραπεζάκι έξω αριστερά, πλάι στον κορμό του δέντρου. Να παραγγείλω ένα ζεστό ρακόμελο και να τ’ αφήσω να μου κάψει τον λαιμό, προτού μ’ αφήσει μια γεύση κανέλας. Θέλω να ακούσω μουσική και να τραγουδήσω, να χορέψω, να μιλήσω, να φωνάξω, να ουρλιάξω. Φτάνει να ξεφύγω από τούτη τη σιωπή που θυμίζει ομίχλη, από τούτη την αδιάλειπτα διογκωμένη μοναξιά.

Το αίμα μου κυλά σαν μελάνι στις σελίδες και ζητά παρηγοριά σε γράμματα και λέξεις. Φορώ παραγράφους για μάσκα και βγαίνω απ’ το σπίτι, μετρώντας ένα-ένα τα χριστουγεννιάτικα δέντρα που στολίζουν τα παράθυρα.

Κοιτώ το ημερολόγιο για να θυμηθώ τι μέρα είναι αύριο και σου κρατώ το χέρι.

Rain Raining GIF - Rain Raining Street - Discover & Share GIFs

Τ’ άτιτλο

Μερικές μέρες είναι πιο δύσκολες απ’ τις άλλες. Μερικές μέρες ξυπνά και θαρρεί πως την έχει ακόμα δίπλα, πως μοιράζονται μαξιλάρι, κουβέρτες και όνειρα. Τώρα κοινόχρηστος τους απέμεινε μονάχα ο ουρανός, κι αυτός πολλές φορές θυμώνει και σκίζεται στα δυό- η πόλη τότε έχει στα βόρεια μπουρίνια και στα νότια ξαστεριά. Γυρνά το κεφάλι στο πλάι και με το χέρι του αναζητά τη ζεστασιά της, να την αγκαλιάσει, να την κρατήσει, μα μένει με τις παλάμες αδειανές να κρατούν το τίποτα λες και είναι απτό. Ψάχνει έναν ψίθυρο μ’ απόγνωση, όπως το χώμα αναζητά το πρωτοβρόχι και ο ναυτικός το αλάτι, ένα αναστεναγμό, ένα χτυποκάρδι, αδίκως. Τόση απουσία δεν χωρά ούτε η μοναξιά και ένα μεσημέρι του ζήτησε να προσέχει, του πε πώς λίγο να συνεχίσει ακόμα και θα τον αφήσει μοναχό, πιο μόνο και από μόνο, γιατί την ψυχοπλακώνει η ματιά του και την τρομάζουν οι σιωπές του.

Οι τοίχοι έχουν αλλάξει χρώμα απ΄την κάπνα, έβγαλε ένα πίνακα που δεν ήθελε πια και από πίσω βρήκε ένα ορθογώνιο αλλιώτικο στο χρώμα του. Έβαλε πίσω τον πίνακα και τον άφησε να κρύβει το κακό, μην και καταλάβει κανείς πόσο στενή είναι πια η φυλακή του. Μια φυλακή με κάγκελα από ζάχαρη και λεμόνι που λίγο να θελήσεις να διαβείς, τ’ αγγίζεις και πέφτουν μονομιάς. Γίνονται σκόνη αυτά, φεύγεις πια λέφτερος εσύ, μα πού να σκεφτεί να σηκώσει το χέρι του, πού να θελήσει να ξεφύγει απ’ το κελί του, δέσμιος από επιλογή δηλώνει και δεν σηκώνει κουβέντα επ’ αυτού.

Μερικές μέρες είναι ανυπόφορες. Δεν τον χωρά το σπίτι, δεν μπορεί να βλέπει όσα έχει αγγίξει εκείνη να τον κοιτούν και να κλείνουν αναίσχυντα το μάτι, μια κοροϊδία άπονη δίχως τελειωμό. Τραπέζια, κουρτίνες, χαλιά, ποτηράκια και ποτήρια, πετσέτες, σεντόνια και κουτιά φέρουν πάνω αποτυπώματα απ’ τα ακροδάχτυλά της. Αποφάσισε κάποτε πως δεν άντεχε άλλο πια να τα νιώθει να γελούν, έπιασε το πιο σκληρό σφουγγάρι και άρχισε να τα τρίβει. Τα ‘τριβε μέχρι που άρχισαν να χάνουν κλωστές, να σκίζονται, να σπάνε, μα δεν του ‘φτανε ούτε αυτό.

Μερικές μέρες ξεχνά ότι δεν μιλάνε όπως παλιά και μπαίνει στ’ αμάξι να την βρει και να της πει πόσο φοβάται χώρια της, μα στη μέση της διαδρομής θυμάται πως πέρασε καιρός, πως είναι πια αργά, πως θα ‘χουνε και οι δυο αλλάξει.

Μια απροσπέλαστη ύπαρξη λίγο πιο δίπλα, να του θυμίζει το ανούσιο των σχεδίων.

 

Σχετική εικόνα

peut-être

Μπήκε στο παλιό του δωμάτιο και άρχισε να το καθαρίζει. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τόσα σκόρπια χαρτιά και τετράδια, τόσες φωτογραφίες και αναμνήσεις. Όχι πως δεν είχε χρόνο ή διάθεση, κάθε άλλο, απλώς ήταν μια απόφαση που απέφευγε συνειδητά, αρνούμενος να αναγκαστεί ν’ αντιμετωπίσει τα φαντάσματα μιας άλλης εποχής, που αν και μέτραγε μόλις μερικά χρόνια, στη δική του συνείδηση έμοιαζε τόσο μακρινή και απροσπέλαστη που ώρες ώρες αναρωτιόταν αν οι μνήμες που ‘χε ήταν δικές του ή κλεμμένες από αλλού.

Άρχισε να ανοίγει συρτάρια και ντουλάπια, να ψάχνει παλιά τετράδια και μικρά χαρτάκια γεμάτα μουτζούρες και γράμματα άσχημα και βιαστικά. Θυμάται αμυδρά τον εαυτό του να μαζεύει τα πάντα και να τα χωράει σε δυο-τρεις μεγάλες σακούλες σκουπιδιών, αλλά να μην βρίσκει το θάρρος να τα πάει μέχρι τον κάδο. Το θυμάται σαν να βλέπει κάποιον άλλο και όχι τον ίδιο νεότερο, να τα κρύβει όλα βιαστικά όπου έβρισκε χώρο στο δωμάτιο και να ψιθυρίζει στον εαυτό του «να περάσει πρώτα λίγος καιρός». Δεν το παραδεχόταν σε κανέναν, αλλά το να διατηρήσει αυτά τα ενθύμια εκείνης της μικρής ζωής που βίωσε μαζί της ήταν ζωτικής σημασίας. Πίστευε ότι ήταν ένας σύνδεσμος που τους ένωνε ακόμα, και ότι αν χανόταν θα έπαιρνε μαζί του κάθε πιθανότητα -όσο μικρή και αν ήταν- να επιστρέψει σε εκείνον. Ήξερε κατά βάθος ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά φρούδες ελπίδες, ανούσιες φαντασιώσεις που αντί να κάψει μονομιάς επέλεγε να θρέφει και να συντηρεί όπως-όπως.

