Αγαπητέ Μπαλζάκ,

Η αλήθεια είναι πως παρά την αγάπη μου στα κλασικά έργα, δεν είχε τύχει να διαβάσω στο παρελθόν κάποιο έργο του πασίγνωστου Γάλλου συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 20 Μαΐου του 1799, στην πόλη Τουρ (Tours). Αφορμή να μυηθώ και εγώ στον κόσμο των βιβλίων του στάθηκε ένα σεμινάριο της Λογοτεχνίας σχετικά με τις Θεωρίες της Αφήγησης, κατά το οποίο κάθε φοιτητής/-τρια καταπιανόταν με ένα βιβλίο, το οποίο στο τέλος του εξαμήνου παρουσίαζε και ανέλυε στους υπόλοιπους. Μας δόθηκε μια λίστα με διάφορα έργα από ποικίλους συγγραφείς, από την οποία μπορούσαμε να επιλέξουμε όποιο θα μας έκανε το «κλικ» -εμένα αυτό το «κλικ» μου το έκανε ο συγγραφέας, και μόλις είδα το όνομα Μπαλζάκ ένα αίσθημα ενθουσιασμού ανακατεύτηκε μαζί με μια δόση ενοχής, για την έως τότε πλήρη άγνοιά μου.

Το έργο που διάβασα και παρουσίασα ήταν το «ο Μπάρμπα- Γκοριό» (Le Père Goriot στα γαλλικά), το οποίο είναι μόλις ένα μικρό κομμάτι του μνημειώδους παζλ που δημιούργησε ο Μπαλζάκ, την Ανθρώπινη Κωμωδία.Αποτέλεσμα εικόνας για μπαρμπα γκοριο

Η Ανθρώπινη Κωμωδία αποτελείται από πλήθος ολοκληρωμένων αλλά και ημιτελών έργων, με την οποία αποσκοπεί να δώσει μια σφαιρική εικόνα της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Προκειμένου να καταλάβουμε τον όγκο του λογοτεχνικού έργου του Μπαλζάκ, αρκεί να δώσουμε έναν αριθμό που αντιπροσωπεύει τους ήρωες που δημιούργησε στα βιβλία του: 2.504. Όσον αφορά τον Μπάρμπα- Γκοριό, μπορώ να πω ότι ο ρεαλιστικός λόγος του συγγραφέα βοηθάει εξαιρετικά στην εύκολη και στρωτή ανάγνωσή του, ενώ οι λεπτομερείς περιγραφές σκιαγραφούν το κάθε τι κατά τη διάρκεια της πλοκής, στήνοντας ένα ολοκληρωμένο από κάθε άποψη σκηνικό. Το περιεχόμενο του βιβλίου το αναφέρει ο ίδιος ο Μπαλζάκ στις σημειώσεις που κρατούσε σχετικά με τα έργα που επρόκειτο να γράψει:

«Ένας καλός ανθρωπάκος-πανσιόν για μεσαία εισοδήματα-εξακόσια φράγκα εισόδημα-που ξόδεψε όλες τους τις οικονομίες για τις κόρες του, που και οι δυο μαζί έχουν εισόδημα πενήντα χιλιάδες φράγκα- και που πεθαίνει σαν σκυλί».

Περιληπτικά, η δράση του έργου διαδραματίζεται στο Παρίσι, όπου παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθεια του κυρίου-Γκοριό να βοηθήσει οικονομικά τις δυο κόρες του. Στην προσπάθειά του αυτή ο ίδιος καταλήγει μετά βίας να ζει με τα ελάχιστα εναπομείναντα χρήματά του. Παράλληλα παρακολουθούμε και τις ζωές των υπόλοιπων κατοίκων της πανσιόν Βοκέ. Για παράδειγμα, τον φτωχό αλλά φιλόδοξο νεαρό Ευγένιο ντε Ραστινιάκ να προσπαθεί να μπει στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, τον κυνικό Βοτρέν να αποτελεί μια φωνή αναρχίας και την στενόμυαλη κυρία Βοκέ να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους οικοτρόφους της.