Άλλωστε, μετά από όλα όσα έγιναν, όλα όσα της είπε, πώς να γυρίσει πίσω;

Τα τετράδια ήταν τόσο καιρό κλεισμένα που είχαν διατηρήσει άθικτα το άρωμά τους. Γύρισε τις σελίδες γρήγορα με τα δάχτυλά του και τον κατέκλυσε, τον γέμισε ολόκληρο, έφτασε μέχρι το μεδούλι του, μέχρι το πιο βαθύ του σημείο και τον παρέσυρε τόσο έντονα που του κόπηκε η ανάσα. Το άρωμά της. Ένα άρωμα τόσο διακριτό, τόσο ξεχωριστό, που από τότε δεν είχε ξανασυναντήσει. Γύρισε ξαφνικά πίσω, δεν ήταν στο δωμάτιό του, ήταν στο παγκάκι της γειτονιάς δίπλα στην θάλασσα, την είχε στην αγκαλιά του και πίεζε τα χείλη πάνω στα μαλλιά της απαλά, να σταματήσει τις τούφες που έπαιρνε ο αέρας απ’ το να χορεύουν. Κοιτούσαν τον μαύρο ουρανό και αναρωτιόταν πόσα -άραγε- αστέρια να μπορούσαν να μετρήσουν, η καλύτερη δικαιολογία για να επιβραδύνουν εκείνη τη στιγμή, την δική τους στιγμή. Η φωνή της ήταν μελωδική και τον νανούριζε τόσο ήρεμα που του μίλαγε, που του ανέλυε σκόρπιες φράσεις και όνειρα. Τόσα πολλά όνειρα που σκεφτόταν ότι δεν έφτανε μια ζωή να τα χωρέσει. Εκείνη μίλαγε και η σιγανή μουσική που ακουγόταν από το μικρό ηχείο που κρατούσε δίπλα του έμοιαζε να την ακολουθεί, να χορεύουν οι νότες του τραγουδιού με τις λέξεις που ‘βγαίναν από τα χείλη της.

Θα μπορούσε να μείνει ακίνητος εκεί, μαρμαρωμένος, για μέρες, μήνες, χρόνια ολόκληρα, να την παρατηρεί και να την αγγίζει, δίχως να παραπονεθεί στιγμή.

Γιατί έπρεπε να τα καταστρέψει όλα; Γιατί να την πληγώσει με τρόπο τόσο βαθύ και αμετάκλητο, αφήνοντάς της να πιστεύει για τόσο -μα τόσο- πολύ καιρό ότι δεν την ήθελε άλλο πια.

Κράτησε μες στα τρεμάμενα δάχτυλά του όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι όλες αυτές τις στιγμές τις είχε όντως ζήσει, ότι δεν ήταν απλά ένα αποκύημα της φαντασίας του, και τα έφερε μπροστά στο στέρνο του πιέζοντας τα χέρια του, τσαλακώνοντάς τα. Δεν υπήρχε λόγος, τώρα το ήξερε πιο καλά από ποτέ, κανένας απολύτως λόγος να κρατιέται με νύχια και με δόντια από απόηχους μπλεγμένων χεριών και ονείρων. Τα μάζεψε όλα σε δυο μαύρες σακούλες, όπως τότε, μόνο που αυτή την φορά κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά της πολυκατοικίας και μέσα σε λίγα λεπτά έφτασε στους κάδους της γειτονιάς, όπου τα πέταξε. Πριν προλάβει να το σκεφτεί περαιτέρω, πριν προλάβει να τα διαβάσει και να διαλυθεί σε μυριάδες μικρά κομμάτια, πριν προλάβει εκείνη να βγει από μέσα τους και να έρθει να σταθεί δίπλα του με μάτια γεμάτα ερωτήσεις και αμφιβολίες.

Ξεκίνησε να περπατάει σε μια προσπάθεια να καθαρίσει το μυαλό του, να καταλάβει τι τελικά ήθελε, τι επεδίωκε την στιγμή που έφερε ξανά στην επιφάνεια ιστορίες παλιές και σκονισμένες. Περπατούσε αρκετή ώρα, τώρα ο ουρανός είχε μαυρίσει τόσο πολύ που μετά βίας έβλεπε μπροστά του. Κάποια στιγμή σταμάτησε ασυναίσθητα και το σώμα του έμοιαζε να αρνείται να προχωρήσει παρακάτω.

Σήκωσε το βλέμμα του απορώντας με τον ίδιο του τον εαυτό και είδε που βρισκόταν. Κοίταξε λίγο πιο δεξιά και είδε το δωμάτιό της, που είχε φως.

Αφουγκράστηκε λίγο με κομμένη την ανάσα και διέκρινε μερικές νότες να φεύγουν απαλά από την ανοιχτή της μπαλκονόπορτα και να χάνονται στον νοτιά που φύσαγε.

Και έτσι ξαφνικά, βρέθηκε πάλι στο παγκάκι, εκείνη είχε ξαπλώσει πάνω του απαλά και σιγοτραγουδούσε τους στίχους.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και της σφύριξε με το γνώριμο τρόπο, όπως κάθε φορά που ήθελε να της δείξει ότι έχει φτάσει.

Η μουσική έκλεισε απότομα και επικράτησε για λίγα λεπτά απόλυτη σιγή, ακόμα και τα τριζόνια έμοιαζε να κρατούν την αναπνοή τους, ξεχνώντας τον σκοπό που παίζουν.

Σφύριξε άλλη μια φορά, λίγο πιο δυνατά, ενώ το στέρνο του ανεβοκατέβαινε με ανησυχητικό ρυθμό.

Και τότε μια σιλουέτα φάνηκε να τραβάει στην άκρη την ημιδιαφανή κουρτίνα και να βγαίνει στο μπαλκόνι.

 

 

Απρίλης

Οι μέρες περνούσαν τόσο γρήγορα που συχνά μπερδευόταν και έλεγε τις Δευτέρες για Σάββατα, και τις Τρίτες για Παρασκευές. Ούτε που μπορούσε να ξεχωρίσει πότε τέλειωνε η μια και πότε ξεκινούσε η επόμενη. Του ήταν αδιάφορες κάτι τέτοιες λεπτομέρειες.

Ο καιρός είχε ξεκινήσει να ζεσταίνει απότομα στο νησί. Από τις έντονες βροχοπτώσεις και τον παγερό αέρα, η ζέστη έφτασε μέσα σε λίγο μόλις καιρό να κολλάει πάνω στο δέρμα του απαιτητικά, και η ατμόσφαιρα του ‘μοιάζε καυτή και αποπνικτική. Ασφυκτιούσε σε αυτό το μικρό καμίνι που είχε για σπίτι. Ήθελε να βγει έξω, να πάρει το πρώτο καράβι που θα έβρισκε και να ταξίδευε σ’ έναν προορισμό άγνωστο και ανεξερεύνητο. Ήθελε να μείνει μόνος του, με μοναδική παρέα τις σκέψεις του. Ήθελε να φύγει, να φύγει, να φύγει.

Σηκώθηκε από τον καναπέ αφήνοντας πίσω του ένα μικρό βαθούλωμα στο σημείο που πριν λίγο ήταν το κορμί του. Ορίστε μια απόδειξη ότι όντως υφίσταμαι, σκέφτηκε και γέλασε χαμηλά με τους λογισμούς του. Θυμήθηκε το γέλιο της τότε, τον τρόπο που ανασηκωνόταν οι άκρες των χειλιών της με κάθε του πρόταση. Αν εκείνη ήταν εδώ, θα χαμογέλαγε μαζί του. Θα του πετούσε τα μικρά μαξιλαράκια της πολυθρόνας παιχνιδιάρικα και θα έτρεχε να κρυφτεί στο υπνοδωμάτιο, πίσω από τις κουρτίνες. Αν εκείνη ήταν εδώ.

Το μόνο έπιπλο σε ολόκληρο το σαλόνι είναι το πιάνο που είχε από μικρός. Ούτε που θυμάται καλά-καλά πόσο καιρό είχε ν’ αγγίξει τα πλήκτρα του. Θυμάται τα πρώτα μαθήματα που έκανε μικρός, την ξαφνική του αποφασιστικότητα να μάθει τα μικρά σημαδάκια πάνω στο πεντάγραμμο, να τ’ αποκρυπτογραφήσει και μετά να τα ελευθερώσει μέσα από την μελωδία που θα έπαιζε. Ένιωθε όλο και πιο ανάλαφρος μετά από κάθε κομμάτι, και μια φορά αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να ελαφρύνει τόσο που τελικά να πετάξει μακρυά, πολύ μακρυά, ή απλά να εξαϋλωθεί και να χαθεί σ’ ένα πέπλο μυστηρίου. Άγγιξε διστακτικά τα πλήκτρα, με τον τρόπο που πλησιάζουμε έναν παλιό φίλο που αγαπήσαμε πολύ αλλά χρειάστηκε να χωριστούν οι δρόμοι μας και τελικά χάσαμε.

Με κάθε απαλό ήχο η γνώριμη ζεστασιά μεγάλωνε μέσα του διαγράφοντας ό,τι άλλο γυρνούσε στο μυαλό του. Ξαφνικά οι σκέψεις του γέμιζαν με παρτιτούρες του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Ντεμπισί. Πολυάριθμα συμμετρικά πεντάγραμμα τον κατέκλυζαν, και έκρυβαν σε μια μακρινή γωνιά του νου το βλέμμα της, το χαμόγελό της, το δέρμα της. Η φωνή της, τραγουδιστή και γλυκιά, ησύχαζε σταδιακά, μέχρι που έπαψε να ακούγεται.

Αυτό είναι, λοιπόν, το γιατρικό; Τα δάχτυλά του άρχισαν να διαμαρτύρονται από τον καιρό που είχε περάσει δίχως να εξασκηθούν, και ζήταγαν απελπισμένα λίγα λεπτά χαλάρωσης. Το σονέτο έκλεισε απαλά, με τις νότες να αντηχούν στους άδειους τοίχους του σπιτιού μελαγχολικά και παραπονεμένα.

Και τότε εκείνη ξανάρθε. Πιο έντονα απ’ τις προηγούμενες φορές. Το αγαπημένο της φόρεμα που αγόρασαν στην υπαίθρια αγορά, τα βιβλία που διάβαζαν παρέα, οι φορές που ανταγωνίζονταν ποιος θα φτάσει πρώτος στην εξώπορτα, οι αμέτρητες ταινίες που παρακολούθησαν αγκαλιά, τα ταξίδια που έκαναν σε τόπους μακρινούς και ξένους, τα μπλεγμένα δάχτυλα, οι μπερδεμένες υποσχέσεις, το επερχόμενο κενό.

Έκλεισε τα μάτια και άγγιξε τα πλήκτρα. Πρώτα τα χάιδεψε απαλά, και έπειτα έφτασε να τα πιέζει με περίσσεια δύναμη, σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να θρυμματίσει κάθε πονεμένη ερώτηση προτού να ξεφύγει από τα χείλη του.

Θα σταμάταγε μόνο αφότου είχαν όλες γκρεμιστεί,
και πίσω δεν είχαν αφήσει παρά τελείες και απαντήσεις.

Και αν εκείνες συνέχιζαν να εμφανίζονται,
τότε θα ξεκίναγε και πάλι απ’ την αρχή.

Ατέρμονα, ατελείωτα.

Παντοτινά.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για black and white gifs piano

 

 

 

Ηθική Αποτελμάτωση

Αλλάξανε πια τα δεδομένα, και απορώ που δεν ενημερώθηκες. Τώρα χαζογελάμε στον πόνο και κουνάμε το κεφάλι αστειευόμενοι στο χαμό. Τώρα όταν ένας άνθρωπος αιμόφυρτος μπει στο αμάξι σου και ζητήσει καταφύγιο, του απαντάς να πάρει ένα πανάκι και να φροντίσει να καθαρίσει τον λεκέ που άφησε σαν άγγιξε την πόρτα σου, μην την δούνε έτσι βρώμικη και σε πουν και ανοικοκύρευτο.

Και μετά αυτός ο άνθρωπος πεθαίνει.

Και εσύ βγαίνεις να δώσεις συνέντευξη, εσύ που τον είδες τις τελευταίες του στιγμές.

Εσύ, που το πρόσωπό σου είναι από τις τελευταίες εικόνες που έφτασε ν’ αντικρίσει.

Εσύ, που η φωνή σου είναι από τους τελευταίους ήχους που έφτασε να ακούσει.

Εσύ.

Εσύ.

Εσύ.

Και μετά; Τι έκανες εσύ μετά;

«-Τι σας έλεγε η γυναίκα εκείνη τη στιγμή;»

«-Με σκότωσε, με σκότωσε. Τίποτα άλλο.»

Και συνοδεύεται η απάντηση από ένα μειδίαμα.

Από ένα ΜΕΙΔΊΑΜΑ.