Πολλοί από τους χαρακτήρες που πλάθει ο Μπαλζάκ παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού χρησιμοποιεί την τεχνική των «επανεμφανιζόμενων προσώπων», η οποία συνίσταται, κυρίως, στο να επαναφέρει ορισμένα πρόσωπα που έχει ήδη παρουσιάσει σε προηγούμενα έργα και να επανέρχεται στην αφήγηση των περιπετειών τους, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα είδος συνοχής ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα μυθιστορήματα. Η διαδικασία αυτή βρίσκει συστηματική εφαρμογή πρώτη φορά στο μυθιστόρημα του Μπαρμπά- Γκοριό, γεγονός που αναδεικνύει την πρόθεση του συγγραφέα να δώσει ψυχή και κίνηση σ’ ένα ολόκληρο φανταστικό κόσμο.

Ένα ακόμη αξιοπερίεργο στοιχείο για τον μεγάλο αυτό συγγραφέα η μεγάλη του αγάπη για τον καφέ, η οποία τον οδηγούσε να πίνει το ένα φλυτζάνι μετά το άλλο, καταλήγοντας στην κατανάλωση από 20 μέχρι 40 ή και παραπάνω φλυτζανιών κάθε μέρα. Η μέρα του, μάλιστα, ξεκινούσε στη 1 το βράδυ, οπότε και ξύπναγε, και τελείωνε στις 8 το πρωί, οπότε και έπεφτε για ύπνο, αφού πρώτα στο ενδιάμεσο είχε γεμίσει δεκάδες σελίδες με λέξεις, κηλίδες μελάνι και μουτζούρες. Η λατρεία του για τον καφέ αντικατοπτρίζεται και στο παρακάτω απόσπασμα, στο οποίο αναφέρει ότι οι κόκκοι μετατρέπονται σε:

«… σπινθήρες που φωταγωγούν όλη τη διαδρομή μέχρι τον εγκέφαλο. Από εκείνη τη στιγμή, όλα βρίσκονται σε ταραχώδη κατάσταση. Οι ιδέες επιταχύνονται σαν τάγματα ενός μεγάλου στρατού στο θρυλικό πεδίο μάχης του, και ο πόλεμος μαίνεται. Μνήμες συσσωρεύονται, φωτεινές σημαίες υψώνονται. Το ιππικό της μεταφοράς αναπτύσσει υπέροχους καλπασμούς. Το πυροβολικό της λογικής πλησιάζει βιαστικά με βαγόνια που κροταλίζουν και φυσίγγια. Στη φαντασία, σκοπευτές κοιτούν και πυροβολούν. Ακολουθούν μορφές και σχήματα και χαρακτήρες. Το χαρτί απλώνεται με μελάνι-γιατί η νυχτερινή εργασία ξεκινά και ολοκληρώνεται με το χείμαρρο αυτού του μαύρου νερού, όπως μια μάχη αρχίζει και τελειώνει με μαύρη σκόνη».

Κλείνοντας, αφήνω εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μπάρμπα- Γκοριό που ξεχώρισα, μιας και εδώ ο αφηγητής του έργου γίνεται φανερός, και απευθύνεται σε εμάς τους αναγνώστες:

«Το ίδιο θα κάνετε κι εσείς που κρατάτε αυτό το βιβλίο μες στα άσπιλα χέρια σας, εσείς που βυθισμένοι μέσα στην αναπαυτική πολυθρόνα σας λέτε: «Ίσως και να με διασκεδάσει». Αφού θα έχετε διαβάσει τα μύχια βάσανα του μπάρμπα-Γκοριό, θα δειπνήσετε ορεξάτοι, χρεώνοντας την αναισθησία σας στο συγγραφέα, κατηγορώντας τον για υπερβολή και ποιητική διάθεση. Μάθετέ το, λοιπόν: αυτό το δράμα δεν είναι ούτε αποκύημα της φαντασίας του ούτε μυθοπλασία. All is true, είναι όλα τόσο αληθινά, ώστε ο καθένας μπορεί ν’ αναγνωρίσει σ’ αυτά στοιχεία από τη ζωή του, μέσα στην ίδια του την καρδιά.»

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ονορε μπαλζακ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s