Αλλά, βέβαια. Και γιατί να σε νοιάζει, άλλωστε, θα μου πεις;

Σάμπως την είχες μάνα ή αδερφή;

Σάμπως την είχες γυναίκα ή κόρη;

Σάμπως την είχες και πελάτισσα ποτέ;

Ποτέ.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για πολύτιμος στίχος

 

 

 

 

Ancora

Ο άνεμος έξω λυσσομανά και ενώ κάθεται τον ακούει που σφυρίζει, όπως ακριβώς τα τρένα στους σταθμούς την στιγμή που φεύγουν με προορισμό το άγνωστο, εκείνο το αλλιώτικο «κάπου», που τους αρκεί και μόνο ότι θα διαφέρει από το «εδώ», ακόμα και αν τελικά αποδειχθεί ότι ήταν ένα πλαστό όνειρο, ένα «πουθενά» στον χάρτη των θεωριών τους. Κοιτάει δυο δέντρα στο απέναντι στενό να λικνίζονται τόσο βίαια σε τούτο τον παράλογο ρυθμό, που μοιάζουν λες και θα βγάλουν τις ρίζες τους από το χώμα και θα μεταφερθούν σ’ ένα πιο απάνεμο μέρος, να μπορούν πια ήσυχα ν’ αγναντεύουν την νύχτα, χαϊδεύοντας τ’ άστρα απαλά με τις κορυφές τους.

Αυτό το βράδυ είναι τόσο πηχτό, που σκέφτεται ότι αν πιάσει ένα μπαλάκι και το πετάξει στον ουρανό θα ακούσει τον γδούπο που θα κάνει σαν χτυπήσει τα στέρεα σύννεφα. Μέχρι και η σελήνη φοβήθηκε την αγριάδα τούτης της βραδιάς και κρύφτηκε πίσω από καμιά ντουζίνα στρώσεις βαμβάκι, ίσα να φωτίζει την πόλη για εκείνους που γυρίζουν στον δρόμο ψάχνοντας νόημα και αλήθεια, την ίδια ώρα που οι υπόλοιποι κοιμούνται και αγγίζουν όλα εκείνα που ποθούν, προτού να τα πάρουν μαζί τους οι πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες καθώς τρυπώνουν από τις χαραμάδες στα πατζούρια. Άραγε, αναρωτιέται πολλές φορές, αν ένα όνειρο δεν το αγγίξει ποτέ ο πρωινός ήλιος, θα καταφέρει να το κρατήσει σιμά του για όσο επιθυμεί; Και ας είναι να μένει σε ένα δωμάτιο κλειστό και απόμερο, αυτός και τα όνειρά του.

Τα φύλλα των δέντρων παλεύουν να κρατηθούνε στα κλαριά. Εκείνος παλεύει να κρατηθεί στο παρόν. Τα πάντα γύρω μας κάπως συνδέονται, τελικά. Μισανοίγει την μπαλκονόπορτα για να ακούει καλύτερα το νανούρισμα του χειμώνα, και φοράει την χοντρή μάλλινη ζακέτα του, αυτή που δεν αποχωρίζεται αν δεν καλοκαιριάσει. Την κουμπώνει μέχρι το πηγούνι και νιώθει να πνίγεται.

Δεν μπορεί άλλο,
φτάνει,
ως εδώ.

Γιατί κρατάμε μέσα μας τόσες πολλές λέξεις, πνίγοντας τ’ αυθόρμητο στους βούρκους του κάθε «πρέπει»;

Γιατί κλαδεύουμε τα «θέλω» μας κάθε που ανθίζουν και κοντεύουν να ξεπεράσουν τα «μπορώ» του γύρω κόσμου;

Γιατί μπολιάζουμε τα όνειρά μας με τις προσδοκίες όλων των άλλων, και δεν τα αφήνουμε άσπιλα και αυτοτελή να βρουν τον ουρανό τους;

Πήρε ένα κουτάκι μπύρας που του είχε ξεμείνει στο ψυγείο εδώ και κάτι μέρες και το άνοιξε με τον αντίχειρά του. Άρχισε να σπρώχνει δεξιά-αριστερά το αλουμινένιο κομμάτι που προεξέχει σιγοτραγουδώντας την άλφα βήτα όπως κάναμε μικρά. Έφτασε στο ωμέγα και χρειάστηκε να ξεκινήσει ξανά τόσες φορές που έχασε το μέτρημα. Στο τέλος τα παράτησε και ήπιε την πρώτη ρουφηξιά.

Καλύτερα. Θα έφτιαχνε μόνος του την μοίρα.

 

Dies et Verba: Κοσμάς Πολίτης

Σαν σήμερα, στις 23 Φεβρουαρίου του 1974 έφυγε από την ζωή ο Κοσμάς Πολίτης, ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της γενιάς του ’30 ειδικότερα, και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα.  Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμας πολιτης

Κοσμάς Πολίτης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που επέλεξε ο Παρασκευάς Ταβελούδης για να τον συντροφεύει στο συγγραφικό του ταξίδι. Γόνος του έμπορου Λεωνίδα από την Μυτιλήνη και της Καλλιόπης από το Αϊβαλί, δεν έζησε το ίδιο ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια με άλλους συνομήλικους του,  τόσο εξαιτίας του αυταρχισμού που χαρακτήριζε τον πατέρα του, όσο και της φιλάσθενης μητέρας του, η οποία πέθανε όταν εκείνος ήταν 12 ετών. Έκτοτε, την ανατροφή του ανέλαβαν από κοινού μια Γαλλίδα δασκάλα και η κατά 18 χρόνια μεγαλύτερη αδερφή του, Μαρία. Φοίτησε στη Ευαγγελική Σχολή, καθώς και στο Αμερικανικό Κολέγιο Σμύρνης, εγκαταλείποντας όμως τις σπουδές του. Στα 17 του ξεκίνησε να εργάζεται στην Τράπεζα Ανατολής και έπειτα στη Βίνερ Μπανκ της Σμύρνης.

Σταθμός στη ζωή του αποτέλεσε η γνωριμία του με την αριστοκράτισσα αυστροουγγρικής καταγωγής Κλάρα Κρέσπι, η οποία οδήγησε σε έναν αμοιβαίο και κεραυνοβόλο έρωτα, και εν τέλει σε γάμο. Μαζί απέκτησαν και μια κόρη, την Φοίβη.  Μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, έφυγαν αρχικά για το Παρίσι, έπειτα για το Λονδίνο, και το 1924 έφτασαν στην Αθήνα, όπου ο Κοσμάς Πολίτης έγινε υποδιευθυντής Τράπεζας.

Το 1930 εμφανίζεται το Λεμονοδάσος, το πρώτο βιβλίο του Κοσμά Πολίτη. Το Λεμονοδάσος εντυπωσιάζει και γοητεύει την λογοτεχνική κοινότητα, τόσο λόγω της παρουσίας εντός του μιας Ελλάδας λαμπερής και μαγευτικής, που σφύζει από ζωή, όσο και λόγω της επιλογής του συγγραφέα να μην διαφημίσει το έργο του ούτε πριν, ούτε μετά την έκδοσή του, κερδίζοντας με την αξία του και μόνο μια σημαντική θέση ανάμεσα στους σύγχρονους συγγραφείς της χώρας. Ορισμένα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός έρωτα δύσκολου, και μάλιστα σε οριστική ενεστώτα, γεγονός που συμβάλει στην συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη, ενώ στον θεματικό του άξονα βρίσκεται και η υπαρξιακή δυσφορία.

Λίγο αργότερα, το 1933, ο Κοσμάς Πολίτης κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, την Εκάτη, το οποίο πέρα από θετικές, έλαβε και αρνητικές κριτικές. Στο έργο αυτό η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και ο αναγνώστης παρακολουθεί τα δρώμενα μέσα από την ματιά του ήρωα, ο οποίος αποτελεί τον αποκλειστικό φορέα πληροφόρησης, και ο οποίος με έναυσμα το ερωτικό πάθος που αισθάνεται, καταλήγει να αναζητήσει την αυθεντικότητά του.

Σχετική εικόναΤο 1934 η εμφάνιση μιας γυναίκας στη ζωή του τον οδήγησε να εγκαταλείψει την σύζυγο και την κόρη του, από τις οποίες απομακρύνθηκε για πολλά χρόνια, και να μετατεθεί στην Πάτρα, όπου και έγραψε την Eroica (1938).  Στο έργο αυτό, ένας ώριμος αφηγητής εξιστορεί τα κατορθώματα μιας παρέας εφήβων μέσα υπό το πρίσμα του νεότερου εαυτού του, και τον τρόπο που αυτοί βιώνουν τον έρωτα αλλά και τον θάνατο, αφήνοντας στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εφηβείας, εκείνης της χρονικής στιγμής ανάμεσα στον κόσμο των μικρών, και στον κόσμο των μεγάλων.

Το 1942 έφυγε από την ζωή η κόρη του, γεγονός που τον συντάραξε, καθώς θεωρούσε ότι εάν δεν είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, εκείνη θα ζούσε ακόμα. Επέστρεψε τότε στην γυναίκα του, και ο δεσμός ανάμεσά τους έγινε πολύ στενός. Στα επόμενα χρόνια δημοσίευσε και άλλα αξιόλογα έργα, όπως την Τζούλια (1943), Το Γύρι (1945), την Κορομηλιά (1946), το Στου Χατζηφράγκου (1962) κ.α.

Ήταν ένας πολυγραφότατος λογοτέχνης, με έργα που έγιναν δεκτά από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό με πλήθος επαίνων, τα οποία αγαπήθηκαν και τότε, αλλά και τώρα, χαρίζοντας στον συγγραφέα δικαίως μια θέση ανάμεσα στις εξέχουσες προσωπικότητες της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Και, για το κλείσιμο, ένα απόφθεγμα από το Λεμονοδάσος που ξεχώρισα.

Το λογικό κι ο έρωτας ποτέ τους δεν ταιριάξαν. 

Κοσμάς Πολίτης, Λεμονοδάσος 

Και ένα απόσπασμα από την Πάροδο του έργου Στου Χατζηφράγκου.

Kαλώς τονε… Tι; Συγγραφέας; Δηλαδή; A; γράφεις βιβλία. Xάρηκα πολύ. Tους έχω σε μεγάλη υπόληψη αυτούς που γράφουνε βιβλία-μιλάω σοβαρά. Kάτσε, λοιπόν. Nα, σ’ εκείνο το πεζούλι, δεν περισσεύει άλλη καρέγλα… Όμορφα είν’ εδώ; Σαν εξοχή; Δηλαδή το ανοιχτό γκερίζι που τρέχει ανάμεσα στην ξεραΐλα και τραβάει για κάτω; Άκουσε παληκάρι μου, για ν’ αγαπιόμαστε, καλύτερα να παρατήσομε το κογιονάρισμα: και τη δικιά μου υπόληψη για τα βιβλία, και τα δικά σου παινέματα για το ρημάδι μου. Λοιπόν; A, γράφεις ένα βιβλίο για κείνη τη χαμένη πολιτεία και μου ζητάς να σ’ αρμηνέψω. Άκουσε. Πάνε από τότε κάπου σαράντα χρόνια, σωστά σαράντα χρόνια. Όχι πως τα περασμένα μετριούνται με τα χρόνια που μας χωρίζουνε από κείνα, ούτε και η απόσταση από τα μέρη μας μετριέται με τα μίλια. Για τον έναν, είναι και τα δυο τόσο μακρυά, σα να μην υπήρξανε ποτέ. O άλλος, τα ‘χει πάντα μπροστά του ζωντάνα, λες κ’ είναι τούτη η ώρα. Aνάλογα με το αίσθημά μας είναι και τα δυο.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου

 

Αποτέλεσμα εικόνας για forest gif

Η αυθύπαρκτη ελλειπτική ποίηση των «Στιγμών» του Κώστα Μόντη

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Μόντης η καρδιά μαςΔυστυχώς, ήρθα σε επαφή με τον ποιητή Κώστα Μόντη και τα ποιήματά του μόλις φέτος τον χειμώνα – τι μεγάλο κρίμα να μην έχω διαβάσει το λογοτεχνικό του έργο και πρωτύτερα! Μια ποίηση αφοπλιστική στην απλότητά και λακωνικότητά της, με λίγες λέξεις ή δυο – τρεις φράσεις να κρύβουν μέσα τους ολόκληρα νοήματα, συναισθήματα και ιδέες, να περικλείουν έναν ολάκερο κόσμο.

Ο Κώστας Μόντης (1914-2004) γεννήθηκε στην Αμμόχωστο της Κύπρου και υπήρξε, αδιαμφισβήτητα, εξέχουσα μορφή ανάμεσα στους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς. Όντας πολυγραφότατος, δημοσίευσε ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, αλλά και θεατρικά έργα, ενώ το 1984 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ, και όμως δεν έχει την ευρεία αναγνώριση που -καταφανώς- αξίζει ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό της εποχής μας, τόσο ο ίδιος, όσο και το έργο του.

Την ποιητική συλλογή «Στιγμές» -στην οποία θα αναφερθώ στο παρόν άρθρο- εξέδωσε το 1958. Η συλλογή περιελάμβανε ολιγόστιχα ποιήματα, σηματοδοτώντας την καινούρια του ποιητική πορεία (έχουν προηγηθεί ανάλαφρα ερωτικά τραγούδια, ποιήματα με απηχήσεις από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, καθώς και πειραματισμοί του Μόντη σχετικά με την σύγχρονη τεχνοτροπία), και αποτελώντας έναν σταθμό του ποιητικού του έργου. 

Αυτό που κάνει τις «Στιγμές» να ξεχωρίζουν ανάμεσα σε άλλες ποιητικές συλλογές είναι η μορφή τους. Μιλάμε, δηλαδή, για μια μορφή ελλειπτικής ποίησης, με ποιητικές μονάδες που, σύμφωνα με τον Παστελλά, δεν αποτελούν αποσπάσματα, ούτε είναι ανολοκλήρωτες, αλλά αντιθέτως είναι αυτοδύναμες και αυτοτελείς. Είναι αποτυπώσεις του φευγαλέου, το οποίο μπορεί να είναι ένα γεγονός, μια σκέψη, ένα συναίσθημα, με την ύπαρξη ποικίλων θεμάτων στον πυρήνα τους, από πολιτική, χιούμορ και ειρωνεία, μέχρι σχόλια για τον ίδιο του τον εαυτό και ψυχικές μεταπτώσεις, με μια μορφή που θυμίζει γνωμικά.

Πάντα υποστήριζα την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων και ποιημάτων που διαφέρουν μεταξύ τους ειδολογικά, θεματικά, μορφικά, την επαφή με λογοτεχνίες από κάθε πλευρά του κόσμου, και όχι μόνο τη δυτική, καθώς και την επαφή με συγγραφείς και ποιητές που ξεχωρίζουν από το σύνολο. Μόνο έτσι θα μπορέσει κανείς να αποκτήσει μια ολιστική εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής, βρίσκοντας κάτι καινούριο που τελικά του αρέσει, κατανοώντας καλύτερα τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και τον κόσμο γύρω του.

Άλλωστε, η μαγεία της λογοτεχνίας συνίσταται στην παρότρυνσή της να σταθούμε απέναντι από τον ίδιο μας τον εαυτό, με όλα τα λάθη και τα σωστά του, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, και να τον κοιτάξουμε κατάματα.

Έτσι ακριβώς και οι «Στιγμές» του Μόντη με εξέπληξαν χάρη στην απλότητα με την οποία διατύπωναν ζητήματα σύνθετα, σκέψεις δυσνόητες και αισθήματα που δύσκολα εκφράζονται με λέξεις, πόσο μάλλον λακωνικές. Ποιήματα με τέτοια ένταση, που μοιάζει λες και κάποιος γύρισε τον δείκτη του κατευθείαν προς το πρόσωπό σου, λες και οι σελίδες που κρατάς στις παλάμες σου δεν έχουν πια το χρώμα της σέπιας, αλλά αστράφτουν προκλητικά αντικατοπτρίζοντας το είδωλό σου, σκεπτικό και απορημένο, όπως ακριβώς ένας καθρέπτης.

Ορίστε μια μικρή γεύση από τις «Στιγμές» του Κώστα Μόντη:

Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8.

Περίεργο πράγμα η καρδιά.
Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις.

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 12.

Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε
όμως οι λέξεις τι είπαν,
όμως οι λέξεις όταν πήραν την εξουσία στα χέρια τους τι είπαν;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 24.

Πόση πτώση άραγε μας μένει ως την κορφή;

Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 37.

Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε.
Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις,
γιατί τις ηνώχλησες;

«Προς ποιητήν». Ανθολόγηση από τις «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 28.

Κι ένα μνημείο στον Ακούσιο Στρατιώτη, κύριοι,
ένα μνημείο στο στρατιώτη που ακούσια πολέμησε,
που ακούσια σκότωσε,
που ακούσια σκοτώθηκε.

«Στιγμές». Κώστας Μόντης, Ανδρέας Χριστοφίδης, Κυπριακή ανθολογία. Alvin Redman Hellas, 1965. 500.

(πηγή ποιημάτων: http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=219)

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για κώστας μόντης ποιήματα

 

 

 

Dies et Verba: Μια Ημέρα, Δύο Μεγάλοι Ποιητές, 30/10

Σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου, έλαβαν χώρα δυο γεγονότα άμεσα συνυφασμένα με τον κόσμο της λογοτεχνίας, καθώς σχετίζονται με δυο κορυφαίους Έλληνες ποιητές: το 1896 γεννήθηκε ο Κώστας Καρυωτάκης και το 1988 έφυγε από τη ζωή ο Τάσος Λειβαδίτης.

Δυο άνθρωποι που μπόρεσαν να μιλήσουν στις καρδιές των αναγνωστών τους όσο λίγοι, δυο τεράστιοι ποιητές με σπουδαίο έργο, τόσο όμοιοι στην αγάπη του κόσμου για τα έργα τους, και συνάμα τόσο διαφορετικοί μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για καρυωτάκης

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896 στην Τρίπολη Αρκαδίας. Το 1914 ξεκίνησε να φοιτά στη Νομική Σχολή Αθηνών, και το 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1922 γνώρισε την Μαρία Πολυδούρη, ενώ και οι δυο εργάζονταν στη Νομαρχία Αττικής, με την οποία μοιράστηκε έναν έρωτα, που όμως δεν διήρκεσε πολύ. Ο Καρυωτάκης, όπως υποστηρίζουν πολλοί μελετητές του, έπασχε από σύφιλη, ανίατη ασθένεια και συνάμα κοινωνικό στίγμα, γεγονός που τον οδήγησε να απομακρυνθεί από την αγαπημένη του, και όταν εκείνη του έκανε πρόταση γάμου, να την απορρίψει.

Στις 21 Ιουλίου του 1928 ο Κώστας Καρυωτάκης αυτοκτόνησε με ένα πιστόλι στην καρδιά, ενώ μια επιστολή βρέθηκε στη τσέπη του σακακιού του, η οποία έγραφε:

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περισσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική. Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι. Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές (!!!), εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέση τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὡρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης).

Η Μαρία Πολυδούρη έπασχε ήδη από φυματίωση, και η είδηση για το χαμό του αγαπημένου της έπαιξε ρόλο στην επιδείνωση της ασθένειάς της. Έφυγε από τη ζωή στις 29 Απριλίου του 1930, σε μικρή ηλικία, όπως και ο Καρυωτάκης.Αποτέλεσμα εικόνας για χειρόγραφα καρυωτάκης

Τόσο ο Καρυωτάκης, όσο και η Πολυδούρη ανήκουν στη γενιά του ’20, στους ποιητές του Μεσοπολέμου, στους οποίους φαίνεται μια επίδραση από το γαλλικό συμβολισμό, με τη μελαγχολία και την ονειροπόληση να αποτελούν χαρακτηριστικά του έργου τους.

Ένα ποίημα του Καρυωτάκη:

ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ, Ελεγεία και Σάτιρες (1927)

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.
Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.
Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.
Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

Και ένα ποίημα της Πολυδούρη:

ΕΝΑ ΒΡΑΔΙ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ, Ανέκδοτα Ποιήματα

Τί θλιβερὸ πράμμα ὁ Σταθμός,
ποὺ μόλις νἄχῃ φύγει τὸ τραῖνο.
Οὔτε στιγμή, μόλις ποὺ ἐδῶ
στὶς ράγιες του βαριὰ σταματημένο
καὶ πηγαινόρχονταν γοργά,
ἀνίδεα γελώντας ταξειδιῶτες.
Κι᾿ ὅσοι ποὺ μείνανε κι᾿ αὐτοὶ
δὲν ἔχουνε τὴν ὄψη τους σὰν τότες.
Ἡ ἄδεια θέση κι᾿ ἡ σιωπὴ
μέσ᾿ στὸ Σταθμὸ ποὺ τοὔφυγε τὸ τραῖνο.
Κι᾿ αὐτοὶ ποὺ μείνανε σκορποῦν
κ᾿ ἔχουν τὸ βῆμα τὸ ἀποφασισμένο
ὅσων τὴ μοίρα ἀκολουθοῦν.
Κάθε φορὰ τοὺς φεύγει κι᾿ ἀπὸ κάτι
καὶ κεῖνοι μένουν στὸ Σταθμὸ
λυγίζοντας τὸ θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στὰ ἴδια θαρρετοὶ
δῆθεν κ᾿ ἡ πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
-Καταραμένε χωρισμὲ
ὅμως κι σένα ἀπόψε θ᾿ ἀγαπήσω.
Γιατί τὸ «χαῖρε» ἦταν γλυκὸ
καθὼς τὸ χέρι σειόταν στὸν ἀέρα
ἀπ᾿ τὸ μαντήλι πιὸ λευκὸ
κι᾿ ἀπ᾿ τὸν ἀνθό, σὰ φῶς ποὺ ἔφευγε πέρα,
ποὺ δὲν τὸ εἶχα ἰδῆ ποτὲ
τόσο γαλήνια ὡραῖο τ᾿ ὅραμά σου,
Καταραμένε χωρισμέ.
Μοῦ τρέμουνε τὰ χείλη στὄνομά σου.

Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1922 στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως τελικά επέλεξε να ακολουθήσει το πραγματικό του πάθος, την ποίηση. Επαναστάτης και αγωνιστής, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ενώ τα γραπτά του μεταφέρουν ένα ονειρικό συναίσθημα, ένα κράμα αισιοδοξίας, ρομαντισμού, αλλά και σύγχρονης πραγματικότητας, με στοιχεία που αντικατοπτρίζουν την πολιτική δραστηριότητα που ανέπτυξε στο χώρο της αριστεράς, καθώς και προσωπικά του βιώματα.

Σχετική εικόνα

Θυμάμαι ακόμα τη χαρά που ένιωσα όταν κράτησα για πρώτη φορά στα χέρια μου βιβλίο του Λειβαδίτη, το «Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια«, το οποίο έγραψε το 1958. Ένα βιβλίο που δεν αφήνεις από τα χέρια σου, εάν δεν φτάσεις πρώτα στην τελευταία του σελίδα.

Απόσπασμα από το έργο του:

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

Kι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα.

…ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα.

Kαι πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη,

κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο

στάδιο

όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση.

Kι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία

υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,

απ’ το τραγούδι.

«Aύριο», λες,

και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο

το πελώριο ποτέ.

 

Και ένα ακόμα ποίημα, από τα αγαπημένα μου:

«Ποῦ εἶσαι»

Ἔβρεχε ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ἔβρεχε
ἀνέβηκα τὰ σκαλιὰ κανεὶς στὴν κάμαρα
Ἔβρεχε; ἔτρεμε στ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο ἡ κουρτίνα
Ἔβρεχε…

«Φεύγω μὴ ζητήσεις νὰ μὲ βρεῖς. Ἀγαπῶ ἄλλον!», ἔγραφε
Ἀγαπῶ ἄλλον;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Ποῦ εἶσαι; Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει, κρυώνω;
Οἱ δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φῶτα, ἔβρεχε

Ζευγάρια ἀγκαλιασμένα κάτω ἀπ᾿ τὶς ὀμπρέλες τους
σὲ λίγο θὰ ἀνάβουνε τὸ φῶς
Θὰ κοιτάζονται στὰ μάτια καὶ θὰ πετᾶν ἀπὸ πάνω τους ὅλη τὴ μοναξιὰ
Οἱ φωτεινὲς ρεκλάμες ἀνοιγοκλείνουνε τὰ μάτια τους
Ὅλα στὴν ἐποχὴ μᾶς διαφημίζονται γιατί ὄχι καὶ αὐτὸ …
Ἔβρεχε

«Ἀγαπῶ ἄλλον!»
Μὲ κόκκινα πελώρια γράμματα θὰ ᾿τᾶν ὑπέροχη διαφήμιση
γιατί ὄχι καὶ αὐτό: «Ἀγαπῶ ἄλλον!»
«Θὰ ἀγαπῶ ἄλλον»;
Ποῦ εἶσαι;
Ποῦ νὰ πάω;
Φυσάει κρυώνω
Ποῦ εἶσαι;

Αποτέλεσμα εικόνας για λειβαδιτηςΚλείνοντας, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στη γνωριμία του Τάσου Λειβαδίτη με τον Μίκη Θεοδωράκη, από την οποία προέκυψαν εξαιρετικά τραγούδια, όπως το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, και το «Σαββατόβραδο» με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Αγαπημένο τραγούδι είναι, φυσικά, και το «Για να σε συναντήσω«, το οποίο ερμηνεύει ο Μανώλης Λιδάκης, με στίχους του Τάσου Λειβαδίτη και μουσική του Κώστα Λειβαδά.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για λειβαδιτης

Αγαπητέ Μπαλζάκ,

Η αλήθεια είναι πως παρά την αγάπη μου στα κλασικά έργα, δεν είχε τύχει να διαβάσω στο παρελθόν κάποιο έργο του πασίγνωστου Γάλλου συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 20 Μαΐου του 1799, στην πόλη Τουρ (Tours). Αφορμή να μυηθώ και εγώ στον κόσμο των βιβλίων του στάθηκε ένα σεμινάριο της Λογοτεχνίας σχετικά με τις Θεωρίες της Αφήγησης, κατά το οποίο κάθε φοιτητής/-τρια καταπιανόταν με ένα βιβλίο, το οποίο στο τέλος του εξαμήνου παρουσίαζε και ανέλυε στους υπόλοιπους. Μας δόθηκε μια λίστα με διάφορα έργα από ποικίλους συγγραφείς, από την οποία μπορούσαμε να επιλέξουμε όποιο θα μας έκανε το «κλικ» -εμένα αυτό το «κλικ» μου το έκανε ο συγγραφέας, και μόλις είδα το όνομα Μπαλζάκ ένα αίσθημα ενθουσιασμού ανακατεύτηκε μαζί με μια δόση ενοχής, για την έως τότε πλήρη άγνοιά μου.

Το έργο που διάβασα και παρουσίασα ήταν το «ο Μπάρμπα- Γκοριό» (Le Père Goriot στα γαλλικά), το οποίο είναι μόλις ένα μικρό κομμάτι του μνημειώδους παζλ που δημιούργησε ο Μπαλζάκ, την Ανθρώπινη Κωμωδία.Αποτέλεσμα εικόνας για μπαρμπα γκοριο

Η Ανθρώπινη Κωμωδία αποτελείται από πλήθος ολοκληρωμένων αλλά και ημιτελών έργων, με την οποία αποσκοπεί να δώσει μια σφαιρική εικόνα της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Προκειμένου να καταλάβουμε τον όγκο του λογοτεχνικού έργου του Μπαλζάκ, αρκεί να δώσουμε έναν αριθμό που αντιπροσωπεύει τους ήρωες που δημιούργησε στα βιβλία του: 2.504. Όσον αφορά τον Μπάρμπα- Γκοριό, μπορώ να πω ότι ο ρεαλιστικός λόγος του συγγραφέα βοηθάει εξαιρετικά στην εύκολη και στρωτή ανάγνωσή του, ενώ οι λεπτομερείς περιγραφές σκιαγραφούν το κάθε τι κατά τη διάρκεια της πλοκής, στήνοντας ένα ολοκληρωμένο από κάθε άποψη σκηνικό. Το περιεχόμενο του βιβλίου το αναφέρει ο ίδιος ο Μπαλζάκ στις σημειώσεις που κρατούσε σχετικά με τα έργα που επρόκειτο να γράψει:

«Ένας καλός ανθρωπάκος-πανσιόν για μεσαία εισοδήματα-εξακόσια φράγκα εισόδημα-που ξόδεψε όλες τους τις οικονομίες για τις κόρες του, που και οι δυο μαζί έχουν εισόδημα πενήντα χιλιάδες φράγκα- και που πεθαίνει σαν σκυλί».

Περιληπτικά, η δράση του έργου διαδραματίζεται στο Παρίσι, όπου παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια του κυρίου-Γκοριό να βοηθήσει οικονομικά τις δυο κόρες του. Στην προσπάθειά του αυτή ο ίδιος καταλήγει μετά βίας να ζει με τα ελάχιστα εναπομείναντα χρήματά του. Παράλληλα παρακολουθούμε και τις ζωές των υπόλοιπων κατοίκων της πανσιόν Βοκέ. Για παράδειγμα, τον φτωχό αλλά φιλόδοξο νεαρό Ευγένιο ντε Ραστινιάκ να προσπαθεί να μπει στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, τον κυνικό Βοτρέν να αποτελεί μια φωνή αναρχίας και την στενόμυαλη κυρία Βοκέ να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους οικοτρόφους της.

Πολλοί από τους χαρακτήρες που πλάθει ο Μπαλζάκ παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού χρησιμοποιεί την τεχνική των «επανεμφανιζόμενων προσώπων», η οποία συνίσταται, κυρίως, στο να επαναφέρει ορισμένα πρόσωπα που έχει ήδη παρουσιάσει σε προηγούμενα έργα και να επανέρχεται στην αφήγηση των περιπετειών τους, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα είδος συνοχής ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα μυθιστορήματα. Η διαδικασία αυτή βρίσκει συστηματική εφαρμογή πρώτη φορά στο μυθιστόρημα του Μπαρμπά- Γκοριό, γεγονός που αναδεικνύει την πρόθεση του συγγραφέα να δώσει ψυχή και κίνηση σ’ ένα ολόκληρο φανταστικό κόσμο.

Ένα ακόμη αξιοπερίεργο στοιχείο για τον μεγάλο αυτό συγγραφέα η μεγάλη του αγάπη για τον καφέ, η οποία τον οδηγούσε να πίνει το ένα φλυτζάνι μετά το άλλο, καταλήγοντας στην κατανάλωση από 20 μέχρι 40 ή και παραπάνω φλυτζανιών κάθε μέρα. Η μέρα του, μάλιστα, ξεκινούσε στη 1 το βράδυ, οπότε και ξύπναγε, και τελείωνε στις 8 το πρωί, οπότε και έπεφτε για ύπνο, αφού πρώτα στο ενδιάμεσο είχε γεμίσει δεκάδες σελίδες με λέξεις, κηλίδες μελάνι και μουτζούρες. Η λατρεία του για τον καφέ αντικατοπτρίζεται και στο παρακάτω απόσπασμα, στο οποίο αναφέρει ότι οι κόκκοι μετατρέπονται σε:

«… σπινθήρες που φωταγωγούν όλη τη διαδρομή μέχρι τον εγκέφαλο. Από εκείνη τη στιγμή, όλα βρίσκονται σε ταραχώδη κατάσταση. Οι ιδέες επιταχύνονται σαν τάγματα ενός μεγάλου στρατού στο θρυλικό πεδίο μάχης του, και ο πόλεμος μαίνεται. Μνήμες συσσωρεύονται, φωτεινές σημαίες υψώνονται. Το ιππικό της μεταφοράς αναπτύσσει υπέροχους καλπασμούς. Το πυροβολικό της λογικής πλησιάζει βιαστικά με βαγόνια που κροταλίζουν και φυσίγγια. Στη φαντασία, σκοπευτές κοιτούν και πυροβολούν. Ακολουθούν μορφές και σχήματα και χαρακτήρες. Το χαρτί απλώνεται με μελάνι-γιατί η νυχτερινή εργασία ξεκινά και ολοκληρώνεται με το χείμαρρο αυτού του μαύρου νερού, όπως μια μάχη αρχίζει και τελειώνει με μαύρη σκόνη».

Κλείνοντας, αφήνω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάρμπα- Γκοριό που ξεχώρισα, μιας και εδώ ο αφηγητής του έργου γίνεται φανερός, και απευθύνεται σε εμάς τους αναγνώστες:

«Το ίδιο θα κάνετε κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο μες στα άσπιλα χέρια σας, εσείς που βυθισμένοι μέσα στην αναπαυτική πολυθρόνα σας λέτε: «Ίσως και να με διασκεδάσει». Αφού θα έχετε διαβάσει τα μύχια βάσανα του μπάρμπα-Γκοριό, θα δειπνήσετε ορεξάτοι, χρεώνοντας την αναισθησία σας στο συγγραφέα, κατηγορώντας τον για υπερβολή και ποιητική διάθεση. Μάθετέ το, λοιπόν: αυτό το δράμα δεν είναι ούτε αποκύημα της φαντασίας του ούτε μυθοπλασία. All is true, είναι όλα τόσο αληθινά, ώστε ο καθένας μπορεί ν’ αναγνωρίσει σ’ αυτά στοιχεία από τη ζωή του, μέσα στην ίδια του την καρδιά.»

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ονορε μπαλζακ